Οι πυρκαγιές σε Αττική και Βοιωτία άφησαν πίσω τους νεκρούς ανθρώπους και ζώα, μεγάλες καταστροφές σε κατοικίες και επιχειρήσεις και εκτεταμένη περιβαλλοντική ζημιά. Με τις αυτοψίες να ξεκινούν, αρχίζει πλέον και η αποτίμηση της επίπτωσης στον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς καταγράφονται οι ανάγκες των πληγέντων, οι ζημιές σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις και το κόστος αποκατάστασης των δημόσιων υποδομών από τις φυσικές καταστροφές.
Ο τελικός λογαριασμός των φυσικών καταστροφών για τον προϋπολογισμό δεν μπορεί ακόμη να υπολογιστεί, καθώς οι αυτοψίες είναι αυτές που θα δείξουν πόσα κτίρια έχουν καταστραφεί ολοσχερώς, πόσα μπορούν να επισκευαστούν και πόσοι δικαιούχοι θα ενταχθούν στα μέτρα κρατικής αρωγής.
Η στήριξη προβλέπεται να περιλαμβάνει πλήρη κάλυψη της στεγαστικής συνδρομής για την επισκευή ή την ανακατασκευή κατοικιών, επιδότηση προσωρινής στέγασης έως 500 ευρώ, ενισχύσεις για τις πρώτες ανάγκες και την οικοσκευή, καθώς και επιχορήγηση έως 70% για ζημιές σε εξοπλισμό και εγκαταστάσεις επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με πηγές του Υπουργείου Οικονομικών (ΥΠΟΙΚ), το σύνολο των μέτρων για τους πυρόπληκτους θα χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου από το ταμείο αρωγής. Οι ίδιες πηγές διευκρινίζουν ότι δεν απαιτείται πρόσθετη χρηματοδότηση από το ΥΠΟΙΚ και ότι δεν επηρεάζεται ο προγραμματισμός της ΔΕΘ.
Η καταβολή των επιμέρους ενισχύσεων μπορεί να υλοποιείται διοικητικά από διαφορετικούς φορείς, όπως οι δήμοι, οι περιφέρειες και άλλες αρμόδιες υπηρεσίες. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει τη συνολική δημοσιονομική εικόνα, καθώς για τη συγκεκριμένη καταστροφή η χρηματοδότηση θεωρείται ήδη εξασφαλισμένη μέσα από το πλαίσιο της κρατικής αρωγής.
Τι καλύπτουν τα 800 εκατ. ευρώ
Κεντρικό χρηματοδοτικό εργαλείο αποτελεί το Ειδικό Πρόγραμμα Αντιμετώπισης και Αποκατάστασης Φυσικών Καταστροφών 2026–2030, συνολικού αρχικού προϋπολογισμού 800 εκατ. ευρώ, το οποίο έχει ενταχθεί στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης.
Θεσμικά, τα έργα του προγράμματος εγγράφονται σε διακριτές συλλογικές αποφάσεις του εθνικού σκέλους του Αναπτυξιακού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και χρηματοδοτούνται από τον Κεντρικό Λογαριασμό Φυσικών Καταστροφών.
Το ποσό των 800 εκατ. ευρώ δεν αφορά αποκλειστικά τις πυρκαγιές του φετινού καλοκαιριού ούτε αποτελεί ετήσιο αποθεματικό καθώς καλύπτει ολόκληρη την περίοδο 2026–2030, όλη τη χώρα και κάθε μορφή φυσικής καταστροφής, όπως πυρκαγιές, πλημμύρες, σεισμούς και κατολισθήσεις.
Μέσω του προγράμματος μπορούν να χρηματοδοτούνται η δωρεάν κρατική αρωγή για την αποκατάσταση κτιρίων, η προσωρινή στέγαση, έργα σε δημόσιες υποδομές και παρεμβάσεις αποκατάστασης ή προστασίας των πληγεισών περιοχών. Ήδη έχουν ενταχθεί πράξεις για παλαιότερες πυρκαγιές, πλημμύρες και σεισμούς, μεταξύ των οποίων επιδοτήσεις ενοικίου και αποκατάσταση ζημιών σε κτίρια.
