Ελπίδα για την μεταμόρφωση της ελληνικής οικονομίας αποτελεί η εισροή 72 δις ευρώ σταδιακά τα επόμενα χρόνια μέσα από τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, τόνισε η κ. Φαίη Μακαντάση, η αναλύτρια ερευνών στον ερευνητικό οργανισμό διαΝΕΟσις μιλώντας στο Ράδιο ΕΝΑ και στον Δημήτρη Καρεκλίδη. Ωστόσο για να μπορέσει να υπάρξει αυτή η μεταμόρφωση και να αναπτυχθεί η οικονομία της χώρας, χρειάζονται πολλές και ριζικές αλλαγές.
Μια τριπλή δοκιμασία περνά η χώρα μας, σύμφωνα με την κ. Μακαντάση και αυτή περιλαμβάνει την μακροχρόνια ύφεση λόγω της οικονομικής κρίσης, την πανδημία αλλά και τον ασταθή εξ ανατολών γείτονα. Μέσα όμως σε αυτή την κατάσταση υπάρχει μία τελευταία ευκαιρία για αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και μεταμόρφωση της οικονομίας αξιοποιώντας τα 72 δις ευρώ που θα έρθουν στην ελληνική οικονομία μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης, του ΕΣΠΑ και της ΚΑΠ. Συγκεκριμένα 32 δις θα προέρχονται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης, 22 δις από το ΕΣΠΑ και 18 δις από την ΚΑΠ.
Ο ερευνητικός οργανισμός διαΝΕΟσις μέσα στην πανδημία και μέχρι και σήμερα διενεργεί έρευνες για την πορεία της οικονομίας , οι οποίες καταλήγουν σε προτάσεις πολιτικής άμεσου χαρακτήρα. Πρόσφατα προχώρησε στη δημοσίευση νέας έρευνας υπό τον συντονισμό του κ. Χριστοδουλάκη, καθηγητή Οικονομικής Ανάλυσης στο ΟΠΑ και πρώην Υπουργό για την πορεία της οικονομίας.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει βαθύτερη κρίση
Η κ. Μακαντάση επεσήμανε πως μέσα στην πανδημία σημειώθηκε αύξηση των καταθέσεων κατά 8.5% σε σχέση με πέρυσι κι αυτό συνέβη γιατί δεν καταναλώσαμε, καθώς δεν γνώριζε κανείς τι θα γίνει στο μέλλον. Έτσι, μειώθηκε και η εγχώρια ζήτηση.
“Η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια βαθύτερη κρίση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες γιατί θα υποστεί , σε δευτερογενές επίπεδο μία εντονότερη ύφεση, λόγω της μείωσης της διεθνούς ζήτησης και εμείς στη χώρα μας βασιζόμαστε σε υπηρεσίες που δεν είναι πρώτης ανάγκης και συναρτούνται άμεσα από τη διεθνή ζήτηση, όπως ο τουρισμός. Επιπλέον θα είναι βαθύτερη αυτή η κρίση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες γιατί οι υπηρεσίες που παρέχουμε κυρίως παρέχονται από μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις σε μέγεθος και είναι δύσκολο να αντέξουν σε μία παρατεταμένη πίεση ρευστότητας”, επεσήμανε η κ. Μακαντάση.
Παράλληλα, η αναλύτρια ερευνών σημείωσε ότι στα στοιχεία της οικονομίας έδειξαν μία αύξηση των εμπορεύσιμων προϊόντων. “Αυτά βγήκαν ανθεκτικότερα στην πανδημία ως εκ τούτου η μεταποίηση, η βιομηχανική παραγωγή θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εφαλτήριο για να μπει η οικονομία σε μια τροχιά ανάκαμψης, αρκεί να μειωθούν όλες οι στρεβλώσεις που υπάρχουν στην βιομηχανική παραγωγή, γιατί την τελευταία δεκαετία της μακροχρόνια ύφεσης είχαν αποδυναμωθεί υπό το βάρος μίας υπερφορολόγησης και της από-επένδυσης. Αρκεί να δει κανείς τον δείκτη των ακαθάριστων ιδιωτικών επενδύσεων παλιού κεφαλαίου που έπεσε την προηγούμενη δεκαετία στο μισό σε σχέση με την προηγούμενη. Παραμένει γύρω στο 9%, ενώ ήταν στο 18%”, είπε η κ. Μακαντάση.
