Οι νέες τάσεις στην ενημέρωση και πώς προδιαγράφεται το μέλλον για τα ΜΜΕ- Οι ειδικοί μιλούν στο Volos City

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
Είναι και θέμα πληροφόρησης…

Οι εποχές που τα νέα διαδίδονταν στο… καφενείο του χωριού, έχουν πλέον περάσει, τουλάχιστον όπως φαίνεται ανεπιστρεπτί. Πλέον, η πληροφορία ρέει με ασύλληπτη ταχύτητα και οι ειδήσεις βρίσκονται κυριολεκτικά «στο χέρι μας» μέσω κινητών και κοινωνικών δικτύων. Αλλά την ίδια στιγμή η ενημέρωση έχει μεταμορφωθεί σε κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που γνωρίζαμε στο παρελθόν.
Η παραδοσιακή δημοσιογραφία καλείται να αντιμετωπίσει νέες προκλήσεις, από την παραπληροφόρηση και τα fake news έως την αυξανόμενη δυσπιστία του κοινού προς τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, η οποία ολοένα και αυξάνεται. Παράλληλα, ο ψηφιακός μετασχηματισμός των Μέσων και η δυναμική των κοινωνικών δικτύων επαναπροσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο πληροφορούμαστε, ενώ ταυτόχρονα ανοίγουν τον διάλογο για το πώς θα διαμορφωθεί το μέλλον της ενημέρωσης.
Ποιες είναι, λοιπόν, οι νέες τάσεις που καθορίζουν την ενημέρωση και πώς προδιαγράφεται το μέλλον για τα ΜΜΕ; Οι ειδικοί αναφέρουν…

«Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών»

Συνιδρυτής και διευθυντής του iMEdD*, και δημοσιογράφος με περισσότερα από 30 χρόνια εμπειρίας, ο Στρατής Τριλίκης έχει διατελέσει διευθυντής και αρχισυντάκτης σε τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς όπως και σε έντυπα μέσα, όντας στην… πρώτη γραμμή της ενημέρωσης. Με βάση και την εμπειρία του αλλά και τα όσα μελετά το ίδρυμα, περιγράφει κι αυτός την εικόνα που επικρατεί στις σχέσεις πολιτών και Μέσων στην καθημερινότητα και σημειώνει ότι δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις για την αποκατάσταση αυτών.

*Το iMEdD είναι ένας μη κερδοσκοπικός δημοσιογραφικός οργανισμός που ιδρύθηκε το 2018 με αποκλειστική δωρεά από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ). Αποστολή του είναι η ενίσχυση της διαφάνειας, της αξιοπιστίας και της ανεξαρτησίας στη δημοσιογραφία.

Συνέντευξη: Χρυσόστομος Τρίμμης

Όλοι μιλούν για έλλειψη εμπιστοσύνης. Είναι τελικά έλλειψη εμπιστοσύνης προς τα ΜΜΕ ή προς τους ίδιους τους δημοσιογράφους;

Θεωρώ ότι είναι αμφίπλευρη η έλλειψη η εμπιστοσύνης. Θα μπορούσε να μην είναι έτσι και να είναι η έλλειψη κυρίως προς τα Μέσα, ωστόσο πλέον έχουμε επιφορτιστεί κι εμείς οι δημοσιογράφοι αυτό το έλλειμα, εξαιτίας του ότι έχουμε συμβιβαστεί με την ιδέα το να μην είμαστε κύριοι και κυρίαρχοι του ρεπορτάζ και των ειδήσεων τα οποία φιλοξενούν τα Μέσα. Αυτό γίνεται έχοντας δεχθεί ως δημοσιογράφοι ή έχοντας αποσύρει οικειοθελώς την υπογραφή μας. Η έλλειψη υπογραφής στο οποιοδήποτε δημοσίευμα ανεξαρτήτως μέσου που το φιλοξενεί, είναι ένα στοιχείο που ενισχύει την έλλειψη εμπιστοσύνης στον αναγνώστη, αν είναι έντυπο γιατί στην τηλεόραση είναι κάπως διαφορετικά τα πράγματα. Αυτό γιατί στην πραγματικότητα νιώθει ότι δεν έχει ένα πρόσωπο αναφοράς το οποίο υπογράφει για να πάρει και την ευθύνη όσων λέει. Η έλλειψη υπογραφής είναι ίσως… ο πρώτος κόμπος ξηλώνοντας το πουλόβερ της εμπιστοσύνης.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι έχει εμπεδωθεί στη συνείδηση του μέσου ενημερωμένου πολίτη η ιδέα ότι υπάρχει μία διαπλοκή των εκδοτών και της όποιας εξουσίας.

Πώς ανατρέπεται αυτό;

Δεν είναι μονοσήμαντη η απάντηση. Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Πρέπει να γίνουν πάρα πολλά πράγματα. Ένα από τα πρώτα είναι να μπορέσουμε οι δημοσιογράφοι να κάνουμε ξανά δημοσιογραφία προς όφελος των πολιτών που σημαίνει όχι να παρακολουθούμε, να κρίνουμε ή να είμαστε διαβιβαστές των όσων συμβαίνουν σε επίπεδο εξουσιών, αλλά να κατέβουμε και ν’ αντιμετωπίσουμε, ν’ ακούσουμε, να περιγράψουμε, να καταγράψουμε ή ν’ αναδείξουμε προβλήματα που αφορούν τους πολίτες. Να εγκαταλείψουμε μία ελιτίστικη προσέγγιση που σε μεγάλο βαθμό έχει κυριαρχήσει στη συνείδηση των πολιτών. Θεωρεί ότι οι δημοσιογράφοι έχουν ένα ιδιαίτερο καθεστώς ασυλίας, ότι βρίσκονται σε ένα ιδιαίτερο περιβάλλον εύνοιας και αυτό τους δημιουργεί την αντίληψη της αποσύνδεσης. Γι’ αυτό και στράφηκαν τα τελευταία χρόνια προς τα social media θεωρώντας ότι δεν είναι αξιόπιστοι οι δημοσιογράφοι στις θέσεις της κοινωνίας.

