Οι Μικρασιάτες προσφυγές κατόρθωσαν ν’ αναστήσουν στην νέα πατρίδα τον πολιτισμό τους, αναβιώνοντας τα ήθη και τα έθιμα, που ως άυλο θησαυρό, μετέφεραν από τις χαμένες πατρίδες.
Η αισιοδοξία, η δημιουργικότητα, η δυναμικότητα, το ανήσυχο και ευφάνταστο πνεύμα τους σε συνάρτηση με το γεγονός ότι οργανώθηκαν σε ομοιογενείς κοινότητες, δηλαδή σε κοινότητες με κοινή καταγωγή, κοινές μνήμες και ενιαία πολιτισμική ταυτότητα από την πρώτη στιγμή που έφτασαν στην Ελλάδα ήταν τα βασικά συστατικά για την επιβίωση και την ανάδειξη ενός πολιτισμού που μέσα στη δύνη της μικρασιατικής καταστροφήςθα ήταν πολύ εύκολο να χαθεί. Αντιθέτως τα ισχυρά πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους και η αγάπη για την χαμένη πατρίδα στην ανατολή, τους βοήθησαν να επιβιώσουν και να αναγεννηθούν στην νέα πατρίδα.
Με τη δημιουργία λοιπόν του συνοικισμού στην περιοχή του Ξηρόκαμπου του τότε Δήμου Παγασσών, πάνω από τη γέφυρα του χείμαρρου Κραυσίδωνα, την εγκατάστασή τους στα σπιτάκια των 20 τ.μ., τα ήθη και τα έθιμα της χαμένης πατρίδας ξαναζωντανεύουν. Αποτελούν τη «σφραγίδα» της περιοχής και συμβάλλουν στην ενδυνάμωση των προσφύγων, στην καλλιέργεια των μεταξύ τους σχέσεων (αφού επρόκειτο για πρόσφυγες από διάφορες περιοχές της Μικρασίας) αλλά και στην σταδιακή αποδοχή τους από τους ντόπιους κατοίκους.
Φτάνοντας η περίοδος της Αποκριάς πλέον του 2026, θα προσπαθήσουμε, ανατρέχοντας στη βιβλιογραφία και σε μνήμες μελών του συλλόγου μας, να θυμηθούμε ήθη και έθιμα της Αποκριάς της περιοχής της Σμύρνης, πριν την καταστροφή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο γιόρταζαν οι Μικρασιάτες προσφυγές της Νέας Ιωνίας αυτήν την εποχή.
Οι Απόκριες στη Σμύρνη (1)
Από προφορικές μαρτυρίες Μικρασιατών προγόνων μας, που επιβεβαιώνονται από το πόνημα του Δημήτρη Αρχιγένη «Λαογραφικά Γ΄- Η ζωή στη Σμύρνη», μας γίνεται γνωστό ότι την περίοδο των Αποκριών τα σοκάκια της Σμύρνης και κάθε περιοχής της Ερυθραίας ζούσαν στο ρυθμό μια ξέφρενης γιορτής που ήταν άμεσα συνυφασμένη με τον εξωστρεφή και δοτικό χαρακτήρα των ρωμιών κατοίκων της και την διάθεσή τους να διασκεδάσουν αλλάζοντας ρόλους, να ξεφύγουν από τον εαυτό τους και την καθημερινότητα και με ζεβζεκές (ανοησίες) να διακωμωδήσουν ανθρώπινες συμπεριφορές, κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις προκαλώντας το γέλιο και την ψυχική ανάταση.
Εκείνες τις Κυριακές του Τριωδίου οι δρόμοι γεμίζαν με τους λεγόμενους κουδουνάτους. Κουδουνάτους αποκαλούσαν τους καρναβαλιστές. Και αυτό γιατί τα παλιά χρόνια, πέραν της περίεργης περιβολής τους, φορούσαν και κουδούνια. Τα κουδούνια με τα χρόνια σταμάτησαν να τα φοράνε αλλά ωστόσο η ονομασία επικράτησε. Κατέβαιναν από τους ακριανούς μαχαλάδες στα κεντρικά σοκάκια της Σμύρνης κρατώντας ροκάνες. σφυρίχτρες και τσαμπούρνες για να κάνουν θόρυβο, να ενοχλήσουν, να περιπαίξουν.
