Η διατήρηση του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα συνδέεται πρωτίστως με διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, τα οποία επιβαρύνουν το κόστος παραγωγής και κατανάλωσης και φέρνουν την ακρίβεια. Η υψηλή έμμεση φορολογία, ιδιαίτερα μέσω του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα, επιβαρύνει τις τελικές τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Οι έμμεσοι φόροι αποτελούν σημαντικό μέρος της τιμής πολλών προϊόντων, ενώ η επίδρασή τους είναι ιδιαίτερα αισθητή στα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα, τα οποία διαθέτουν μεγαλύτερο ποσοστό των αποδοχών τους για βασικές ανάγκες.
Καθοριστικός είναι και ο ρόλος της ενέργειας. Η μεγάλη εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα καθιστά την Ελλάδα ευάλωτη στις διεθνείς ανατιμήσεις, οι οποίες μεταφέρονται στο κόστος ηλεκτροδότησης, θέρμανσης, μεταφορών και παραγωγής.Η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας φτάνει το 78%, έναντι 57% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με αποτέλεσμα οι διεθνείς διακυμάνσεις να επηρεάζουν σημαντικά το εγχώριο κόστος.
Την ίδια στιγμή, η περιορισμένη λειτουργία του ανταγωνισμού σε κρίσιμες αγορές επιτρέπει τη διατήρηση υψηλών περιθωρίων κέρδους και δυσκολεύει τη μεταφορά ενδεχόμενων μειώσεων κόστους στις τελικές τιμές.
Η συγκέντρωση οικονομικής δραστηριότητας σε σχετικά λίγες επιχειρήσεις, σε συνδυασμό με τις αδυναμίες των μηχανισμών ελέγχου, δημιουργεί συνθήκες που μπορούν να ευνοήσουν τη διατήρηση της ακρίβειας.
Οι πιέσεις αποτυπώνονται στα στοιχεία του Σεπτεμβρίου 2026, όταν ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 5%. Το φυσικό αέριο κατέγραψε ετήσια αύξηση 55,2%, το πετρέλαιο θέρμανσης 53,2%, το πετρέλαιο κίνησης 38,8% και η βενζίνη 22,5%.
Η αντιμετώπιση της ακρίβειας προϋποθέτει επομένως παρεμβάσεις στη φορολογία της κατανάλωσης
Πρόσθετες πιέσεις ασκεί η ισχυρή τουριστική ζήτηση, κυρίως στις υπηρεσίες φιλοξενίας και αναψυχής. Οι τιμές των ξενοδοχείων αυξήθηκαν κατά 29,8%, ενώ σημαντικό μέρος του πληθωρισμού προήλθε από τον τομέα των υπηρεσιών.
Ακόμη, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε τουρισμό, κατασκευές και μεταποίηση αυξάνουν το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων. Η αντιμετώπιση της ακρίβειας προϋποθέτει επομένως παρεμβάσεις στη φορολογία της κατανάλωσης, μείωση του ενεργειακού κόστους και ουσιαστική ενίσχυση του ανταγωνισμού. Χωρίς αλλαγές σε αυτούς τους τομείς, η οικονομική ανάπτυξη δεν αρκεί για να εξασφαλίσει χαμηλότερες τιμές και πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Και η κυβέρνηση δεν έχει δείξει τη βούληση να αντιμετωπίσει κάποιο από αυτά τα μέτωπα.
Πηγή: dnews.gr
