Και είναι δυνατόν να θεωρούν αξιόπιστα τα social media;

Όχι, αλλά θεωρούν ότι έχουν λόγο μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον κάτι που δεν τους δίνεται συνήθως ούτε στην εφημερίδα, ούτε στην τηλεόραση, ούτε στο ραδιόφωνο. Νιώθουν ότι έχουν ένα κομμάτι της δημοκρατίας που τους ανήκει, ότι μπορούν κι αυτοί ν’ αρθρώσουν λόγο και να προβάλλουν τη δική τους οπτική για τα πράγματα, ισορροπώντας το κενό που νιώθουν από τους εκπροσώπους τους που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που έχουν θέσει σε μία… άτυπη συμφωνία μεταξύ πολιτών και δημοσιογράφων.

Σχολιασμός από τη μία στα social media και από την άλλη απάθεια και αδράνεια όμως, θα μπορούσε να πει κανείς…

Μα είναι ψεύτικη η αίσθηση αυτή. Η συμμετοχή στα social media για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης απέναντι στις ειδήσεις είναι μία ψευδαίσθηση γι’ αυτό οδηγήθηκε εκεί που οδηγήθηκε η συζήτηση σε σχέση με την αξία που έχουν τα social media για την ενημέρωση του πολίτη.

Μιλήσατε για δημοσιογραφία προς όφελος των πολιτών. Ποιος θα την πληρώσει αυτήν τη δημοσιογραφία;

Η δημοσιογραφία έχει πολύ υψηλό τίμημα, έχει ανάγκες. Πρέπει να πληρώνονται οι δημοσιογράφοι για να μπορούν να επιτελούν το έργο και τη δουλειά που θα κάνουν, όπως σε κάθε άλλο επάγγελμα. Αυτό είναι ένα ακόμη μεγάλο πρόβλημα, το ότι τα ηλεκτρονικά κατά βάση Μέσα, έφεραν μία νέα, διαφορετική αντίληψη στον κόσμο, και τα social media ήρθαν να το επιβεβαιώσουν, ότι η παροχή πληροφορίας είναι δωρεάν. Η πληροφορία έχει αξία και μάλιστα πολλές φορές πολύ μεγάλη. Υπάρχει και πολύς κόπος και πολλή δουλειά από πίσω και προκειμένου να τη θωρακίσεις και να την κάνεις αξιόπιστη, χρειάζεται να επενδύσεις πάνω στους ανθρώπους που δουλεύουν σ’ αυτό το περιβάλλον. Ένας άνθρωπος που εργάζεται πρέπει να επιβιώνει κιόλας, ανεξαρτήτως της δουλειάς που κάνει. Ποιος το πληρώνει αυτό; Αυτός που επενδύει στο περιβάλλον των ΜΜΕ. Αυτοί οι άνθρωποι στο παρελθόν τους αποκαλούσαμε εκδότες. Και τώρα εκδότες τους αποκαλούμε αλλά συνήθως κάνουν κι άλλες δουλειές και παρεμπιπτόντως εξυπηρετούν τις ανάγκες των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων έχοντας και ένα Μέσο επηρεασμού (και όχι ενημέρωσης) της κοινής γνώμης. Στο παρελθόν υπήρχαν «μαγαζιά» που έκαναν ενημέρωση, με εκδοτικούς φορείς, που ζούσαν μ’ αυτό και όλοι όσοι εργάζονταν σ’ αυτό το περιβάλλον. Σήμερα έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η πληροφορία και η πληροφόρηση είναι ένα δωρεάν προϊόν. Δεν είναι δωρεάν. Για να μπορέσει να εξασφαλίσει όποιος επιχειρεί σ’ αυτό το περιβάλλον τους μισθούς των υπαλλήλων του θα πρέπει να βρει τρόπους.

-Όπως;

Ένας είναι ο αυτονόητος και μη κατακριτέος, τα έσοδα από διαφημίσεις. Αλλά ούτε κι αυτό φτάνει. Οπότε όλοι υποπτευόμαστε ότι οι αμοιβές πρέπει να βρεθούν από άλλους πόρους και ο καθένας κάνει την υπόθεσή του και φτάνουμε και πάλι στην έλλειψη εμπιστοσύνης. Άρα οι αμοιβές των ανθρώπων που παρέχουν πληροφορία και κάνουν σωστά τη δουλειά τους είναι κάτι το οποίο πρέπει ν’ αποτελέσει κτήμα και των πολιτών, των αναγνωστών. Να ξέρουν ότι πρέπει να κάνουν συνδρομή, να πληρώσουν την εφημερίδα στο περίπτερο, να ξέρουν ότι ο άνθρωπος που υπογράφει με διάφανο τρόπο έχει μία αμοιβή που τον υποστηρίζει στην καθημερινότητά του και του δίνει τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τον ρόλο που έχει.

-Παίζει ρόλο το γεγονός ότι το επάγγελμα του δημοσιογράφου είναι ανοιχτό, με την έννοια ότι μπορεί να το ασκήσει και να επικαλεστεί την ιδιότητα αυτή ο οποιοσδήποτε;

Ναι, παίζει ρόλο. Η συνθήκη έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Έχω δει εξαιρετικούς δημοσιογράφους που προέρχονται από άλλους χώρους καθώς δεν υπήρχαν πανεπιστήμια τότε. Έλεγαν οι παλαιότεροι ότι τη δημοσιογραφία τη μαθαίνεις στο μάρμαρο. Τώρα δεν υπάρχουν μάρμαρα, υπάρχουν ψηφιακά περιβάλλοντα. Και συνδέεται αυτό με το αν θα πρέπει να προέρχονται από συγκεκριμένους χώρους και να έχουν εκπαιδευτεί ανάλογα, και άρα να θωρακίζουν και να προστατεύουν το περιβάλλον άσκησης του επαγγέλματος. Πλέον οι δεξιότητες που χρειάζεται κάποιος σήμερα είναι πολύ περισσότερες. Πρέπει να έχει εκπαιδευτεί όχι μόνο στις βασικές αρχές της δημοσιογραφίας, να ξέρει την ελληνική γλώσσα ή οποιαδήποτε άλλη στην οποία δημοσιογραφεί, αλλά να έχει πολύ περισσότερες δεξιότητες. Να μπορεί να αντιληφθεί και να διαβάσει δεδομένα, να δουλέψει με αυτά πάνω σε περιβάλλοντα ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας, να μπορεί να δουλέψει με την πολυμεσικότητα την οποία απαιτούν οι ψηφιακές πλατφόρμες. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη επένδυση, μορφωτική, για να μπορέσει να ανταπεξέλθει κάποιος στον ρόλο του δημοσιογράφου.