Για να θεωρηθεί κάποιος κουδουνάτος θα έπρεπε τουλάχιστον να έχει κρύψει το πρόσωπό του με κάποια μουτσούνα ή με μια κοντή μάσκα ή ακόμη να έχει πασαλειφθεί με φούμο ή αλεύρι, φορώντας και τα ανάλογα κουδουνίστικα ρούχα.
Οι μουτσούνες είχαν συνήθως την μορφή ανθρώπου κακομούτσουνου ή ζώου, καλύπταν συνήθως όλο το πρόσωπό και τις έφτιαχναν χρησιμοποιώντας την τεχνική του χαρτοπολτού. Τις πουλούσαν στα ψιλικατζίδικα, στα μπαρμπέρικα και σε άλλα μαγαζιά.Υπήρχαν όμως και οι όμορφες μάσκες, οι λεγόμενες ευρωπαϊκές που πωλούνταν σε καταστήματα του φραγκομαχαλά.
Τα κουδουνίστικα ρούχα, ο απλός, λαϊκός κόσμος τα νοίκιαζε από τα βεστιάρια των θιασαρχών της Σμύρνης ενώ οι οικονομικά ευκατάστατοι τα αγόραζαν ή τα έραβαν.
Τρεις χαρακτηριστικοί κουδουνάτοι που κάθε χρόνο έκαναν την εμφάνισή τους στα σοκάκια της Σμύρνης ήταν:
Ο Ξυλοπόδαρος, δηλαδή ένας κουδουνάτος, που περπατούσε με τα πόδια του στηριγμένα επάνω σε ξύλινα μακριά δεκανίκια. Για να μην φαίνονται φορούσε μακρύ κόκκινο παντελόνι δίνοντας την εντύπωση στο θεατή ότι έχει μακριά κανιά (ποδάρια). Ήταν συνήθως Ρομά και συνοδεύονταν από ακόμη δύο. Ό ένας χτυπούσε ένα τύμπανο και ο άλλος μάζευε τους παράδες (τα χρήματα ) που τους κερνούσαν.
Το Γαϊτανάκι του Γιάνκου Λούπου, δηλαδή ένα μακρύ κοντάρι βαμμένο στριφτά με κόκκινη, άσπρη και πράσινη ρίγα που από την κορυφή του κατέβαιναν δώδεκα κορδέλες. Την καθεμιά από αυτές κρατούσε ένα κουδουνάτος. Ένας άλλος κρατούσε γερά το κοντάρι ενώ ένας δεύτερος με ένα οργανάκι έπαιζε μουσική. Όσο έπαιζε η μουσική οι έξι κουδουνάτοι χόρευαν πηγαίνοντας σε αντίθετη κατεύθυνση με τους άλλους έξι. Κάθε φορά που αντάμωναν κάνανε και μια βόλτα ο ένας τριγύρω από τον άλλον. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι κορδέλες που κρατούσαν έπλεκαν γύρω από το κοντάρι μια ψάθα. Όταν η ψάθα έφτανε χαμηλά χόρευαν με αντίθετη φορά για να την ξεμπλέξουν .
Η καμήλα με τα ωραία μεταξωτά βρακιά, ραμμένα με τέτοιο τρόπο που να σκεπάζουν όλο της το κορμί. Στο κεφάλι της φορούσε ένα καπέλο με φτερά στρουθοκαμήλου και στο λαιμό της χάντρες και κουδούνια. Επάνω στην καμπούρα της καθότανε ένας κουδουνάτος που έπαιζε τουμπερλέκι. Πίσω από την καμπούρα ήταν στερεωμένο ένα ψιλό τρίγωνο με πολλές σειρές κουδούνια. Ένας άλλος κουδουνάτος την οδηγούσε τραβώντας τα γκέμια και καθώς εκείνη κινούταν αργά και νωθρά χτυπούσαν τα κουδούνια, καλώντας τον κόσμο να τη θαυμάσει.
Μεγάλη εντύπωση έκανε και η παρέλαση με τις καρότσες. Επρόκειτο για κάρα που νοίκιαζαν παρέες πλουσίων νεαρών. Μασκαρεμένοι τις φόρτωναν με κορδέλες (σερμπατίνες), σοκολάτες, μπισκότα, μαντολάτα, μπουκετάκια λουλουδιών και τσουβάλια με πεταλάκια (κομφετί) και περιδιαβαίνανε στα σοκάκια των αριστοκρατικών συνοικιών. Όταν περνούσαν οι καρότσες, οι κοπελιές έβγαιναν στα παραθύρια ρίχνοντας στους νεαρούς κορδέλες και πεταλάκια κι εκείνοι με τη σειρά τους του πετούσαν λουλούδια και λιχουδιές ενώ κάποιες φορές άφηναν και ένα ζευγάρι λευκά περιστέρια προς το παραθύρι της αγαπημένης τους.
