Μέσα σε 70 μόλις χρόνια έχει τετραπλασιαστεί η κατά κεφαλήν κατανάλωση νερού με το σύγχρονο lifestyle να βάζει το δικό του λιθαράκι στο μείζον πρόβλημα της λειψυδρίας. Ο βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών για το βιβλίο του «Οικοϋδραυλική»Καθηγητής στο Τμήμα Γεωπονίας Ιχθυολογίας και Υδάτινου Περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Άρης Ψιλοβίκος μίλησε στο Ράδιο ΕΝΑ 102.5 και στον Δημήτρη Καρεκλίδη για το νερό και πως θα πρέπει να το διαχειριστούμε, ώστε να μην το πούμε, όπως λέει και ο λαός… νεράκι.
Ο Καθηγητής του ΠΘ μίλησε για νοοτροπίες που υπάρχουν ακόμη και σήμερα που λένε ότι το νερό είναι άφθονο και εφόσον το πληρώνει κάποιος, γιατί να το τσιγκουνευτεί.Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η αύξηση της θερμοκρασίας των τελευταίων χρόνων λόγω της κλιματικής αλλαγής, οδηγεί στην εξάτμιση των υδάτων, οπότε η μείωση των βροχοπτώσεων σε σχέση με τη αύξηση της εξάτμισης οδηγεί σε μία σημαντική πίεση στο ισοζύγιο προσφοράς νερού αλλά και στη ζήτηση.

Από την άλλη πλευρά, πλέον η ζήτηση έχει αυξηθεί λόγω αύξησης του βιοτικού επιπέδου. «Δηλαδή ένας άνθρωπος στη δεκαετία του ‘50 κατανάλωνε 40-50 λίτρα νερό την ημέρα κι έτσι σχεδιάζονταν τα έργα ύδρευσης, ενώ σήμερα καταναλώνει 200! Μέσα σε 70 χρόνια έχει τετραπλασιαστεί η κατανάλωση κατά κεφαλήν νερού και κυρίως η αύξηση αφορά στην οικιακή χρήση, για τα πλυντήρια, την προσωπική υγιεινή, το πότισμα κήπων κτλ, που κακώς χρησιμοποιείται το νερό της ύδρευσης», επεσήμανε ο κ. Ψιλοβίκος.
Ταυτόχρονα, το 85% της κατανάλωσης του νερού στην Ελλάδα αφορά σε γεωργικές ανάγκες, ενώ παρατηρείται και η μεγάλη απώλεια νερού από τα δίκτυα, τα οποία δεν είναι καλά συντηρημένα και τα κλειστά και τα ανοιχτά, με αποτέλεσμα όλες οι παράμετροι να συντείνουν στην πίεση του υδατικού ισοζυγίου.
Ο Καθηγητής υπογράμμισε ότι στα άμεσα μέτρα που πρέπει να παρθούν για την χρήση του νερού, είναι η απόκτηση ατομικήςκουλτούρας εξοικονόμησης νερού για ύδρευση, ενώ και στην άρδευση θα πρέπει να υπάρχει η νοοτροπία και η λογική περιορισμού σε ό,τι αφορά στον πλημμυρισμό, μιας και όπως σημείωσε ο κ. Ψιλοβίκος, οι παλιοί αγρότες για να ικανοποιηθούν ότι ποτίστηκαν τα χωράφια τους θα έπρεπε να ήταν πλημμυρισμένα μέχρι ένα συγκεκριμένο βάθος. «Να πάμε στη λογική της εξοικονόμησης, στη λογική της στάγδην άρδευσης, η οποία μπορεί με το 10-15% του νερού που εφαρμόζεται να έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα και να έχουμε εξοικονόμηση και βέβαια με μια λελογισμένη χρήση κατά τη θερινή περίοδο», σημείωσε.
Βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα
μέτρα για την εξοικονόμηση νερού
Ο βραβευμένος Καθηγητής υποστήριξε ότι υπάρχουν πιο βραχυπρόθεσμα και πιο μεσοπρόθεσμα μέτρα, όπως οι απαιτούμενες συντηρήσεις των δικτύων, η αντικατάσταση των παλιών, κυρίως των ανοιχτών δικτύων άρδευσης που είναι κυρίως με χωμάτινες διώρυγες και σημειώνονταιπολύ μεγάλες απώλειες και μετά θα πρέπει να εφαρμοστούν λιγότερο υδροβόρων μεθόδων και καλλιεργειών.
Σε ότι αφορά στις πόλεις, εκεί πρέπει να γίνει η στεγανοποίησή τους , με ειδικά υδατοπερατά υλικά με κυβόλιθους σε κοινόχρηστους χώρους, πάρκα και πλατείες και σε δεύτερο χρόνο, γιατί αυτά φαντάζουν λίγο προχωρημένα για την Ελλάδα , συλλογή νερού σε υπόγειες υδατοδεξαμενές. «Είναι καλύτερα να έχουμε αποθήκευση νερού παρά να πούμε το νερό νεράκι, όπως έλεγαν παλαιότερα», σχολίασε ο κ. Ψιλοβίκος και έφερε το παράδειγμα των νησιών των Κυκλάδων, που εκεί υπάρχουν χαμηλά κατακρημνίσματα 300-400 χιλιοστών τον χρόνο, γι’ αυτό και τα σπίτια τους και δεν έχουν πάνω κεραμίδια, με τις ταράτσες να λειτουργούν σαν μικρές υδατοσυλλογές και κάτω στα υπόγεια, έχουν νερό για τις δύσκολες περιόδους.