Αρκούν μόνο οι τεχνικές γνώσεις, ή χρειάζεται και μία εκπαίδευση όσον αφορά το ηθικό κομμάτι;

Πιστεύετε ότι οι φοιτητές των σχολών δημοσιογραφίας που διδάσκονται το μάθημα της Ηθικής, εξαιτίας αυτού του μαθήματος αποκτούν και ηθικές αρχές; Οι αρχές της δημοσιογραφίας δεν έχουν αλλάξει, ούτε πρόκειται ούτε πρέπει να αλλάξουν. Αυτό δεν χρειάζεται να έχει φοιτήσει κανείς σε σχολή δημοσιογραφίας. Αυτές οι αρχές είναι η Αλφαβήτα. Θα μπορούσε οποιοσδήποτε να τις μάθει και να τις υπηρετήσει αλλά θα χρειαστεί να επενδύσει πολύ περισσότερο χρόνο, πέρα από την πρακτική του σε ένα περιβάλλον ΜΜΕ. Θα πρέπει να συνεργαστεί σε πολύ περισσότερα επίπεδα και να έχει περισσότερες προσλαμβάνουσες σε σχέση με το παρελθόν. Πλέον χρειάζεται να επενδύσει πολύ περισσότερο χρόνο, κάτι που σημαίνει ότι η εξειδίκευση είναι πλέον αναγκαία, αν όχι απαραίτητη.

Στην έλλειψη εμπιστοσύνης, τι ρόλο παίζει το ότι οι πολίτες της περιφέρειας θεωρούν τα κεντρικά ΜΜΕ αθηνοκεντρικά;

Η δημοσιογραφία είναι ένα πολύ ακριβό… σπορ. Για να επενδύσεις και να μπορέσεις να καλύψεις με απόλυτο τρόπο το μεγάλο κέντρο της Αθήνας ή των μεγάλων πόλεων της χώρας με τα γεγονότα από τις αφορούν, και ταυτόχρονα και την υπόλοιπη περιφέρεια πρέπει να έχεις ανθρώπους, συνεργασίες και ανταποκριτές, με γνώση και άποψη από πρώτο χέρι για όσα συμβαίνουν στις κοινωνίες. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Τώρα ένας δημοσιογράφος από την Αθήνα στο γραφείο του προσπαθεί με ένα-δύο τηλέφωνα να πληροφορηθεί και να ενημερωθεί τι μπορεί να συμβαίνει στον Βόλο, χωρίς ποτέ να έχει επισκεφτεί την πόλη. Ταυτόχρονα, τα περιφερειακά τοπικά Μέσα δεν έχουν τη δυνατότητα της επιβίωσης. Αυτό δημιουργεί μία ασφυξία και ένα αδιέξοδο σε ό,τι αφορά τον τοπικό Τύπο. Στην πραγματικότητα τον περιθωριοποιούν, θέλοντας και μη, τα μεγάλα αστικά μέσα. Είναι ένα θέμα που μας προβληματίζει από την πρώτη στιγμή λειτουργίας του οργανισμού, για το πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε αξιόπιστα περιφερειακά Μέσα,να ενισχύσουμε τη δουλειά που κάνουν οι δημοσιογράφοι της περιφέρειας και να μπορέσουμε να δώσουμε σημασία και αξία στην πληροφορία που προέρχεται από την αποκομμένη πέραν της Αθήνας Ελλάδα. Δεν είναι πολύ εύκολα τα πράγματα.

Υπάρχει λύση σ’ αυτό;

Αυτό μπορεί να συμβεί με συνέργειες και συνεργασίες μεταξύ περιφερειακών μέσων και δημοσιογράφων κατά βάση, που θα πρέπει να μάθουν να συνεργάζονται και να δουλεύουν πάνω σε κοινά προβλήματα, τα οποία αφορούν την Περιφέρεια και δεν μπορεί να τα καλύψει το αθηνοκεντρικό σύστημα. Αυτό μπορεί να συμβεί για παράδειγμα με προβλήματα τα οποία έχουν να κάνουν με την επικαιρότητα, όπως για παράδειγμα με την ανομβρία και την ξηρασία των τελευταίων χρόνων. Θα μπορούσαν οι συνάδελφοι των τοπικών Μέσων να παράξουν έτσι περισσότερο περιεχόμενο για ένα κοινό πρόβλημα που αφορά την περιφέρεια στο σύνολό της.

 

 

 

Aπό τη δαιμονοποίηση των ΜΜΕ στην ενημέρωση της λεζάντας

Το επικοινωνιακό πεδίο αλλάζει τόσο ως προς το προσφερόμενο περιεχόμενο, όσο και ως προς τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι ανακαλύπτουν, χρησιμοποιούν, καταναλώνουν και αλληλεπιδρούν με τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας. Δεν βλέπουμε πια τηλεόραση με προσήλωση όπως παλαιότερα. Δεν διαβάζουμε εφημερίδες, και ούτε ακούμε ραδιόφωνο πέραν του αυτοκινήτου. Αντίθετα, ενημερωνόμαστε και ψυχαγωγούμαστε όλο και περισσότερο από το διαδίκτυο και τις ιστοσελίδες του.

Αυτά αναφέρει στο σχόλιό του για το βιβλίο του «Ανάμεσα σε 4 οθόνες» ο καθηγητής του τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ στο Εθνικό-Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Στέλιος Παπαθανασόπουλος, μιλώντας μας για τη στάση του κοινού, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την προτίμηση της ψυχαγωγίας αντί της ενημέρωσης, και τελικά φτάνοντας στην Ενημέρωση της Λεζάντας!