Το γλέντι της Αποκριάς δεν έστεκε μόνο στους δρόμους και τα σοκάκια της Σμύρνης αλλά συνεχιζόταν στις μεγάλες σάλες των λεσχών και στα μικρά σπίτια των μαχαλάδων με μουσική και εδέσματα που επέβαλε η καθεμιά από τις τρεις εβδομάδες του Τριωδίου.
Με αυτές τις μνήμες, τις συνήθειες, τις εικόνες, ήθη και έθιμα της Αποκριάς έφτασαν τον Σεπτέμβρη του 1922 οι Μικρασιάτες προσφυγές στον Βόλο.
Το «μαύρο κύμα» που έσκασε στην παραλία του Βόλου από την Ανατολική πλευρά του Αιγαίου, όπως περιέγραφε την άφιξη των προσφυγών, σε άρθρο του στην εφημερίδα «Θεσσαλία», ο Τάκης Οικονομάκης, στις 19 Σεπτεμβρίου 1922, είχε φως, το φως ενός ισχυρού πολιτισμού, που αναβίωσε όταν οι μικρασιάτες ως μια ομοιογενής κοινότητα κατοίκησαν τα πρώτα σπίτια του συνοικισμού, λύνοντας το βασανιστικό πρόβλημα της στέγης.


Οι Βεγγέρες, τα μαγειρέματα και τα μασκαρέματα στο συνοικισμό της Νέας Ιωνίας (2)
Καθ΄ όλη τη διάρκεια της Αποκριάς, από την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου έως την Κυριακή της Τυρινής και την Καθαρά Δευτέρα ο συνοικισμός του Ξηροκάμπου και μετέπειτα Δήμος Νέας Ιωνίας Βόλου ζούσε μια γιορτή.
Μπορεί να έλειπαν οι παρελάσεις με τις καρότσες, τα αυτοσχέδια δρώμενα και οι χοροί στις στολισμένες σάλες των ξενοδοχείων και των λεσχών αλλά υπήρχε η αλληλεγγύη, η ενσυναίσθηση και η ανάγκη να μην ξεχαστούν οι ρίζες.
Έτσι λοιπόν κάθε βραδύ, τις μέρες του Τριωδίου, πολλοί ήταν αυτοί που μασκαρεύονταν, ξαναζωντανεύοντας το έθιμο των κουδουνάτων.
Συνήθως οι άντρες ντύνονταν γυναίκες, οι γυναίκες άντρες – βαρύμαγκες, οι νιές γριές και οι γριές νιες. Άλλες πάλι ντύνονταν τσιγγάνες και άλλοι γύφτοι που έσερναν μαζί τους μια αρκούδα (δηλαδή κάποιον ντυμένο μια προβιά). Άλλοι έκαναν τους πλούσιους και τους αριστοκράτες και άλλοι τους πολιτικούς ή κάποιες γραφικές φιγούρες της περιοχής.
Οι φορεσιές τους δεν είχαν καμία σχέση με αυτές που χρησιμοποιούσαν στην πατρίδα. Τώρα δεν είχαν την πολυτέλεια της επιλογής. Είχαν όμως την διάθεση να παίξουν, να διασκεδάσουν, να ζήσουν. Αυτοσχεδίαζαν με ότι υπήρχε στην ντουλάπα τους, ότι μπορούσαν να δανειστούν από τον γείτονα, το φίλο, τον αδελφό, τον πατριώτη όπως συνήθιζαν να λένε αλλά και με τα κουρέλια που τους είχαν δοθεί από την UNRRA. Αρκεί να μη γνωρίζονταν για να έχει το αντέτι (το έθιμο) επιτυχία. Μέχρι φούμο παίρναν από τα τζάκια, τις σόμπες και τα χαρκώματα και βάφανε πρόσωπο, χέρια και πόδια. Μασκαρεύονταν και τριγυρνούσαν στα σπίτια και τις βεγγέρες περιπαίζοντας νοικοκυραίους και επισκέπτες.
