Υπό το βάρος των κοινωνικών αντιδράσεων και της αυξανόμενης πολιτικής πίεσης που προκαλούν οι καταγγελίες χιλιάδων δανειοληπτών, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αρχίζει να κινείται στο μέτωπο των servicers, προαναγγέλλοντας παρεμβάσεις στις ρυθμίσεις οφειλών, στην ενημέρωση των πολιτών και στη διαχείριση των καταγγελιών.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, πληθαίνουν τα ερωτήματα για την ταχύτητα με την οποία κινείται η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία έχει κρίσιμο εποπτικό ρόλο απέναντι στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Περισσότερο από τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση της απόφασης 6/2026 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια ένα σαφές και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση των επανυπολογισμών. Έτσι, μια δικαστική απόφαση με άμεσο οικονομικό αντίκτυπο για χιλιάδες νοικοκυριά εξακολουθεί να μην έχει αποτυπωθεί πλήρως στην καθημερινότητα των οφειλετών, οι οποίοι παραμένουν σε καθεστώς αβεβαιότητας για το ύψος των δόσεών τους.
Η απόφαση 6/2026 έκρινε ότι στα δάνεια που έχουν ρυθμιστεί μέσω του νόμου Κατσέλη ο τόκος πρέπει να υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου. Το πλήρες κείμενό της δημοσιεύθηκε στις 5 Ιουνίου 2026 και έκτοτε οι servicers κλήθηκαν να πραγματοποιήσουν τους αναγκαίους επανυπολογισμούς και να προσαρμόσουν αναλόγως τα δοσολόγια.
Οι εταιρείες επικαλούνται τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων, τις ιδιαιτερότητες κάθε δικαστικής απόφασης και την ανάγκη εξατομικευμένου ελέγχου των φακέλων. Ωστόσο, ο χρόνος περνά και δανειολήπτες καταγγέλλουν ότι ακόμη δεν γνωρίζουν ποια είναι η πραγματική δόση που πρέπει να καταβάλλουν ούτε πώς διαμορφώνεται πλέον το υπόλοιπο της οφειλής τους. Με τους σημερινούς ρυθμούς, μάλιστα, εντείνεται η ανησυχία ότι για μέρος των υποθέσεων τα νέα δοσολόγια ενδέχεται να μην αποσταλούν πριν από το 2027.
Μπροστά στη διεύρυνση των αντιδράσεων, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επιχειρεί πλέον να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο. Ο υπουργός Κυριάκος Πιερρακάκης έχει επισημάνει ότι παρακολουθείται η εφαρμογή του πλαισίου για τους servicers και ότι, όπου διαπιστώνεται ανάγκη, θα υπάρξουν παρεμβάσεις.
Παράλληλα, έχει συγκροτηθεί ομάδα εργασίας για την παρακολούθηση των καταγγελιών κατά των εταιρειών διαχείρισης, καθώς το ζήτημα αποκτά πλέον σαφείς κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις.
Η εικόνα είναι διαφορετική σε ό,τι αφορά την Τράπεζα της Ελλάδος. Φορείς και δανειολήπτες ασκούν κριτική για την αποτελεσματικότητα της εποπτείας του Διοικητή Γιάννη Στουρνάρα και ζητούν απαντήσεις για τις ενέργειες που έχουν γίνει μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου. Το βασικό ερώτημα είναι εάν έχουν ζητηθεί από κάθε servicer συγκεκριμένα σχέδια συμμόρφωσης και δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα, εάν συλλέγονται τακτικά στοιχεία για την πορεία των επανυπολογισμών και εάν ελέγχεται κατά πόσο τα πληροφοριακά συστήματα εξακολουθούν να εμφανίζουν ποσά που βασίζονται στον προηγούμενο τρόπο υπολογισμού. Εάν τέτοιες εποπτικές ενέργειες έχουν πραγματοποιηθεί, η δημοσιοποίηση συγκεκριμένων στοιχείων για τα αποτελέσματά τους θα μπορούσε να δώσει σαφέστερη εικόνα για την πραγματική πορεία συμμόρφωσης της αγοράς.
Το οικονομικό διακύβευμα των καθυστερήσεων γίνεται ακόμη πιο εμφανές μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα:
– Για οφειλή 50.000 ευρώ και διάρκεια 300 μηνών, η παλαιά μέθοδος οδηγούσε σε μηνιαία δόση περίπου 253 ευρώ και συνολικούς τόκους περίπου 25.900 ευρώ. Με τον νέο τρόπο υπολογισμού, η δόση περιορίζεται κοντά στα 167 ευρώ και οι συνολικοί τόκοι περίπου στα 150 ευρώ.
– Στην περίπτωση οφειλής 80.000 ευρώ, η διαφορά στη μηνιαία επιβάρυνση προσεγγίζει τα 138 ευρώ, καθώς η δόση από περίπου 405 ευρώ υποχωρεί στα 267 ευρώ. Στις 100.000 ευρώ, η μηνιαία καταβολή μειώνεται από περίπου 506 σε 334 ευρώ, δηλαδή κατά περίπου 172 ευρώ. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά για οφειλή 200.000 ευρώ, όπου η δόση από περίπου 1.012 ευρώ περιορίζεται στα 668 ευρώ, αφήνοντας μια διαφορά περίπου 344 ευρώ κάθε μήνα.
– Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα οφειλής 144.500 ευρώ. Με την παλαιά μέθοδο η δόση διαμορφώνεται στα 731 ευρώ και οι συνολικοί τόκοι στα 74.852 ευρώ, ενώ με τη νέα μέθοδο η μηνιαία καταβολή υποχωρεί στα 483 ευρώ και η επιβάρυνση από τόκους περιορίζεται δραστικά. Πρόκειται για διαφορά 248 ευρώ τον μήνα, γεγονός που καταδεικνύει ότι η καθυστέρηση των επανυπολογισμών δεν αποτελεί μια απλή τεχνική ή γραφειοκρατική εκκρεμότητα, αλλά ζήτημα με άμεσο αντίκτυπο στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Πηγή: dnews.gr
