Συνέντευξη: Χρυσόστομος Τρίμμης

-Έχοντας διαπιστώσει μία δαιμονοποίηση των ΜΜΕ από την ελληνική κοινωνία, τι φταίει και ο κόσμος δεν τα εμπιστεύεται;

Στην ελληνική κοινωνία πάντα είχαμε μία δαιμονοποίηση των ΜΜΕ, κάθε φορά και το κυρίαρχο μέσο, είτε ήταν η εφημερίδα, ή το ραδιόφωνο και βεβαίως η τηλεόραση που την αποκαλούσαν «ο διάβολος στο σπίτι μας» με τις εξωτερικές κεραίες να παρουσιάζονται ως τα δαιμονικά κέρατα. Τώρα αυτό μεταφέρεται σταδιακά στο διαδίκτυο και στα ψηφιακά μέσα. Δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Αυτό βεβαίως στην Ελλάδα βοήθησε και η οικονομική κρίση, όταν και δαιμονοποιήθηκαν τα Μέσα.  Είμαστε δε και από τις λίγες χώρες που τα mainstream media τα αναφέρουμε και ως συστημικά Μέσα και όχι ως μεγάλης εμβέλειας, δίνοντάς τους μία πολιτική συνιστώσα, ή συμπαραδήλωση όπως αναφέρεται και σημειολογικά. Πάντοτε στην Ελλάδα υπήρχε μία στενή σχέση ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία-εξουσία, τα κόμματα και τα ΜΜΕ, γιατί ουδέποτε η ελληνική αγορά μπορούσε να υποστηρίξει όλα αυτά τα μέσα που υπήρχανε. Άρα τα Μέσα στην Ελλάδα δεν λειτουργούσαν με επιχειρηματικούς όρους και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία παράδοση στην Ελλάδα, που αντανακλούσε αφενός την πραγματικότητα αλλά και που ενίσχυε όλο αυτό το πλαίσιο, του ότι τα Μέσα στην Ελλάδα είναι όλα εξαρτημένα, έχουν άμεση σχέση με τον πολιτικό κόσμο, την εξουσία και την ηγεσία.

Όταν η πολιτική ηγεσία και η εξουσία βρίσκεται σε μία φθίνουσα πορεία απέναντι στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, αυτός που καταγράφει γι’ αυτά τα θέματα επωμίζεται κι αυτός το βάρος της αρνητικότητας. Είναι μία περίπλοκη και πολυσχιδής κατάσταση και θα προσθέσω το ότι αμφισβητούμε τα Μέσα γιατί νιώθουμε κατά βάθος ότι είμαστε πάρα πολύ εξαρτημένοι από αυτά. Από το Μέσο που νιώθουμε ότι είμαστε περισσότερο εξαρτημένοι, τόσο περισσότερο το κατηγορούμε παράλληλα, γιατί φοβόμαστε αυτήν την εξάρτηση.

-Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς όμως ότι αυτό λειτουργεί και ως άλλοθι για τον κόσμο, για να δείχνει συγκεκριμένη πολιτική συμπεριφορά και να δικαιολογεί τη δική του στάση.

Όλα αυτά συνδέονται κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους. Τώρα, το ποιο έχει περισσότερη βαρύτητα, είναι ένα άλλο θέμα. Στην πράξη υπάρχει μία τάση να αποδίδουμε τις ευθύνες σε κάποιον άλλον. Εμείς εκλέγουμε πχ τους πολιτικούς και παράλληλα τους κατηγορούμε γιατί τους εκλέξαμε και τα Μέσα μπαίνουν σ’ αυτήν τη διαδικασία. Κοιτούν τι ενδιαφέρει το κοινό, μιας και είναι επιχειρήσεις σε τελική ανάλυση. Το κοινό ενδιαφέρεται για celebrities και όταν πάμε να ψηφίσουμε εκλέγουμε αυτούς τους… τύπους και δεν στέλνουμε στη Βουλή ή στην Ευρωβουλή ανθρώπους που έχουν κάτι να προσφέρουν, αλλά εκλέγουμε αυτούς που νιώθουμε περισσότερο οικείους, δηλαδή ποδοσφαιριστές, ηθοποιούς και κάποιους πιο γνωστούς δημοσιογράφους. Στις περισσότερες περιπτώσεις για άτομα που δεν ξέρουν να κάνουν τίποτε άλλο, είτε ν’ ασκούν κριτική είτε να ερμηνεύουν κάποιο θεατρικό κομμάτι, ή να παίζουν μπάλα, με αποτέλεσμα να μην έχουν καμία πολιτική απόδοση και αποτελεσματικότητα και να λέμε ότι όλοι οι πολιτικοί είναι άθλιοι και άχρηστοι και παράλληλα τα Μέσα που αναφέρονται σ’ αυτούς.

-Αν ο κόσμος έβρισκε ένα Μέσο που προσέφερε καθαρή ενημέρωση βασισμένη αποκλειστικά και μόνο στα γεγονότα, θα το στήριζε;

Έχουν γίνει διάφορες απόπειρες και δυστυχώς εδώ έχουμε μία ακόμη υποκρισία του κόσμου και της ελληνικής κοινωνίας, και νομίζω ότι και σε άλλες χώρες ισχύει το ίδιο. Σε όσες προσπάθειες έχουν γίνει να είναι πιο σοβαρή και ποιοτική ενημέρωση, δεν έχει πάει ο κόσμος προς τα εκεί. Έγιναν προσπάθειες στον ιδιωτικό τομέα, ενώ στην ΕΡΤ με βάση το ότι έχει εξάρτηση από την εκάστοτε κυβέρνηση, στην ουσία ακυρώσαμε την ενημερωτική της εκροή. Προσπάθειες που έχουν γίνει κατά το παρελθόν από ιδιωτικούς φορείς για μία σοβαρή ενημέρωση, είδαν την τηλεθέασή του σε χαμηλά επίπεδα και αναγκαστικά οδηγήθηκαν σε άλλα μονοπάτια.