Η Ουρανία Σταματιάδου Κουτσογιάννη στο άρθρο της «Η γειτονιά μου κάποτε», αναφερόμενη στις Απόκριες, μας μιλά για την Ανδρονίκη Κοντογιάννη, μια γυναίκα γεμάτη δράση, ζωντάνια, πηγαίο χιούμορ και φαντασία. «….Η Ανδρονίκη τις Απόκριες ντυνόταν μασκαράς με ό,τι εύρισκε. Με τα πιο απλά πράγματα μπορούσε να σε κάνει να κλαις από τα γέλια! Συνήθως φορούσε το μακρύ μάλλινο εσώρουχο του άντρα της, ένα σκούφο στο κεφάλι ή έδενε ένα μαντήλι με μεγάλο φιόγκο για παπιγιόν στο λαιμό, έπαιρνε και μια τσάντα στο χέρι με διάφορα «αξεσουάρ ιατρικής» ή άλλα αντικείμενα ανάλογα με το ντύσιμο και ορμούσε στα σπίτια της γειτονιάς. Οι πόρτες ήταν ανοιχτές όλες τότε, μέρα – νύχτα, χωρίς κλειδί. Επισκεπτόταν κυρίως τα συνεσταλμένα άτομα…. Οι εξορμήσεις της γίνονταν συνήθως μεσημέρι ή βράδυ, την ώρα που οι περισσότεροι ήταν ξαπλωμένοι και ανυποψίαστοι και δεν προλάβαιναν να αντιδράσουν…»
Οι βεγγέρες στα σπίτια των 20 τ.μ. έπαιρναν και έδιναν. Βεγγέρες προγραμματισμένες και βίζιτες (επισκέψεις) αυθόρμητες, με μεζεδάκια, που τις περισσότερες φορές έφερνε ο καθένας από το σπίτι του, μαζί με το λαούτο, το κανονάκι, το πήλινο τουμπερλέκι και τα ξύλινα κουτάλια. Αν το σπίτι δεν τους χωρούσε, έβγαιναν στις αυλές και όταν χόρευαν έβγαιναν και στις μικρές πλατείες. Έλεγαν τραγούδια βασισμένα σε μελωδίες της ανατολής. Πολλές φορές παραποιούσαν τους στίχους τους, δίνοντας τους αστείο και πονηρό χαρακτήρα, ενώ όταν το κρασί έφερνε τη θύμηση της πατρίδας, τότε μπορεί να έλεγαν και κάποιο αμανέ. Το κέφι όμως ξαναρχόταν γρήγορα και ο αμανές έδινε τη θέση του στον μπάλο, τον καρσιλαμά, το συρτό, το ζεϊμπέκικο, το απτάλικο, αλλά και σε ευρωπαϊκούς χορούς και στο βαλσάκι.


Η Ελπίδα Μιχαηλίδου Τσάγγαρη, ανασύροντας μνήμες από την παιδική της ηλικία, χαρακτηρίζει τις Απόκριες του συνοικισμού σαν μια μεγάλη περίοδο χαράς, κεφιού και διασκέδασης. «Συγκεντρώσεις σε συγγενικά σπίτια με τα ανάλογα εδέσματα και ποτά και τραγούδι και χορούς. Αν δεν υπήρχε τουμπερλέκι παίρνανε το ταψί, το χτυπούσανε ρυθμικά, τραγουδούσανε και χορεύανε. Ντυνόντουσαν καρναβάλια, κάνανε επισκέψεις σε σπίτια γνωστών και αγνώστων σκορπούσαν το κέφι. Τα τραγούδια της Αποκριάς σκωπτικά και πολλές φορές αθυρόστομα. Θυμάμαι την μητέρα μου, Αποστολία Τσάγγαρη, το γένος Πρωία, που έβαζε τους άντρες της παρέας να χορέψουν και τους τραγουδούσε το «Πως το τρίβουν το πιπέρι». Αφού το τρίβανε με κάθε σημείο του σώματος τους, τους έλεγε: του πρώτου καλέ του πρώτου του πρέπει σανός, του δεύτερου κριθάρι, του τρίτου του καλύτερου γαϊδουρινό σαμάρι. Τράβα το μπροστινέ μου , γαϊδορομουτσουνέ μου κτλ, κτλ»
Στα τραπέζια υπήρχαν λογής – λογής εδέσματα, λιχουδιές μαγειρεμένες από μαστόρισσες του είδους. Από γυναίκες που αν το φαγητό δεν τους πετύχαινε προτιμούσαν να το δώσουν στα σκυλιά πάρα να το σερβίρουν, όπως έλεγαν οι ίδιες. Τα κεράσματα ήταν ανάλογα με την εβδομάδα που διένυαν. Έτσι λοιπόν την Τσικνοπέμπτη και την Κρεατινή ετοίμαζαν κρέας, το οποίο τσίκνιζαν για να μυρίσει το σπίτι, να ευωδιάσει η γειτονιά. Αυτό ήταν πολύ εύκολο με τον τρόπο που ήταν χτισμένα τα σπίτια τους. Τσίκνιζε ένα σπίτι και μύριζαν όλα και αυτό το τσίκνισμα ήταν το κάλεσμα και η αρχή του γλεντιού.