«Μπορούν στους δήμους να ξεκινήσουν έργα να γίνεται άρση της στεγάνωσης αντί να χρησιμοποιούνται πλάκες πεζοδρομίου και άσφαλτος και να χρησιμοποιούνται κάποια ειδικά υδατοπερατά υλικά, κυβόλιθοι με οπές για να έχουμε εμπλουτισμό των υπογείων υδροφορέων και να έχουμε άρση των πλημμυρικών φαινομένων, γιατί όταν υπάρχει στεγάνωση, το σύνολο της βροχόπτωσης γίνεται απορροή» εξήγησε.
Απαξιώθηκαν τα έργα ορεινής υδρονομίας
Τα παραπάνω έργα, όπως είπε ο Καθηγητής, συμβάλλουν και στο αντιπλημμυρικό κομμάτι αλλά και σε αυτό της αποθήκευσης του νερού και της άμβλυνσης της ζήτησης και της προσφοράς του υδατικού ισοζυγίου.
Στο σημείο δε αυτό αναφέρθηκε στα έργα ορεινής υδρονομίας που γίνονταν από τις Διευθύνσεις δασών και τα δασαρχεία και τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, απαξιώθηκαν.
«Θα έπρεπε αυτά τα έργα ορεινής υδρονομίας να μην είχαν απαξιωθεί και να συνέχιζαν γιατί είναι πραγματικά πολύτιμα και συγκρατούν τα πλημμυρικά νερά και τα φερτά υλικά. Ουσιαστικά δημιουργείται μία σοβαρή ανάσχεση με αυτά τα έργα, αλλά χρειάζονται κι άλλες παρεμβάσεις για το κομμάτι της πλημμύρας. Χρειάζεται τα έργα να είναι συντηρημένα τόσο τα υδραυλικά, όσο και οι χείμαρροι να καθαρίζονται», τόνισε.
Κάποια έργα προχωρούν, κάποια έγιναν βιαστικά
Η περιοχή μας όμως είδε το πρόσωπο της κλιματικής αλλαγής πολύ έντονα. Από τότε ως σήμερα έχουμε λάβει μέτρα για να προστατευτούμε σε ανάλογη περίπτωση; Ο κ. Ψιλοβίκος υπογράμμισε ότι κάποια μέτρα προχωρούν, κάποια γίνανε βιαστικά .
«Γίνονται κάποιες ενέργειες τόσο σε ότι αφορά στον καθαρισμό των ρεμάτων, αν και έγινε κάποια οριζόντια αποξήλωση των δέντρων , που θα πρέπει να γίνεται με περισσότερο σεβασμό προς το περιβάλλον γιατίσε αντίστοιχες περιπτώσεις όπως για παράδειγμα στην περιοχή της Καρδίτσας, που επλήγη από τον Ιανό, έγινε οριζόντιος καθαρισμός των χειμάρρων και την πλήρωσαν μετά στονDaniel, δηλαδή το ότι καθαρίζουμε ένα ποτάμιο σύστημα, μία κοίτη σε μερικά χιλιόμετρα για να διώξουμε από μας το πλημμυρικό φαινόμενο, αυτό πάει παρακάτω και δημιουργεί χειρότερα φαινόμενα στα κατάντι. Θέλει προσοχή σε αυτό», ανέφερε.
Η πιθανότητα να συμβεί ένας Daniel είναι 1 στα 1000 κάθε χρόνο!
Ο κ. Ψιλοβίκος όμως μίλησε και για την περίοδο επαναφοράς ενός φαινομένου, λέγοντας ότι στην περίπτωση κυρίως του Daniel, ξεπεράσαμε τα 1000 χρόνια περίοδο επαναφοράς. Ωστόσο ξεκαθάρισε πως υπάρχει μία σύγχυση στο τι σημαίνει αυτό. «Σημαίνει στατιστικά ότι το φαινόμενο αυτό μπορεί να συμβεί μία φορά στα 1000 χρόνια, αλλά το καλύτερο για να το ερμηνεύσουμε είναι ότι η πιθανότητα να συμβεί είναι μία στα 1000, κάθε χρόνο. Άρα βρεθήκαμε στη θέση μέσα σε μία τριετία να έχουμε τον ΙΑΝΟ, τον Daniel&τον Elias από τον Σεπτέμβριο του 2020 έως και τον Σεπτέμβριο του 2023, όπου στα τρία φαινόμενα, τα δύο που ξεπέρασαν τη χιλιετία, δηλαδή τη μία στα χίλια να συμβούν και ο Elias την άγγιξε», τόνισε.
Υπογράμμισε δε πως η πιο σοβαρή επίπτωση της κλιματικής αλλαγής, εκτός από την αύξηση της θερμοκρασίας, είναι η αύξηση της ραγδαιότητας των βροχοπτώσεων, παρότι υπάρχει τάση μείωσής τους.«Πέφτουν πολύ μεγάλα ποσά βροχής συγκεντρωμένα σε πολύ μικρά χρονικά διαστήματα. Στον Daniel έπεσε σε 24 ώρες η βροχή ενός χρόνου στον Βόλο, γύρω στα 500 χιλιοστά και στη Μακρινίτσα και τη Ζαγορά άγγιξαν τα 1100 και 1200 χιλιοστά», κατέληξε ο Καθηγητής.
Απόδοση ραδιοφωνικής συνέντευξης: Δήμητρα Παλαιοδημοπούλου