Η τρέλα με τα social media και οι ψυχαγωγικές πλατφόρμες

-Έχουμε και τα νέα Μέσα, τα social media

Επικρατεί μία τρέλα εδώ στην Ελλάδα όπως και σε άλλες χώρες. Θεωρούμε ότι ενημερωνόμαστε καλύτερα και πληρέστερα από τα social media, όπως δείχνουν διεθνείς έρευνες. Στην  ουσία μέσω των social media ενημερωνόμαστε από posts του ενός στον άλλο, που προέρχονται από τα Μέσα που τα θεωρούμε αναξιόπιστα. Δηλαδή από τα συστηματικά. Το δεύτερο είναι ο σχολιασμός, αλλά αυτό δεν είναι δημοσιογραφία και ενημέρωση, αλλά καφενείο.

-Στο διαδίκτυο έχουμε και τα «ανώνυμα» Μέσα, που δεν ξέρει κανείς από πού προέρχονται…

Η ανωνυμία βοηθάει πάντοτε να γράψεις ό,τι θέλει κανείς, αποφεύγοντας την ευθύνη της υπογραφής.

-Βλέπουμε παράλληλα μία ιδιαίτερη άνοδο όσον αφορά τις συνδρομητικές πλατφόρμες με καθαρά ψυχαγωγικό περιεχόμενο. Τελικά μήπως ο κόσμος δεν θέλει να ενημερώνεται και προτιμά μέσω των Μέσων απλά να ψυχαγωγείται και να διασκεδάζει;

Υπάρχει αυτή η τάση. Παρατηρούμε ότι η ενημέρωση έχει χάσει την εμπορική της αξία κατ’ εμέ. Η έλευση όχι αυτών των πλατφορμών αλλά άλλων όπως οι πύλες αναζήτησης ή το διαδίκτυο στο οποίο στράφηκαν όλοι αναφανδόν και χωρίς σκέψη, καθώς αναπτύχθηκε και διαδόθηκε πολύ γρήγορα, το αποτέλεσμα ήταν η παροχή δωρεάν ενημέρωσης. Εκεί που δίναμε 1-2 ευρώ για ν’ αγοράσουμε μία εφημερίδα, πλέον αυτό έχει καταργηθεί. Εάν βάλουν τα ψηφιακά Μέσα, ή οι ψηφιακές εκδοχές των εφημερίδων βάλουν κάποια συνδρομή, τα λεγόμενα pay walls, θα δείτε ότι δεν θα έχει μεγάλη επιτυχία. Αλλά και να το βάλει κάποιο Μέσο, θα πάει κανείς σε ένα άλλο και θα βρει την ίδια ενημέρωση δωρεάν.  Ουσιαστικά υπάρχει μία τάση απαξίωσης της ενημέρωσης, και ιδίως της εμπορικής της εκδοχής. Πάντοτε η ενημέρωση είχε μία εμπορική διάσταση του «σου παρέχω ένα προϊόν που έχει μία αξία» και αυτή η έννοια έχει απαξιωθεί.

Ένα ακόμη στοιχείο είναι το ότι επειδή κατακλυζόμαστε από παντού με πληροφορίες, που πλέον έρχονται και στο κινητό μας και δεν χρειάζεται να πάμε στα περίπτερα για εφημερίδες, νιώθουμε μπουχτισμένοι…

-Μας απωθεί δηλαδή η υπερπληροφόρηση…

Όντως, και σε συνδυασμό με όλα τα άλλα που προανέφερα και έρχονται τώρα οι streaming πλατφόρμες με ψυχαγωγικό περιεχόμενο, που αποτελεί ουσιαστικά διαδικτυακή τηλεόραση. Ωστόσο η διαφορά με τη συμβατική τηλεόραση είναι ότι ο θεατής θα δει αυτό που θέλει, όταν θέλει και όπως θέλει. Προσωποιείται ουσιαστικά η τηλεθέαση. Δεν έχει τη ροή της παραδοσιακής τηλεόρασης στο πρόγραμμά της. Προσωπικά θεωρώ ότι η ροή προγράμματος, είναι η τελευταία δημιουργική πράξη της παραδοσιακής τηλεόρασης. Μετά από αυτό έρχεται το video club σε διαδικτυακή μορφή.

To είδαμε και στο ERTFLIX αυτό, και από την άλλη δεν μοιάζει τυχαία η επιλογή της προηγούμενης διοίκησης της ΕΡΤ να επενδύσει στη μυθοπλασία…

Νομίζω ότι ήταν η πιο πετυχημένη προσπάθεια και απόπειρα της, εδώ και 40 χρόνια. Εδώ πρέπει να δώσουμε τα εύσημα στους ανθρώπους της Δημόσιας Τηλεόρασης και στον πρώην πρόεδρο, Κωνσταντίνο Ζούλα που στην ουσία ανέπτυξε αυτό το πλάνο.

-Προκαλεί εντύπωση όμως το ότι ενώ την προηγούμενη δεκαετία είχε προκληθεί μία μεγάλη συζήτηση για την υποβάθμιση των ειδήσεων επειδή είχαν μειωθεί οι σελίδες των εφημερίδων, από την άλλη βλέπουμε αυτή την υπερπληροφόρηση από τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ.

Ναι, γιατί η κατανάλωση της ενημέρωσης, πέραν του οπτικοακουστικού περιεχομένου, φεύγει από τις εφημερίδες. Αλλάζει η διανομή της ενημέρωσης.  Σε μία εποχή με υπερπληθώρα Μέσων, πχ στην Ελλάδα έχουμε δύο χιλιάδες media outlets, δηλαδή ενημερωτικές εκροές. Στην ουσία, σ’ αυτό που πρέπει να στραφούμε είναι σε brands που τους αποδίδουμε μία αξιοπιστία. Εκεί θα γίνει… παιχνίδι τα επόμενα χρόνια, και κόσμος θα στραφεί σ’ αυτά.

