ΔΕΠΑ

Στις 4 Ιουνίου, μία ημέρα πριν από τη δημοσίευση της έκθεσης των θεσμών για την 3η μεταμνημονιακή αξιολόγηση, θα ανακοινώσει η Ελληνική Στατιστική Αρχή την πορεία του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος για το πρώτο τρίμηνο της φετινής χρονιάς. Η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη αναθεωρήσει προς τα κάτω τις εκτιμήσεις της για τη φετινή χρονιά -μετά και τη διαμόρφωση του ρυθμού ανάπτυξης για το 2018 κάτω από το 2%-, αλλά ο πήχης εξακολουθεί να είναι ψηλά, καθώς ο φετινός στόχος διαμορφώνεται πλέον στο 2,3%.

Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίζεται πιο αισιόδοξη σε σχέση και με την Τράπεζα της Ελλάδας -η οποία βλέπει ρυθμό ανάπτυξης της τάξεως του 1,9%- αλλά και με τον ΟΟΣΑ ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που εκτιμούν ότι η πορεία του ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στο 2%-2,2% για τη φετινή χρονιά. Δεδομένου ότι από την πορεία του ΑΕΠ εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό και η εκτέλεση του προϋπολογισμού, το διακύβευμα της ανάπτυξης πλέον είναι πολύ μεγάλο ειδικά από τη στιγμή που ο ελληνικός προϋπολογισμός έχει μπει στο στόχαστρο, λόγω της ενεργοποίησης των θετικών μέτρων από την πλευρά της κυβέρνησης.

Στο περσινό πρώτο τρίμηνο, το ΑΕΠ είχε εμφανίσει αύξηση 2,3%, η οποία όμως είχε στηριχτεί σε πολύ μεγάλο βαθμό στην αύξηση των εξαγωγών σε ποσοστό 7,6% συγκριτικά με το πρώτο τρίμηνο του 2017. Οι επενδύσεις (όπως αποτυπώνονται από την πορεία του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου) είχαν υποχωρήσει σε ποσοστό 10,4%, ενώ και οι εισαγωγές ήταν αισθητά μειωμένες κατά 2,8%. Η συνολική τελική καταναλωτική δαπάνη είχε οριακή μείωση της τάξεως του 0,3%.

Δεδομένου ότι το ΑΕΠ του περσινού πρώτου τριμήνου είχε διαμορφωθεί στα 47,4 δισ. ευρώ, για να υπάρξει στο πρώτο τρίμηνο ανάπτυξη κοντά στον εθνικό στόχο (+2,3%) θα πρέπει να καταγραφεί συνολική αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας κατά τουλάχιστον 1-1,2 δισ. ευρώ. Όσον αφορά όμως την πορεία της οικονομίας κατά το πρώτο τρίμηνο, η Ελληνική Στατιστική Αρχή έχει καταγράψει μέχρι στιγμής:

1. Δύο κακούς μήνες όσον αφορά την πορεία του δείκτη κύκλου εργασιών στο λιανικό εμπόριο. Ο δείκτης κύκλου εργασιών έχει καταγράψει υποχώρηση 2,3% κατά τον Φεβρουάριο σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2018, αλλά και μείωση 2,6% κατά τον Ιανουάριο. Σε επίπεδο όγκου, το ποσοστό μείωσης διαμορφώθηκε στο 3,3% για τον Φεβρουάριο και στο 3,2% για τον Ιανουάριο.

2. Την αύξηση των εισαγωγών κατά το πρώτο τρίμηνο σε ποσοστό 5,8% (από τα 13,19 δισ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο του 2018 στα 13,957 δισ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο του 2019) και τη μικρότερη ποσοστιαία αύξηση των εξαγωγών από τα 5,323 δισ. ευρώ στα 5,963 δισ. ευρώ (δηλαδή ποσοστιαία αύξηση 1,6%). Έτσι, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου έχει διευρυνθεί στα 5,963 δισ. ευρώ από 5,323 δισ. ευρώ πέρυσι, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 12%.

3. Τη μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας κατά το πρώτο δίμηνο κατά 7,2% σε όρους οικοδομικών αδειών, κατά 19,6% σε επίπεδο επιφάνειας και κατά 19,4% σε επίπεδο όγκου συγκριτικά με το πρώτο δίμηνο της περσινής χρονιάς.

4. Τη μείωση του δείκτη κύκλου εργασιών στη βιομηχανία στους δύο από τους τρεις πρώτους μήνες του φετινού πρώτου τριμήνου. Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο καταγράφηκε υποχώρηση κατά 6,7% και τον Ιανουάριο μείωση κατά 7,6%. Είχε μεσολαβήσει η αύξηση του Φεβρουαρίου κατά 8%, αλλά με το κλείσιμο του πρώτου τριμήνου, ο δείκτης κύκλου εργασιών στη βιομηχανία βρέθηκε χαμηλότερα από το επίπεδο του Μαρτίου του 2018.

5. Τη σημαντική μείωση της ανεργίας, καθώς ο αριθμός των ανέργων ήταν μειωμένος στα 871.556 άτομα από 971.301 άτομα που ήταν στο πρώτο δίμηνο του 2018. Ωστόσο, μένει να δούμε κατά πόσο θα αποτυπωθεί στο ΑΕΠ ως πρόσθετο εισόδημα και πρόσθετη κατανάλωση η μείωση των ανέργων σε συνδυασμό με την αύξηση του κατώτατου μισθού από τον Φεβρουάριο.

«Βαρόμετρο» η κατανάλωση
Το μεγάλο στοίχημα θα είναι και σε αυτό το τρίμηνο η πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης. Θα φανεί κατά πόσο οι εισοδηματικές ενισχύσεις που έγιναν προς το κλείσιμο του 2018 (με μεγαλύτερη την καταβολή των αναδρομικών στα ειδικά μισθολόγια, αλλά και την πίστωση του έκτακτου κοινωνικού μερίσματος στους τραπεζικούς λογαριασμούς των δικαιούχων), αλλά και η προσμονή των καινούργιων επιδομάτων μέσα στο πρώτο τρίμηνο της φετινής χρονιάς (με χαρακτηριστικότερο το επίδομα στέγασης) θα έχουν αποτυπωθεί και ως αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης.