Πώς η γήρανση του ελληνικού πληθυσμού θέτει προσκόμματα στην αξιοποίηση των 72 δισ. ευρώ

Μπορεί εν μέσω της τρέχουσας πανδημίας οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο να προχωρούν σε επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, προκειμένου να στηρίξουν τις οικονομίες τους, ωστόσο υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες που περιορίζουν την αποτελεσματικότητα μέτρων όπως οι αυξήσεις δαπανών και οι μειώσεις φόρων. Ειδικά για την Ελλάδα αυτές οι εγγενείς αδυναμίες σχετίζονται με το δημογραφικό της πρόβλημα, που υπό τις παρούσες συνθήκες είναι ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, καθώς μεταξύ άλλων θέτει και πρόσθετες προκλήσεις στην αξιοποίηση του πακέτου των 72 δισ. ευρώ που πρόσφατα αποφάσισε το Συμβούλιο Κορυφής των ευρωπαίων ηγετών.Μελέτη του ΔΝΤ που δημοσιεύθηκε χθες δείχνει πως η δημοσιονομική πολιτική δεν είναι τόσο αποτελεσματική στην ενίσχυση της ανάπτυξης σε οικονομίες με ηλικιωμένους πληθυσμούς, σε σύγκριση με τις οικονομίες με νεότερους πληθυσμούς. Ένα ακόμη εύρημα της ίδιας μελέτης είναι πως οι χώρες με υψηλό χρέος αντιμετωπίζουν γενικά ασθενέστερους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές, ενώ οι οικονομίες με δημογραφικές πιέσεις και υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα, εμφανίζουν ακόμη πιο χαμηλούς δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές.

Αυτό καταδεικνύει τη σημασία της συνεκτίμησης του ρόλου της γήρανσης του πληθυσμού κατά την ανάλυση της σχέσης μεταξύ δημόσιου χρέους και ανάπτυξης.

Η οπτική αυτή δείχνει πως η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με τεράστιες προκλήσεις προκειμένου να αξιοποιήσει αναπτυξιακά και με προοπτική τα 32 δισ. ευρώ που της αντιστοιχούν από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης. Πάντως, ούτε η διάθεση των χρημάτων αυτών θα είναι άμεση, ούτε θα είναι χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Η εκταμίευση τόσο των επιχορηγήσεων ύψους 19,5 δισ. ευρώ όσο και των δανείων ύψους 12,5 δισ. ευρώ θα γίνεται στη βάση υλοποίησης ενός εθνικού σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας που υποχρεούται να καταρτίσει η Ελλάδα και στο οποίο θα εμπεριέχεται η μεταρρυθμιστική και η επενδυτική ατζέντα της για τα έτη 2021-23. Αυτό το σχέδιο θα τελεί διαρκώς υπό την παρακολούθηση της Κομισιόν, αλλά και του Eurogroup.

Είναι ενδεικτικό πως το Συμβούλιο Κορυφής αποφάσισε πως τα σχέδια αποκατάστασης και ανθεκτικότητας θα αξιολογούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντός δύο μηνών από την υποβολή τους. Αυτή η αξιολόγηση θα επικεντρώνεται στο εάν τηρούνται τα κριτήρια συνοχής -με τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις-, στο εάν επιτυγχάνεται η ενίσχυση του αναπτυξιακού δυναμικού, η δημιουργία θέσεων εργασίας και η οικονομική και κοινωνική ανθεκτικότητα του κράτους μέλους. Η αποτελεσματική συμβολή στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, αλλά και η τήρηση των αρχών του κράτους δικαίου, θα είναι επίσης απαραίτητη προϋπόθεση για μια θετική αξιολόγηση.

Η αξιολόγηση των εθνικών σχεδίων αποκατάστασης και ανθεκτικότητας θα εγκρίνεται εν συνέχεια από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Κομισιόν, μέσω εκτελεστικής πράξης την οποία το Συμβούλιο θα προσπαθεί να εγκρίνει εντός 4 εβδομάδων από την υποβολή της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η θετική αξιολόγηση των αιτήσεων πληρωμής θα υπόκειται στην ικανοποιητική εκπλήρωση των σχετικών ορόσημων και στόχων εκ μέρους του κράτους μέλους. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία απόψεων για το εάν θα πρέπει να δοθούν στο κράτος μέλος χρήματα τότε το θέμα της εκταμίευσης θα πηγαίνει ξανά στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Αλλά και εκεί δεν είναι σίγουρο πως θα δίνεται άμεσα το «πράσινο φως». Έστω και μια χώρα να έχει προβληματισμό για το εάν καθυστερούν οι μεταρρυθμίσεις σε μια άλλη χώρα-μέλος, έχει δικαίωμα να θέσει «φρένο», το λεγόμενο «emergency break»,. Μέχρι να εξεταστεί το θέμα θα μπορεί να απαιτούνται ακόμη και τρεις μήνες, διάστημα στο οποίο δεν θα υπάρχει εκταμίευση.