-Βλέπουμε όμως πλέον ότι νεαρότερα ηλικιακά άτομα δεν μπαίνουν καν στη διαδικασία να διαβάσουν ένα άρθρο αλλά αρκούνται στον τίτλο και στη φωτογραφία, μέσω social media

Αυτή είναι μία άλλη γενιά, η γενιά των νεότερων social media. Η γενιά του Instagram και του TikTok. Είναι η γενιά που ενημερώνεται όπως είπατε από την εικόνα, τον τίτλο, άντε και τη λεζάντα. Αυτό αναμένεται να επιδράσει βαθύτατα στον τρόπο με τον οποίο θα παρέχεται η ενημέρωση μέσα στην επόμενη δεκαπενταετία. Αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν μαθαίνοντας αυτόν τον τρόπο για να ενημερώνονται, οπότε και θα έχουμε και την Ενημέρωση της Λεζάντας. Στη μετάβαση αυτή και οδεύοντας από την Κοινωνία της Πληροφορίας σε μία Κοινωνία Πληρωμών, πληρώνοντας για ό,τι είχαμε κάποτε δωρεάν, θα νοσταλγήσουμε τα Μέσα που έχουμε μέχρι τώρα, της λεγόμενης αναλογικής εποχής. Αν δείτε, ήδη ο δημόσιος διάλογος περιορίζεται σε tweet, σε like και η σχέση μας με τον πραγματικό κόσμο φθίνει και γίνεται ολοένα και πιο απόμακρη, με αποτέλεσμα να μεσουρανούν τα fake news. Υπήρχαν και παλαιότερα, αλλά τώρα μεσουρανούν ολοένα και περισσότερο, και εμείς το κοινό είμαστε θεατές εκ συστήματος, μία ζαλισμένη αγέλη όπως είχε πει και ο Φίλιπ Γκλας στο παρελθόν, και μετατρεπόμαστε σε ένα κοινό της τρίλεπτης προσοχής και των 280 χαρακτήρων, ούτε καν λέξεων…

-Υπάρχει μέλλον για τα ενημερωτικά ΜΜΕ;

Δεν νομίζω ότι μπορούμε να κοιμηθούμε ανενημέρωτοι. Άρα, υπ΄ αυτήν την έννοια, υπάρχει μέλλον. Αυτό που δεν έχει μέλλον είναι αυτή η υπερπροσφορά που γίνεται και που οδηγεί και σε μία ακύρωση των ίδιων των Μέσων. Η αγορά δεν μπορεί να τα καλύψει όλα. Πόση ενημέρωση θα καταναλώσουμε και εκεί πρέπει να στραφούμε. Παράγουμε περισσότερη ενημέρωση απ’ όση μπορούμε να καταναλώσουμε. Ακόμη και οι ψηφιακές ψυχαγωγικές πλατφόρμες έχουν πολύ περιεχόμενο αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι όλο κάτι το φοβερό ή ποιοτικό. Το ERTFLIX από την άλλη έχει ένα περιεχόμενο αλλά δεν είναι και ατελείωτο.

Να μείνω λίγο στις πλατφόρμες. Πχ το Netflix έχει τόσο μεγάλη ποσότητα προγράμματος, που αν άλλες εγχώριες πλατφόρμες πχ Cosmote-Νοva δεν είχαν το περιεχόμενο του ποδοσφαίρου δεν θα μπορούσαν ν’ ανταγωνιστούν αυτούς τους «γίγαντες». Ήδη κάποιες ψυχαγωγικές πλατφόρμες κοιτούν και προς τις ζωντανές αθλητικές μεταδόσεις. Άλλωστε ήδη από το 1985 ο Ρούπερτ Μέρντοχ έλεγε ότι το ποδόσφαιρο είναι το νούμερο 1 της συνδρομητικής τηλεόρασης.

 

 

 

«Πρέπει ν’ αλλάξουν πράγματα για την καθημερινή ενημέρωση των πολιτών»

Καθημερινή η επαφή σχεδόν για όλους τους πολίτες με τη διαδικασία της ενημέρωσης, είτε μέσω εφημερίδων, ή με τα τηλεοπτικά κανάλια και το ραδιόφωνο, ή μέσω του διαδικτύου που έχει πλέον κυριαρχήσει. Τα κακώς κείμενα φυσικά σ’ αυτήν την καθημερινή διαδικασία δεν λείπουν. Αλλά τελικά ποιος φέρει την ευθύνη;

Τα ΜΜΕ; Οι δημοσιογράφοι; Το σύστημα; Το κοινό; Έχοντας εργαστεί και ως δημοσιογράφος στο παρελθόν, ο πρώην πρόεδρος του τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ, και νυν κοσμήτορας της Σχολής Κοινωνικών και Οικονομικών Επιστημών, Χρήστος Φραγκονικολόπουλος σημειώνει ότι χρειάζονται αλλαγές αλλά και ουσιαστική συζήτηση, ώστε η ενημέρωση να είναι αυτή που πρέπει.

Συνέντευξη: Χρυσόστομος Τρίμμης

-Τελικά ο κόσμος και οι πολίτες εμπιστεύονται τα ΜΜΕ;

Η αλήθεια είναι ότι ενώ η μεγάλη, συντριπτική πλειοψηφία κάθεται και παρακολουθεί ειδήσεις και ένα πολύ μεγάλο ποσοστό παρακολουθεί ενημερωτικές και πολιτικές εκπομπές, σε όλες τις έρευνες που έχουν γίνει φαίνεται ότι δεν εμπιστεύονται τα ΜΜΕ. Είναι αυτή η αντίφαση που σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι, γιατί κανείς κάθεται και παρακολουθεί τηλεόραση; Για να βρίζει;

-Για ποιον λοιπόν λόγο το κάνει;

Τα ΜΜΕ όπως και το δικαστικό σώμα, η αστυνομία και το πολιτικό σύστημα, τα τελευταία δέκα χρόνια παρατηρούμε ότι έχουν τεράστια έλλειψη εμπιστοσύνης, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλον τον κόσμο. Αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης καταγράφεται στο 50% σχεδόν των πολιτών, αριθμός που δεν είναι καθόλου μικρός.