Στο νέο πρόγραμμα μεταφέρονται επίσης έργα με μακροχρόνιες ή εκκρεμείς δαπάνες από την προηγούμενη προγραμματική περίοδο. Επομένως, τα 800 εκατ. ευρώ δεν βρίσκονται στο σύνολό τους διαθέσιμα για νέα περιστατικά, καθώς μέρος τους θα καλύψει παλαιότερες υποχρεώσεις.
Το ποσό δεν αποτελεί απόλυτο όριο πέρα από το οποίο εξαντλείται η κρατική αρωγή. Η απόφαση προβλέπει διαδικασία κατανομής πρόσθετων πόρων όταν μία αύξηση έργου προκαλεί υπέρβαση του συνολικού προϋπολογισμού του προγράμματος, έπειτα από εισήγηση της Κυβερνητικής Επιτροπής Κρατικής Αρωγής.
Με βάση την έως τώρα εικόνα των ζημιών, πάντως, οι πυρκαγιές σε Αττική και Βοιωτία δεν συνιστούν από μόνες τους ρεαλιστικό κίνδυνο εξάντλησης του προγράμματος. Ωστόσο, εάν έως το 2030 προστεθούν νέες εκτεταμένες καταστροφές, υψηλό κόστος αποκατάστασης υποδομών και παλαιές εκκρεμείς υποχρεώσεις, δεν μπορεί να αποκλειστεί η ανάγκη ενίσχυσης του προγράμματος με πρόσθετους πόρους.
Το μεγάλο ασφαλιστικό κενό στις κατοικίες
Η κατάσταση επιδεινώνεται και από το μεγάλο ασφαλιστικό κενό της Ελλάδας, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της ιδιωτικής περιουσίας παραμένει χωρίς κάλυψη έναντι φυσικών καταστροφών.
Παρά την έκπτωση στον ΕΝΦΙΑ για ασφαλισμένες κατοικίες και τη θέσπιση υποχρεωτικής ασφάλισης για μεγαλύτερες επιχειρήσεις, η ασφαλιστική κάλυψη παραμένει χαμηλή.
Στο τέλος του 2025 βρίσκονταν σε ισχύ 1.355.133 ασφαλιστήρια συμβόλαια κατοικίας, αυξημένα κατά 8,7% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα. Το συνολικό ποσοστό ασφαλιστικής κάλυψης διαμορφώθηκε στο 20,5%, από 18,9% στο τέλος του 2024.
Η εικόνα είναι ακόμη δυσμενέστερη όταν εξετάζεται η κάλυψη του ίδιου του κτιρίου, η οποία είναι και η πλέον κρίσιμη σε περίπτωση πυρκαγιάς, πλημμύρας ή σεισμού. Οι κατοικίες με κάλυψη κτιρίου ανέρχονταν σε 1.184.046 και αντιστοιχούσαν μόλις στο 17,9% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος.
Επομένως, το 82,1%, δηλαδή περισσότερα από τέσσερα στα πέντε σπίτια, δεν διέθετε ασφαλιστική κάλυψη κτιρίου.
Βελτίωση καταγράφεται στις ευρύτερες καλύψεις έναντι καταστροφών. Οι κατοικίες που ήταν ασφαλισμένες ταυτόχρονα για καιρικά φαινόμενα και σεισμό αυξήθηκαν κατά 27,8%, στις 846.620, από 662.452 στο τέλος του 2024. Ωστόσο, εξακολουθούν να αντιστοιχούν μόλις σε περίπου 13% του συνόλου των κατοικιών της χώρας.
Η χαμηλή ασφαλιστική κάλυψη έχει άμεση δημοσιονομική συνέπεια. Όταν εκδηλώνεται μία μεγάλη καταστροφή, περιορισμένο μέρος των ζημιών απορροφάται από την ιδιωτική ασφαλιστική αγορά και το υπόλοιπο επιβαρύνει τους ιδιοκτήτες, τις επιχειρήσεις και τον κρατικό προϋπολογισμό μέσω της κρατικής αρωγής και των έργων αποκατάστασης.
Αξίζει να σημειωθεί πως η Κομισόν αναφέρει στην έκθεση για την Ελλάδα του 2026 ότι από τις ζημιές ύψους 18,3 δισ. ευρώ που προκάλεσαν στην χώρα τα ακραία καιρικά και κλιματικά φαινόμενα την περίοδο 1980–2024, μόλις το 5% ήταν ασφαλισμένο.
Πηγή: newsit.gr
































