Έρχεται νέο κύμα ανατιμήσεων σε τρόφιμα, ενέργεια και υπηρεσίες

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Νέες πιέσεις αναμένεται να δεχθούν οι προϋπολογισμοί των νοικοκυριών τους επόμενους μήνες, καθώς η άνοδος των τιμών της ενέργειας και οι αναταράξεις στο διεθνές εμπόριο περνούν σταδιακά στην παραγωγή, στις μεταφορές και τελικά στη λιανική. Οι νέες ανατιμήσεις αναμένεται να εμφανιστούν στα ράφια από τον Οκτώβριο, ενώ η αγορά προεξοφλεί ότι οι πιέσεις θα ενταθούν προς το τέλος του 2026 και στις αρχές του 2027.

Στις αρμόδιες υπηρεσίες έχουν ήδη αρχίσει να καταφθάνουν τιμοκατάλογοι με αυξήσεις σε βασικές κατηγορίες τροφίμων, μεταξύ των οποίων γαλακτοκομικά, τυριά και αρτοσκευάσματα. Οι παραγωγικές επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι το πραγματικό κόστος έχει ξεπεράσει τις εκτιμήσεις που είχαν γίνει την άνοιξη, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια απορρόφησης των επιβαρύνσεων.

Βασική πηγή πίεσης είναι η ενέργεια. Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου αυξάνει όχι μόνο το κόστος λειτουργίας των εργοστασίων και των μεταφορών, αλλά και εκείνο των υλικών συσκευασίας. Τα πλαστικά συνδέονται άμεσα με τα παράγωγα του πετρελαίου, ενώ η παραγωγή χαρτιού απαιτεί μεγάλες ποσότητες ενέργειας. Υπολογίζεται ότι κάθε αύξηση κατά 10 δολάρια το βαρέλι στην τιμή του αργού μπορεί να αυξήσει έως και κατά 0,16 ευρώ το κιλό το κόστος των ρητινών που χρησιμοποιούνται στις πλαστικές συσκευασίες.Σημαντικό μέρος της επιβάρυνσης προέρχεται και από τις δυσκολίες στις διεθνείς μεταφορές. Οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, οι επιθέσεις σε εμπορικές θαλάσσιες οδούς και η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας προκαλούν καθυστερήσεις και ακριβότερες διαδρομές. Έτσι, ένα προϊόν μπορεί να επιβαρύνεται πριν ακόμη φθάσει στο εργοστάσιο ή στο κατάστημα, καθώς αυξάνεται το κόστος μεταφοράς πρώτων υλών, συσκευασιών και τελικών εμπορευμάτων.

Ισχυρές πιέσεις καταγράφονται παράλληλα στην αγροτική παραγωγή. Η μέση τιμή των φωσφορούχων λιπασμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση έφθασε τον Αύγουστο του 2026 στα 739 ευρώ ανά τόνο, από 569 ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα, καταγράφοντας αύξηση περίπου 30%.

Οι μεταβολές αυτές έχουν άμεση επίδραση στο κόστος των τροφίμων. Ο αγρότης πληρώνει περισσότερο για λίπανση, καύσιμα και ενέργεια, ενώ ο κτηνοτρόφος βρίσκεται αντιμέτωπος με ακριβότερες ζωοτροφές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το αγελαδινό γάλα, όπου η τιμή παραγωγού έχει φθάσει στα 0,58 ευρώ το λίτρο, έναντι 0,55 ευρώ πριν από έναν χρόνο. Η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή σε επίπεδο λίτρου, αποκτά όμως σημαντικές διαστάσεις όταν αφορά μεγάλους όγκους παραγωγής και στη συνέχεια συνδυάζεται με υψηλότερα έξοδα επεξεργασίας, συσκευασίας και διανομής.