Βρισκόμαστε σε μία μεταβατική περίοδο όπου οι λύσεις που αναζητά το πολιτικό σύστημα αλλά και εμείς δεν φαίνονται πουθενά στον ορίζοντα και δεν φαίνονται γιατί τα προβλήματα είναι σύνθετα και τεράστια. Οι πολιτικοί δεν τα αντιμετωπίζουν από μόνοι τους και ζητούν τη βοήθεια εξωθεσμικών παραγόντων όπως σύμβουλοι ή οργανισμοί. Αλλά και από εκεί και δεν φαίνονται λύσεις. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχει γίνει μία σοβαρή συζήτηση τόσο από το πολιτικό σύστημα όσο και από τα ΜΜΕ, για το κόστος που έχει αυτή η μεταβατική περίοδος και το ποιος θα το πληρώσει αυτό. Υπάρχουν θέματα όπως η κλιματική κρίση που λέγεται ότι το 2050 θα κοστίσει 478 δις ευρώ. Υπάρχει το δημογραφικό, και δεν ξέρουμε με ποιους όρους το συζητάμε. Γίνονται επιφανειακές συζητήσεις. Οι πολιτικοί θεωρούν ότι δεν χρειάζεται να μιλήσουν και πολύ, λένε τι κάνουν και ζητάνε εμπιστοσύνη και ψήφο. Έχουμε τον πόλο των «ορθολογιστών» που ζητούν ψήφο, υποστηρίζοντας ότι θα δώσουν λύσεις, οπότε περιορίζεται ο χώρος για συζητήσεις και υπάρχει και ο πόλος των «λαϊκιστών» που λένε ότι όλα έχουν να κάνουν με την ελίτ και ζητούν ψήφο δηλώνοντας κοντά στους πολίτες. Ούτε εκεί υπάρχει χώρος για συζήτηση.

Εφόσον δεν αναπτύσσεται αυτή η συζήτηση και εφόσον προβάλλονται συγκεκριμένες απόψεις, χάνεται και η εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα αλλά και προς τα ΜΜΕ που προβάλλουν αυτές τις απόψεις. Τα ΜΜΕ πέρα από το ότι πρέπει να έχουν αρκετή ενημέρωση και πληροφόρηση και από το πολιτικό σύστημα, μπορούν να έχουν και από μη κρατικούς δρώντες. Αλλά δεν βλέπουμε να πηγαίνουν προς τα εκεί οι δημοσιογράφοι. Στέκονται έξω από το Μαξίμου και λένε πχ για την κλιματική κρίση, λες και το Μαξίμου μπορεί να δώσει απάντηση σ’ αυτό το θέμα;

-Μήπως όμως και ο κόσμος δεν θέλει εναλλακτικές πληροφορίες;

Δεν έχει να κάνει με την προτίμηση του κόσμου. Έχει από τη μία να κάνει με τις δημοσιογραφικές νόρμες και πρακτικές και τα δομικά στοιχεία-προβλήματα μέσα στα οποία λειτουργούν οι δημοσιογράφοι.

Ένας δημοσιογράφος και όρεξη να έχει πώς να το κάνει, με 600-700 ευρώ τον μήνα, και που θα το κάνει; Είμαστε πολύ πίσω στην Ελλάδα στην αναλυτική-κριτική δημοσιογραφία βασισμένη σε γεγονότα. Για να βρει κανείς τέτοια δημοσιογραφία πρέπει να ψάξει κανείς αρκετά για να μείνει πλήρως ικανοποιημένος.

-Όλο αυτό που προβάλλεται μέσω και του διαδικτύου και με δεδομένη την έλλειψη ικανότητας του κοινού να ξεχωρίσει κάποια πράγματα, μήπως δημιουργούνται συνθήκες παραπληροφόρησης, εφόσον το κοινό δεν μένει ικανοποιημένο από την πρώτη εικόνα;

Βεβαίως. Όλα αυτά τα κενά δημιουργούν το έδαφος για να μπορέσει κάποιος να το εκμεταλλευτεί. Δείτε τι έγινε με τον Τραμπ στην Αμερική που είχε υποστηρίξει ότι μετανάστες έτρωγαν γάτες και σκύλους. To 50% των ψηφοφόρων του Τραμπ, το έχαψε! Υπάρχει και ανάγκη σε μία εποχή αβεβαιότητας και ανασφάλειας να καταφεύγεις και σε υπεραπλουστευτικές ερμηνείες, που κάνουν κάποιον να νιώθει καλά, αλλά προσωπικά πιστεύω ότι οι δημοσιογράφοι του σήμερα πρέπει ν’ αλλάξουν λίγο και δεν αρκεί να παίρνουν τις πληροφορίες τους μόνο από το πολιτικό σύστημα, γιατί ουσιαστικά αυτό το σύστημα λέει τι να πουν και τι και πώς να αναπαράγουν.

Πρέπει επίσης ν’ αλλάξουν οι συνθήκες εργασίας των δημοσιογράφων και να εμπιστευτούν αυτοί που έχουν τα κανάλια ενημέρωσης τη ικανότητα των δημοσιογράφων και την όρεξη να παράγουν ανεξάρτητο ερευνητικό ρεπορτάζ για να έχει ο κόσμος μία σφαιρική ενημέρωση που θα στηρίζεται σε γεγονότα. Οι δημοσιογράφοι, αν το κάνουν αυτό τα ΜΜΕ, θα δείξει ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου και οι πολίτες, αλλά θα αυξηθεί και η βούλησή τους να συμμετέχουν στην επίλυση των προβλημάτων. Αυτό που απουσιάζει από τη σημερινή κοινωνία δεν είναι η δημοκρατία. Έχουμε κόμματα, ψηφοφορίες… Δεν υπάρχουν όμως εκείνες οι διαδικασίες που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν διαβουλευτικές στρατηγικές συζητήσεις, στις οποίες θα συμμετέχουν και το πολιτικό σύστημα, και οι δημοσιογράφοι, και οι πολίτες, και τα κόμματα και οι ΜΚΟ και η κοινωνία όλη.