Αυτό, όπως τόνισε, σημαίνει ότι οι παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν και γίνονται στην ενίσχυση των επιχειρήσεων, δεν πρέπει να εξαντλούνται στην ρευστότητα, αλλά θα πρέπει να προωθήσουν τον εκσυγχρονισμό και τον μετασχηματισμό των επιχειρήσεων σε πιο ανταγωνιστικές και πιο βιώσιμες για το μέλλον.
Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της πανδημίας
Ως προς τις δημοσιονομικές επιπτώσεις της πανδημίας, στην έρευνα που πραγματοποιήθηκε έγινε εμφανές ότι υπήρξε έντονη δημοσιονομική επιβάρυνση, καθώς αυξήθηκαν οι δαπάνες του δημοσίου για μισθοδοσία και επιδόματα και οι έκτακτες αποζημιώσεις, ενώ τα έσοδα μειώθηκαν και από τους έμμεσους φόρους όπως ο ΦΠΑ, που μειώθηκε κατά μισό δις και από άμεσους φόρους, όπως ο φόρος εισοδήματος.
Στο σημείο αυτό, η κ. Μακαντάση τόνισε ότι εάν παρατηρήσει κανείς τα έσοδα και τα έξοδα δημιουργείται μία δημοσιονομική υστέρηση, η οποία αναμένεται να ξεπεράσει τα 13 δις. “Από το Ταμείο Ανάκαμψης θα πάρουμε μέχρι το 2027 τα 32 δις και τώρα έχει δημιουργηθεί μια υστέρηση των 13 δις. Έχουμε ένα σοβαρό κενό, που είναι κοντά στο 8% του ΑΕΠ”, σχολίασε η ίδια.
Σε ότι αφορά το δημόσιο χρέος, αυτό θα ξεπεράσει το 200% για φέτος, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, γι’ αυτό και όπως τόνισε η κ. Μακαντάση χρειαζόμαστε εμπροσθοβαρείς πολιτικές που θα οδηγήσουν στην αύξηση του εισοδήματος, ώστε ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ να μειωθεί. Για το 2021 εκτιμάται ότι θα μειωθεί, θα είναι περίπου στο 185%. Η εκτίμηση είναι πως τα επόμενα δέκα χρόνια θα πέσει κάτω από το 100% το δημόσιο χρέος εάν ακολουθηθούν μια σειρά προτάσεων για τη στρατηγική ανόρθωση του στρατηγικού εισοδήματος του ΑΕΠ.
Μείωση της ανεργίας εάν γίνουν παρεμβάσεις
Στο κομμάτι της ανεργίας, το οποίο τώρα είναι ιδιαιτέρως οξυμένο, φαίνεται πως θα ομαλοποιηθεί με το ποσοστό να κυμαίνει στο 11% το 2030 και στο 8% το 2040, τη στιγμή που σήμερα είναι στο 22%.
“Η μείωση αυτή μπορεί να γίνει υπό την προϋπόθεση ότι θα κάνουμε παρεμβάσεις στις υποδομές, επενδύσεις και παραγωγή, στους τομείς που ορίζονται από το Ταμείο Ανάκαμψης όπως είναι η πράσινη οικονομία, η επένδυση και ανάπτυξη δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, η ψηφιοποίηση”, συμπλήρωσε η κ. Μακαντάση.
Παράλληλα, η αναλύτρια τόνισε πως θα πρέπει να γίνουν αλλαγές και στο ασφαλιστικό, που θα μειώσουν το μη μισθολογικό κόστος και στρέφονται αυτές στον εκσυγχρονισμό και στην ψηφιοποίηση, ενώ επεσήμανε πως θα πρέπει να γίνουν αλλαγές και στο φορολογικό. “Δεν έχουμε την πολυτέλεια να χάσουμε την ευκαιρία, να αξιοποιήσουμε πόρους που θα έρθουν στη χώρα, να αλλάξουμε παραγωγικό μοντέλο και να μεταμορφώσουμε την οικονομία”, κατέληξε χαρακτηριστικά η κ. Μακαντάση.































