Ακριβώς 120 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την ημέρα που η Αγχίαλος της Ανατολικής Ρωμυλίας παραδόθηκε στις φλόγες και οι κάτοικοί της βρήκαν τελικά ασφαλές λιμάνι στη Μαγνησία, ιδρύοντας τη Νέα Αγχίαλο.
Συγκεκριμένα στις 30 Ιουλίου 1906 η Αγχίαλος της Ανατολικής Ρωμυλίας, το σημερινό Πομόριε της Βουλγαρίας, έγινε το επίκεντρο του ανθελληνικού κινήματος που είχε εξαπλωθεί σε πολλές περιοχές της χώρας.
Σπίτια, καταστήματα, αποθήκες, σχολεία και ναοί κάηκαν. Χιλιάδες άνθρωποι έμειναν χωρίς στέγη και η φυγή του ελληνικού πληθυσμού πήρε μαζικές διαστάσεις.
Οι ρίζες της Αγχιάλου έφταναν στην Αρχαιότητα. Η πόλη ιδρύθηκε ως ελληνική αποικία της Απολλωνίας Ποντικής, στη δυτική ακτή του Εύξεινου Πόντου, και εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο εμπορίου, ναυτιλίας, αλιείας, αμπελουργίας και παραγωγής αλατιού.
Μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο το 1878, η Αγχίαλος εντάχθηκε στην αυτόνομη Ανατολική Ρωμυλία και, μετά την ένωσή της με τη Βουλγαρία το 1885, πέρασε υπό βουλγαρική διοίκηση.
Στις αρχές του 20ού αιώνα αριθμούσε περίπου 6.000 κατοίκους και παρέμενε κατά κύριο λόγο ελληνική.
Οι εκκλησίες, τα σχολεία και τα κοινοτικά ιδρύματά της αποτελούσαν ορατά σημεία της ισχυρής ελληνικής παρουσίας. Σε αναμνήσεις παλαιών κατοίκων αναφέρεται ότι οι Βούλγαροι την αποκαλούσαν «Μικρή Ελλάδα».
Από τις διαδηλώσεις στο πογκρόμ
Το κλίμα είχε αρχίσει να επιβαρύνεται από το 1905, καθώς η σύγκρουση των ελληνικών και βουλγαρικών εθνικών κινημάτων στην οθωμανική Μακεδονία μεταφερόταν στο εσωτερικό της Βουλγαρίας. Η σφαγή Βούλγαρων κατοίκων στο Ζαγορίτσανι από ελληνικό ένοπλο σώμα χρησιμοποιήθηκε από εθνικιστικούς κύκλους για να καλλιεργηθεί η αντίληψη της συλλογικής ευθύνης των Ελλήνων.
Καθοριστικό ρόλο στην έξαρση της βίας είχαν οργανώσεις Βούλγαρων προσφύγων από τη Μακεδονία, κυρίως η εθνικιστική οργάνωση «Βούλγαρος Πατριώτης».
Οι αντιδράσεις άρχισαν ως συγκεντρώσεις, γρήγορα όμως εξελίχθηκαν σε καταλήψεις ελληνικών εκκλησιών και σχολείων, λεηλασίες καταστημάτων και επιθέσεις στη Βάρνα, τη Φιλιππούπολη, τον Πύργο, τον Στενήμαχο και άλλες πόλεις.
Στις 30 Ιουλίου, μέλη της οργάνωσης κινήθηκαν από τον Πύργο προς την Αγχίαλο, με σκοπό τη διοργάνωση ανθελληνικής συγκέντρωσης. Οι Έλληνες κάτοικοι, με επικεφαλής τον μητροπολίτη Βασίλειο, συγκεντρώθηκαν στη Μονή του Αγίου Γεωργίου και οργανώθηκαν για να αμυνθούν.
Όταν το πλήθος έφτασε στο μοναστήρι, σημειώθηκε ανταλλαγή πυρών. Η βία μεταφέρθηκε στην πόλη και, κάτω από συνθήκες που οι πηγές δεν αποσαφηνίζουν πλήρως ως προς την πρώτη εστία, ξέσπασε πυρκαγιά που εξαπλώθηκε ταχύτατα.
Οι αριθμοί της καταστροφής
Η έκταση της καταστροφής δείχνει ποιος πληθυσμός επλήγη συντριπτικά. Από τις 733 κατοικίες που κάηκαν, οι 707 ανήκαν σε Έλληνες, 15 σε Βούλγαρους και 11 σε Τούρκους. Στις φλόγες χάθηκαν επίσης η επιβλητική εκκλησία της Παναγίας, σχολεία, καταστήματα, αποθήκες, διοικητικά κτήρια και το μουσουλμανικό τέμενος.
Οι πηγές αποκλίνουν ως προς τον αριθμό των θυμάτων. Τα αρχικά βουλγαρικά κυβερνητικά στοιχεία έκαναν λόγο για οκτώ νεκρούς. Η αναλυτικότερη ιστορική καταγραφή της Θεοδώρας Ντραγκοστίνοβα υπολογίζει 14 νεκρούς –10 Έλληνες και τέσσερις Βούλγαρους– και περίπου 30 τραυματίες. Ο αριθμός των «περισσότερων από 300 νεκρών», που αναπαράγεται σε διαδικτυακές αναφορές, δεν επιβεβαιώνεται από τις βασικές ακαδημαϊκές μελέτες.
Η καταστροφή προκάλεσε διεθνή κατακραυγή. Ευρωπαίοι διπλωμάτες συνέκριναν τα γεγονότα με τα αντιεβραϊκά πογκρόμ της Ρωσίας και επέκριναν τη βουλγαρική κυβέρνηση για την αδυναμία της να αποτρέψει τη βία.
Στην Αθήνα, η 1η Αυγούστου 1906 κηρύχθηκε ημέρα πένθους: οι καμπάνες χτυπούσαν, τα καταστήματα παρέμειναν κλειστά και οι θεατρικές παραστάσεις ακυρώθηκαν.
Από την Παλαιά στη Νέα Αγχίαλο
Μετά την πυρπόληση, η έξοδος των Ελλήνων από τη Βουλγαρία απέκτησε μαζικό χαρακτήρα. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1906, περίπου 600 οικογένειες είχαν εγκαταλείψει την Αγχίαλο, ενώ συνολικά υπολογίζεται ότι περίπου 20.000 Έλληνες έφυγαν από τη Βουλγαρία μετά τα γεγονότα εκείνου του καλοκαιριού.
Πολλοί Αγχιαλίτες κατέφυγαν αρχικά στην Αθήνα και σε άλλες ελληνικές πόλεις. Αποφάσισαν όμως να μην διασκορπιστούν. Ήθελαν να δημιουργήσουν έναν ενιαίο οικισμό, ώστε να διατηρήσουν το όνομα και τη μνήμη της πατρίδας τους.
Η παραθαλάσσια περιοχή στον μυχό του Παγασητικού θύμιζε τον τόπο που είχαν χάσει. Εκεί, στις 30 Σεπτεμβρίου 1907, τέθηκε από τον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο ο θεμέλιος λίθος της Νέας Αγχιάλου. Τα εγκαίνια του προσφυγικού οικισμού πραγματοποιήθηκαν στις 25 Μαΐου 1908.
Η παλιά πόλη δεν ξαναβρήκε ποτέ την προηγούμενη μορφή και δυναμική της. Το 1934 μετονομάστηκε σε Πομόριε.