-Ο κόσμος θα αρκεστεί στα γεγονότα; Ή θα υποστηρίξει ότι δεν είναι αυτά και δεν θα αρκεστεί ή και θα τα δει και από μία δική του οπτική;

Πάντα θα υπάρχουν αυτοί που αμφισβητούν. Από την άλλη βέβαια, ζούμε και σε κοινωνίες που είναι εξαιρετικά τυχερές. Ακόμη και τώρα είναι σε καλύτερο επίπεδο σε σχέση με άλλες χώρες, που ο άνθρωπος δεν είχε ζήσει εκατομμύρια χρόνια. Οπότε όταν κάτι μας αναστατώνει, μας ενοχλεί και χαλάει την κανονικότητα και την καθημερινότητα, θέλουμε να μην πιστέψουμε στα γεγονότα και να πούμε για ένα θέμα ότι δεν το χειρίστηκε σωστά ο τάδε ή ο δείνα, μήπως και τελικά βρεθεί σ’ αυτό το χρονικό διάστημα λύση. Αλλά θεωρώ ότι χρειάζεται η διαβούλευση αυτή, η οποία πρέπει να έχει και στρατηγικό χαρακτήρα για την αντιμετώπιση όλων των θεμάτων.

Δεν μπορεί η δημοσιογραφία να είναι copy paste. Αυτό είναι και ένα στοιχείο που οδηγεί σε έλλειψη εμπιστοσύνης. Όταν κάποιος παίρνει μία εφημερίδα ή βλέπει ένα δελτίο ειδήσεων θέλει να δει ή ν’ ακούσει κάτι διαφορετικό. Ενώ βλέπει όλο τα ίδια και τα ίδια. Υπάρχει μία αναπαραγωγή. Ας τους εμπιστευτούν να κάνουν κάτι το διαφορετικό, έχοντας τον χώρο και τον χρόνο, κάτι διαφορετικό από το συνηθισμένο και όχι αναπαραγωγή δελτίων Τύπου, non paper και απόψεις πολιτικών.

-Μήπως ο κόσμος αρκείται όμως σε μία τέτοια κατάσταση;

Μπορεί τελικά να είναι και αδιάφορος. Βλέπουν reality show και σειρές σε συνδρομητικές πλατφόρμες. Υπάρχουν όμως παραγωγές σοβαρής ερευνητικής δημοσιογραφίας, αλλά δεν κάνουν τον κόπο να τα δούνε ή να τα διαβάσουν.

-Γιατί;

Αυτό είναι ένα θέμα. Ίσως κακοφανεί σε κάποιους, αλλά είμαστε κοινωνίες κακομαθημένες. Στεκόμαστε με πολύ σκεπτικισμό απέναντι σε ό,τι μας χαλάει την καθημερινότητα. Υπάρχει βέβαια και ένα άλλο κομμάτι κοινωνιών που είναι με τους… χαμένους της παγκοσμιοποίησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άνθρωποι που είχαν μία σταθερή ταυτότητα και ένα σταθερό εισόδημα που τα έχασαν. Έχουν ρημάξει βιομηχανίες και επιχειρήσεις, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά παντού. Είναι άνθρωποι άνω των 45 ετών που ψάχνουν να βρουν δουλειά και ακούνε περί τεχνολογίας κτλ και αναρωτιούνται ποιος θα τους δώσει τη χαμένη τους ταυτότητα. Είναι πολύ μακριά από τη δική τους πραγματικότητα κάποια πράγματα.

Παράδειγμα ο ΣΥΡΙΖΑ, που έναν χρόνο τώρα τσακώνονται εκεί. Έχουμε δει πράγματα που κάνουν να κλαίνε ή να γελάνε. Αυτό είναι πολύ μακριά από την καθημερινότητα των Ελλήνων, και στο τέλος δεν θ’ ασχοληθούν με την υπόθεση. Αλλά τα κανάλια ή εφημερίδες ασχολούνται μόνο με αυτό! Γιατί να κάνει ο άλλος τον κόπο να δει ή να διαβάσει κάτι γι’ αυτό; Άλλο παράδειγμα ο νόμος για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. Εάν θυμάστε, για 3-4 μήνες η όλη συζήτηση στα ΜΜΕ είχε να κάνει με το ποιος θα ψηφίσει και ποιος όχι το νομοσχέδιο στη Βουλή. Συζήτηση για το θέμα αυτό καθ’ αυτό δεν έγινε. Όπως και για το θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Είναι πολύ επιφανειακή και ρηχή ανάλυση και συζήτηση. Με στενοχωρεί πάρα πολύ το γεγονός που νεαροί δημοσιογράφοι που είναι στο φόρτε τους δεν το συνειδητοποιούν αυτό για να δώσουν γραμμή να γίνει κάτι άλλο. Η δημοσιογραφία όπως και ένα σωρό επαγγέλματα σ’ αυτήν τη ζωή είναι θέμα επιλογής. Αν δεν σου αρέσει αυτό που συμβαίνει ή παλεύεις και το αλλάζεις ή φεύγεις και κάνεις κάτι άλλο. Θέλει να είναι κάποιος μέσα του καθαρός συνειδησιακά;

-Δεν γίνεται καμία προσπάθεια;

Υπάρχουν αξιόλογες πρωτοβουλίες δημοσιογράφων που με τον καιρό θα φανούν. Όσο αυξάνεται η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τα παραδοσιακά ΜΜΕ αυτές θα φαίνονται. Υπάρχουν και κινήσεις στη Δημόσια Τηλεόραση και εκπομπές που δείχνουν το παράδειγμα. Είναι mindset-αντίληψη. Εμείς ακόμη ζούμε, πιστεύοντας ότι το πολιτικό σύστημα ξεκινάει και εξαντλείται στο Μαξίμου. όμως κανείς δεν ξέρει που εξαντλείται. Υπάρχουν σύνθετα θέματα που κάποιοι πρέπει να τα πουν και να τα γράψουν αυτά. Αλλά χρειάζονται χώρο και χρόνο για να τα κάνουν αυτά.

 

 

 

Πηγή: Περιοδικό Volos City του Ομίλου Καρεκλίδη

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.