Ανησυχία προκαλεί και η διεθνής αγορά σιτηρών
Οι υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού σε περιοχές της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης έχουν επηρεάσει τις εκτιμήσεις για τη φετινή παραγωγή, ενώ οι δυσκολίες στις εξαγωγές μέσω της Μαύρης Θάλασσας περιορίζουν την ομαλή τροφοδοσία. Ο διεθνής δείκτης τιμών σιτηρών ενισχύθηκε κατά 6% τον Σεπτέμβριο, ενώ στα άλευρα που χρησιμοποιούνται για ζωοτροφές οι τιμές εμφανίζονται αυξημένες κατά 22% σε σχέση με πέρυσι.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί μια αλυσιδωτή επίδραση. Ακριβότερο σιτάρι σημαίνει μεγαλύτερο κόστος για αλεύρι, ψωμί και αρτοσκευάσματα, ενώ οι αυξημένες τιμές των ζωοτροφών επιβαρύνουν την παραγωγή γάλακτος, τυριών και κρέατος. Εάν σε αυτά προστεθούν η ενέργεια, οι συσκευασίες και οι μεταφορές, η τελική επιβάρυνση μπορεί να αφορά μεγάλο μέρος του καθημερινού καλαθιού.

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο επειδή οι νέες αυξήσεις έρχονται να προστεθούν σε ένα ήδη υψηλό επίπεδο τιμών. Τον Αύγουστο του 2026 τα τρόφιμα στην Ελλάδα ήταν κατά 36,35% ακριβότερα σε σύγκριση με τον Αύγουστο του 2020 και κατά 24,5% σε σχέση με τον Μάρτιο του 2022. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και σχετικά μικρές νέες μεταβολές επιβαρύνουν έναν οικογενειακό προϋπολογισμό που έχει ήδη χάσει σημαντικό μέρος της αγοραστικής του δύναμης.

Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο αφορά τα καύσιμα και τη θέρμανση. Η αμόλυβδη κινείται περίπου στα 2,20 ευρώ το λίτρο, έναντι 1,75 ευρώ πριν από έναν χρόνο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης βρίσκεται επίσης κοντά στα 2,20 ευρώ, από 1,54 ευρώ. Με βάση τη μέση κατανάλωση, η πρόσθετη επιβάρυνση από τα καύσιμα κίνησης υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 310 εκατ. ευρώ τον μήνα.

Με την έναρξη της περιόδου θέρμανσης ο λογαριασμός διευρύνεται. Ακόμη και εάν η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης συγκρατηθεί στα 1,75 ευρώ το λίτρο, θα είναι περίπου 60 λεπτά υψηλότερη από πέρυσι. Για παράδειγμα, σε μια παραγγελία 500 λίτρων, μια τέτοια διαφορά αντιστοιχεί σε πρόσθετη δαπάνη περίπου 300 ευρώ για ένα νοικοκυριό. Παράλληλα, ανοδικές πιέσεις καταγράφονται και στο φυσικό αέριο.

Αβεβαιότητα επικρατεί και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας
Σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά βρίσκονται σε κυμαινόμενα τιμολόγια και επομένως είναι περισσότερο εκτεθειμένα στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς. Τα σταθερά συμβόλαια μπορούν να προσφέρουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα, όμως και αυτά έχουν ακριβύνει, με τη μέση μηνιαία χρέωσή τους στο πρώτο επτάμηνο του 2026 να εμφανίζεται αυξημένη κατά 19,82% σε σχέση με το 2025.

Έτσι, οι αυξήσεις στους μισθούς το 2027, μέσω κατώτατου, τριετιών και χαμηλότερων εισφορών, κινδυνεύουν να χάσουν σημαντικό μέρος της αξίας τους από το νέο κύμα ακρίβειας. Οι ανατιμήσεις σε τρόφιμα, καύσιμα, θέρμανση και ηλεκτρικό ρεύμα φαίνεται πως θα απορροφήσουν το όποιο πρόσθετο εισόδημα, δοκιμάζοντας για ακόμη μια χρονιά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Πηγή: dnews.gr

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.