Την εβδομάδα της Τυρινής, τελευταία της Αποκριάς, το κρέας έδινε τη θέση του στις πίτες. Τυρόπιτες, τσακλαμάδες, κατιμέρια, μπουρέκια, γαλακτομπούρεκα, αυγοκαλάμαρα και ρυζόγαλα με μπόλική κανέλα. Μοσχομύριζε ο συνοικισμός τυρί, γάλα, ζάχαρη και κανέλα.
Πολλά, δεν είχαμε, έλεγαν, αλλά για το καλό πάντα κάτι φτιάχναμε. Τη μιζέρια δεν την αντέχαμε.


Η ιστορικός Αναστασία Κονταξή σε άρθρο της στο βιβλίο «Βόλος 1881 – 1995 – Ο χώρος και οι άνθρωποι» αναφέρει την εξής προφορική μαρτυρία πρόσφυγα πρώτης- δεύτερης γενιάς: «…Φαίνονταν οι γιορτές εδώ, δεν ξέρω… έβλεπες ήταν Απόκριες. Από τη γέφυρα και κάτω ήταν ησυχία, από τη γέφυρα και πάνω ακούγονταν τι όργανα, τι τουμπερλέκια, τι χορό, τι τραγούδια!! Έλεγες καίγεται η Νέα Ιωνία».

Τα ψυχοσάββατα και τα κόλλυβα για το συχώριο των ψυχών (3)
Μέσα στο γιορτινό κλίμα του Τριωδίου, οι γυναίκες του συνοικισμού, ποτέ δεν ξεχνούσαν τις ψυχές που αφήσαν πίσω στην πατρίδα αλλά και όσους χάθηκαν στη νέα. Έτσι λοιπόν τα δύο Σάββατα πριν την Κρεατινή και την Τυρινή και το πρώτο της Μεγάλης Σαρακοστής, το οποίο είναι αφιερωμένο στους Αγίους Θεοδώρους έφτιαχναν κόλλυβα για να συγχωρεθούν οι ψυχές των πεθαμένων.
Είναι αλήθεια αξιομνημόνευτο πως αυτοί οι άνθρωποι περνούσαν από τη χαρά στη λύπη, από την ξεγνοιασιά και το τραγούδι στη περισυλλογή και το μοιρολόι όταν θυμόνταν τι αφήσαν πίσω, όταν σκέφτονταν ότι οι τάφοι των προγόνων τους ρήμαζαν.
Η προετοιμασία του σταριού ήταν ιεροτελεστία. Κι εδώ θα ήθελα να σας καταθέσω μια ανάμνηση από την Κυριακούλα Μόσχου, το γένος Εδίρνελη, γεννημένη στο Εγγλεζονήσι της Μικράς Ασίας, το 1911. Τη θυμάμαι, στο μικρό προσφυγικό σπιτάκι της, να βάζει το στάρι στο νερό από βραδύς και το πρωί να το βράζει τόσο όσο να μαλακώσει, να το σουρώνει και έπειτα να το απλώνει σε μεγάλη άσπρη πετσέτα μέχρι να στεγνώσει πολύ καλά. Στη συνέχεια να καθαρίζει ρόδι, καρύδια, αμύγδαλα, τα οποία αφού τα ξεφλούδιζε, τα καβούρδιζε σε ένα μπακιρένιο τηγάνι, να καβουρδίζει το αλεύρι, να ψιλοκόβει μαϊδανό και κάθε τόσο να μετρά τα υλικά, τα οποία όπως έλεγε έπρεπε να είναι εννιά. Μετά να τα βάζει όλα σε ένα μεγάλο κρυστάλλινο μπολ, προσθέτοντας ζάχαρη, κανέλα, κουφέτα και σταφίδες και να τα ανακατεύει.
