Γεννήθηκα, λίγο πριν από τη δικτατορία του Μεταξά στην καρδιά του Θεσσαλικού κάμπου, «στον Θεσσαλικό σιτοβολώνα της ελληνικής συμπολιτείας», όπως γράφει στο τελευταίο του γοητευτικό βιβλιαράκι του «Συμπόσιο Πλατωνικής Συ-μπολιτείας» ο συνταξιούχος δικηγόρος, ποιητής και συγγραφέας και αθεράπευτος πε-ριηγητής των ανεξερεύνητων αρχαίων τόπων Κυριάκος Παπαγεωργίου, που δεν τους καταδέχτηκε ακόμα η αρχαιολογική σκαπάνη, και που εμείς οι φίλοι του τον αγαπού-με, τον εκτιμούμε και τον θαυμάζουμε για το παντοειδές έργο του και την αέναη εφη-βεία του.
Επιμέλεια Ηλίας Κουτσερής
Γεννήθηκα λοιπόν, στην κωμόπολη των Σοφάδων, που τα καλοκαίρια πνι-γόσουν στο λίβα και στον καυτό κουρνιαχτό και τους χειμώνες βούλιαζες στην πηχτή λασπουριά· και τα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής μου ήταν τα πιο όμορφα, τα πιο ανέ-μελα, τα πιο χαρούμενα και τα πιο ευτυχισμένα, γιατί ταυτόχρονα με τη γέννησή μου προσλήφθηκε ο πατέρας μου εργάτης γραμμής στους Θεσσαλικούς Σιδηροδρόμους, κι είχαμε στο σπίτι από τον Σιδηροδρομικό Συνεταιρισμό, εκτός από «του πουλιού το γάλα» και τετράδια με παραμύθια για τα παιδιά κι ένα σωρό παιχνίδια.
Μετά ήρθαν τα δίσεκτα χρόνια, ο πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος και η οικο-γένειά μας σκόρπισε στους πέντε ανέμους. Ο πατέρας μας παράτησε τη δουλειά του, την οικογένειά μας και τη μητέρα μου έγκυο στον τέταρτο αδερφό μας και βγήκε απ’ τους πρώτους στο βουνό κοντά στον Βελουχιώτη.
Στον Βόλο φτάσαμε κυνηγημένοι μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και ένας-ένας, δυο-δυο. Ο μεγάλος αδελφός μας μάλιστα έφτασε μεταμφιεσμένος σε καρα-γκούνα, που τον κρύψαν οι πρώην συνάδελφοι του πατέρα μου στο βαγόνι των απο-σκευών. Φιλοξενηθήκαμε για λίγες μέρες σ’ έναν φίλο του πατέρα μας ώσπου βρήκα-με ένα υπόγειο στον φιλόξενο συνοικισμό της Ν. Ιωνίας, που τον δημιούργησαν μι-κρασιάτες πρόσφυγες.
Στο σπίτι δούλευαν όλοι κι ο μόνος που συνέχιζε το σχολείο ήμουν εγώ.
Τά-παιρνα τα γράμματα κι ήμουνα ο μόνος που ήθελα να σπουδάσω. Στην αρχή δέχτηκα ανελέητο μπούλιγκ στο Δημοτικό, που σταμάτησε όταν έγινα φίλος με τον πρώτο μα-θητή της τάξης που ανέλαβε την υπεράσπισή μου.
Ώσπου να συμβεί αυτό έκανα α-πουσίες απ’ το σχολείο και πήγαινα και περπατούσα κάτω στον Βόλο και χάζευα με τις ώρες τους δρόμους με τα πανέμορφα αρχοντικά του. Πήγαινα στην παραλία και χωνόμουνα μες τους ανθρώπους που περίμεναν να ταξιδέψουν στα πανέμορφα νησιά των Σποράδων, Σκιάθο, Σκόπελο κι Αλόννησο και χαιρόμουνα ένα πανέμορφο λευκό πλοίο που ήταν σαν κύκνος που γι’ αυτό το λέγανε Κύκνο, που ταξίδευε για τη Χαλκί-δα και μετέφερε ταξιδιώτες για να πάρουν το τραίνο για την Αθήνα.
Κάποτε η μάννα μας έμαθε για τα σκασιαρχεία μου απ’ το σχολείο και μια Κυ-ριακή με πήγε στην Ευαγγελίστρια, την εκκλησία του συνοικισμού, και με παρέδωσε στον παπά της εκκλησίας, που με έντυσε παπαδάκι για τα εξαπτέρυγα και με κράτησε μετά στο Κατηχητικό και εντάχθηκα αργότερα στο Γυμνάσιο στη ΧΜΟ κι έγινα το παιδί υπόδειγμα για όλες τις μανάδες του συνοικισμού που είχαν παιδιά στην ηλικία μου, κι όλοι, κατηχητές και ιερωμένοι ήταν σίγουροι πως ο ιερατικός κλάδος ήταν ο τελικός προορισμός της ζωής μου. Εγώ όμως τους ξέφυγα κι έγινα ηθοποιός.
Οι δυο τελευταίες τάξεις του Δημοτικού στο Κατηχητικό και οι πέντε πρώτες τάξεις του Γυμνασίου στις ΧΜΟ διαμόρφωσαν το χαρακτήρα μου, κατάλληλο για ιε-ρατική καριέρα και όχι για θεατρική.