Στο τέλος έβαζε ζάχαρη άχνη, την οποία άπλωνε ομοιόμορφα και σχημάτιζε με σταφίδες ένα σταυρό.
Δεν ήθελε κανένας να της μιλά όταν ετοίμαζε το στάρι. Η ώρα ήταν ιερή για εκείνη. Προσευχόταν μνημονεύοντας τα ονόματα των ψυχών και σιγομουρμούριζε κάποιο μοιρολόι.
Στη συνέχεια το τοποθετούσε, σκεπασμένο με μια άσπρη πετσέτα, μπροστά στα εικονίσματα και στο αναμμένο καντηλάκι της, το θυμιάτιζε, και την άλλη μέρα – Ψυχοσάββατο- το πήγαινε στην Ευαγγελίστρια για να διαβαστεί. Έπειτα το μοίραζε στην γειτονιά και με τη σειρά τους οι γείτονες της έδιναν από το δικό τους.


ΣΥΝΤΑΓΕΣ
Τα Κατιμέρια (τυρόπιτα του τηγανιού)
Με τα κατιμέρια τσικνίζαμε και με τα αυγοκαλάμαρα γλυκαίναμε
1.Τα Κατιμέρια (τυρόπιτα του τηγανιού) (4)
Η Σοφία Νικολού, μας είπε ότι Απόκριες χωρίς κατιμέρια δεν νοούταν στο συνοικισμό και μας περιγράφει τη συνταγή της γιαγιάς της, Γαρυφαλλιάς Λεφάκη, με καταγωγή από το Εγγλεζονήσι της Μικράς Ασίας.
Υλικά για τέσσερα – πέντε κατιμέρια
Για τη ζύμη: 500 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις, νερό(χλιαρό), λάδι, δύο κουτ. ξύδι, μια πρέζα αλάτι
Για τη γέμιση: 350 γραμ. φέτα, 200 γραμ. μυτζήθρα, 50 γραμ. κεφαλοτύρι και 2 αυγά.
Ζυμώνουμε το αλεύρι μέχρι να έχουμε ζύμη αφράτη που να μην κολλά στα χέρια. Τη χωρίζουμε σε τέσσερα – πέντε κομμάτια τα οποία πλάθουμε σε ομοιόμορφες μπάλες. Τις τοποθετούμε σε ένα σκεύος, τις πασπαλίζουμε με λίγο αλεύρι και τις σκεπάζουμε με καθαρή πετσέτα, αφήνοντας τη ζύμη να ξεκουραστεί περίπου για μισή ώρα.
Σε ένα άλλο μπολ τρίβουμε τη φέτα, τη μυτζήθρα, το κεφαλοτύρι και ρίχνουμε τα αυγά αφού πρώτα το έχουμε χτυπήσει. Ανακατεύουμε και το αφήνουμε.
Στη συνέχεια παίρνουμε μια-μια τις μπάλες της ζύμης και ανοίγουμε φύλλο, το οποίο δεν θα πρέπει να είναι πάρα πολύ ψιλό. Αφού ανοίξουμε το φύλλο σκορπάμε γέμιση σε όλη του την επιφάνεια και διπλώνουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να σχηματιστεί ένα τετράγωνο. Κάθε φορά που διπλώνουμε ρίχνουμε λίγη από τη γέμιση και μερικές σταγόνες λάδι.
Αφού τελειώσουμε τα τηγανίζουμε μέχρι να ροδίσουν, σε δυνατή, αρχικά, φωτιά την οποία στη συνέχεια χαμηλώνουμε, γυρνώντας τα και από τις δυο μεριές και τρυπώντας τα ελαφρά με το πιρούνι. Σερβίρονται ζεστά με λίγο κεφαλοτύρι.
Αυγοκαλάμαρα
Τα Αυγοκαλάμαρα (Τα ονόμασαν έτσι γιατί μοιάζουν με καλαμαράκια τηγανητά) (5)
Η Ελπίδα Μιχαηλίδου Τσάγγαρη μας καταθέτει την συνταγή της μητέρας της, Αποστολίας Τσάγγαρη, για τ΄ αυγοκαλάμαρα. Τα έφτιαχνε συνήθως για τα Χριστούγεννα και τις Απόκριες μαζί με σασμάδες. Τα κερνούσε, όπως μας περιγράφει η κόρη της, με όλη της την καρδιά σε καθέναν που περνούσε την πόρτα του σπιτιού της, λέγοντας περήφανα ότι πρόκειται για κεράσματα από την πατρίδα.
Υλικά για τη ζύμη: 5 αυγά, 500 γρ. αλεύρι, 1 μπέικεν, 1 βανίλια, 3-4 κουταλιές της σούπας σπορέλαιο, μια πρέζα αλάτι και ζάχαρη.
Ζυμώνουμε μέχρι να έχουμε μια ζύμη σφιχτή. Την αφήνουμε να ξεκουραστεί και ετοιμάζουμε το σιρόπι.
Υλικά για το σιρόπι : 500 ml νερό, 500 γρ. ζάχαρη, 50 γρ. μέλι, 1 ξύλο κανέλα. Για να δέσει το βράζουμε περίπου για 7-8 λεπτά .
Συνεχίζουμε με τη ζύμη χωρίζοντάς την σε 6-7 μέρη τα οποία πλάθουμε μπαλάκια. Το καθένα από αυτά το ανοίγουμε σε φύλλο, το οποίο κόβουμε σε λωρίδες πάχους 4 εκ. και την κάθε λωρίδα σε λοξά κομμάτια των 15 εκ.. Το κάθε κομματάκι το σουρώνουμε στο κέντρο, δημιουργώντας μικρά φιογκάκια.
Τα τηγανίζουμε με σπορέλαιο, σε βαθύ τηγάνι, μέχρι να πάρουν ένα όμορφο, χρυσαφί χρώμα. Όταν τα βγάζουμε τα τοποθετούμε σε απορροφητικό χαρτί και στη συνέχεια τα βουτάμε λίγα – λίγα στο σιρόπι για ένα λεπτό.
Τα στρώνουμε σε πιατέλα και σε κάθε στρώση πασπαλίζουμε με τριμμένο καρύδι ανακατεμένο με κανέλα. Τέλος περιχύνουμε με μέλι.
Έρευνα – σύνταξη κειμένου για τον Σύλλογο Μικρασιατών Νέας Ιωνίας Μαγνησίας «Εγγλεζονησίου Μνήμες»: Μόσχου Κυριακή- Γραμματέας Δ Σ.
Καταθέσαν μνήμες και κείμενα τα μέλη του συλλόγου:
Αικατερίνη Ζαφειρίου- Ελένη Ζαφειρίου – Ουρανία Κουτσογιάννη Σταματιάδου –
Ελπίς Μιχαηλίδου Τσάγγαρη – Σοφία Νικολού – Κατίνα Φάτση
- Πηγή: Αρχιγένης Δημήτρης «ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ Γ-ΗΖΩΗ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ» Βραβείο Εστίας Νέας Σμύρνης – Αθήνα 1980
2. Βασισμένο σε προφορικές μαρτυρίες μελών του Συλλόγου Μικρασιατών «Εγγλεζονησίου Μνήμες» (Έλένη Ζαφειρίου, Ουρανία Κουτσογιάννη-Σταματιάδου, Ελπίς Μιχαηλίδου-Τσάγγαρη, Σοφία Νικολού, Κατίνα Φάτση)
3. Ανάμνηση Κυριακής Μόσχου από την γιαγιά της Κυριακούλα χηρ. Αντωνίου Μόσχου, από το Εγγλεζονήσι Μικράς Ασίας
4. Συνταγή Νικολού Σοφίας από τη γιαγιά της Γαρυφαλλιά Λεφάκη, σύζυγό Δημητρίου Λεφάκη με καταγωγή από το Εγγλεζονήσι Μικράς Ασίας
5. Συνταγή Ελπίδας Μιχαηλίδου Τσάγγαρη από τη μητέρα της Αποστολία Τσάγγαρη, σύζυγό Αλέξανδρου Τσάγγαρη , με καταγωγή από το Εγγλεζονήσι Μικράς Ασίας
Πηγή: Περιοδικό Volos Out του Ομίλου Καρεκλίδη
