Τα’ αδέρφια μου χάρηκαν για την επιλογή μου, αλλά προσπάθησαν να μη το δείχνουν για μη στεναχωρήσουν τη μάννα μας. Το ίδιο κι ο πατέρας μας που είχε επι-στρέψει από την εξορία στο σπίτι, ύστερα από τα προσωρινά μέτρα του Πλαστήρα. Εκείνη που αντιδρούσε εντονότατα ήταν η μάννα μας. Λίγο αργότερα έμαθα το γιατί κι έκλαψα και τη δικαιολόγησα και τη συγχώρησα και την αγάπησα ακόμα πιο πολύ.
Τέσσερα χρόνια στη Σχολή παραγκωνισμένος από τον Δάσκαλο, που στους δυο πρώτους μήνες του Α΄έτους που με σήκωνε για μάθημα στη Σχολή, τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα απ’ το γέλιο και το μεγάλο στόμα του με σάλιο, που ξέφευγε ανάμεσα απ’ τα σάπια δόντια του στις άκρες των χειλιών του και άσπρες μικροσκοπικές μπαλί-τσες, που στην αρχή δεν βλέπαμε αυτές τις λεπτομέρειες γιατί μας μάγευε με τη διδα-σκαλία του· γιατί όντως ήταν ένας δάσκαλος μάγος, αλλά με μικρότητες, που σχεδόν έφηβος εγώ τότε, μεγαλωμένος στο κατηχητικό και στις ΧΜΟ, αδυνατούσα να τις κα-τανοήσω να τις συγχωρήσω και να τις παραβλέψω.
Τέσσερα χρόνια στη σχολή και τριάντα πέντε χρόνια στην ενεργό θεατρική δράση, ηθοποιός, σκηνοθέτης και θιασάρχης, βγήκα στη σύνταξη υπηρετώντας καλλι-τεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης. Δεν άντεξα όμως να ολοκληρώσω το τριετές συμβόλαιό μου. Παραιτήθηκα πριν από τους τρεις τελευταίους μήνες και πήγα αμέσως στον Βόλο, όπου οι δυο αγαπημένοι φίλοι, ο Κώστας Λιάπης απ’ το Μεγάλο Αι Γιώργη Νηλείας και ο Πέτρος Κυπριωτέλης απ’ την Τσαγκαράδα ψάχνανε να μας βρουν ένα σπιτάκι για να ξεκουράσουμε το νου και την ψυχή μας, εγώ και η σύντρο-φός μου, η Αμαλία Γκιζά, και να απαλύνουμε τις πληγές από την τοξικότητα του θεα-τρικού επαγγέλματός μας. Κι είμαστε τυχεροί γιατί επιλέξαμε το ήσυχο, το άσημο και το μοναχικό Νεοχώρι, που όπως γράφει ο αγαπητός μας φίλος ο Κυριάκος Παπαγεωργίου στο «Συμπόσιο» του, γίνονται πράματα και θάματα.
Και ο καλός μας φίλος, ο Μίμης ο Σπύρου, δε χρειάστηκε να μας δείξει και τα άλλα πέντε που είχε βρει να πωλούνται γιατί το πρώτο που είδαμε ήταν το σπίτι των οικονομικών δυνατοτήτων μας αλλά και των ονείρων μας: ν’ αποκτήσουμε ένα σπιτάκι σε χωριό για τις καλοκαιρινές διακοπές μας. Δύο ήμασταν, παιδιά δε θέλαμε λόγω της καριέρας μας, κι όταν τα θελήσαμε αυτά πείσμωσαν και δεν έρχονταν με τίποτα, όσες προσπάθειες κι αν κάναμε.
Το σπίτι των ονείρων μας ήταν ένα μικρό σπιτάκι αντισεισμικό, απ’ αυτά που κτίστηκαν με το σχέδιο Παρασκευόπουλου, μετά το σεισμούς του 53 -54 που τράνταξε το Βόλο και το εινοσίφυλλο Πήλιο, όπως το βάφτισε ο Όμηρος και το ονοματίζει στο υπέροχο ανάγνωσμά του «ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΙΑΣ» ο αθεράπευτα ερωτευμένος με τη θαμμένη και ανάσκαφτη αρχαιότητα της χώρας μας, που περιμένει μάταια, αιώνες τώρα, την αρχαιολογική σκαπάνη, για να την αποκαλύψει.
Το σπίτι των ονείρων μας, χρειαζότανε μια κουζίνα κι ένα μπάνιο, που γι’ αυτό φρόντισαν οι δυο φίλοι αρχιτέκτονες και μηχανικοί, ο Γιάννης Ταμίας και ο Ηρακλής Μυρωνίδης. Και πρόσθεσαν ένα όροφο με δυο υπνοδωμάτια, ένα μπάνιο κι ένα γραφείο για τους χειμώνες. Και το σπίτι έλαμψε από ομορφιά από φως κι απ’ τη θαυμάσια θέα στην πράσινη πευκοθάλασσα μπροστά μας και στον κόλπο των Αφετών, το ξεκίνημα της Αργοναυτικής Εκστρατείας του Ιάσονα για την Κολχίδα, που θα επισκεπτόμασταν τον ίδιο ακριβώς χρόνο, προσκεκλημένοι από το Θέατρο του Κουταίσι της Γεωργίας την αρχαία Κολχίδα, για να ανεβάσουμε το θεατρικό μου έργο Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, που είχε μεταφραστεί στα Ρωσικά και στα Γεωργιανά από τη Ρωσίδα ΑνναΚοσλόφκαγια – σύζυγο του συγγραφέα Αλέξανδρου Κοτζιά.
Πηγή: Volos Summer του Ομίλου Καρεκλίδη







































