Σεντένο: Είμαστε πολύ κοντά σε μια συμφωνία

Την αισιοδοξία πως το Eurogroup βρίσκεται κοντά σε συμφωνία για ένα δίκτυ ασφαλείας που θα προστατέψει την ευρωζώνη από την κρίση του κορωνοϊού εξέφρασε ο πρόεδρος του Eurogroup Μάριο Σεντένο σε δήλωση που έκανε λίγο πριν την έναρξη της τηλεδιάσκεψης της Ευρωομάδας.

«Είμαστε πολύ κοντά σε μια συμφωνία. Έχω εμπιστοσύνη –και εξακολουθώ να πιστεύω – ότι αυτή τη φορά θα σταθούμε όλοι στο ύψος των περιστάσεων και θα δείξουμε το απαραίτητο πνεύμα συμβιβασμού, το οποίο είναι το θεμέλιο της Ένωσης μας», ανέφερε.

Αυτή η δήλωση διαφέρει αρκετά από ένα tweet που είχε αναρτήσει προ μιας ώρα ο Σεντένο και στο οποίο ανέφερε τα εξής: «Εντατικές επαφές με τους άλλους υπουργούς Οικονομικών πριν την επανέναρξη του Eurogroup σήμερα το απόγευμα. Η εμπιστοσύνη των πολιτών μας εξαρτάται από εμάς. Πρέπει να καταλήξουμε σε συμφωνία».

Δραματική έκκληση Κόντε
Τη σοβαρότητα της κατάσταση ανέδειξε ο δραματικός τόνος των δηλώσεων του Ιταλού πρωθυπουργού Τζουζέπε Κόντε στη γερμανική Bild. O κ. Κόντε αφού κάλεσε την ΕΕ να προχωρήσει στην έκδοση ευρωομολόγου κορωνοϊού, υπογράμμισε :

«Στη Γερμανία μπορεί να έχετε όσα δημοσιονομικά περιθώρια θέλετε, αλλά δεν μπορείτε να πιστεύετε ότι θα αντιμετωπίσετε μια τόσο φοβερή κοινωνική, υγειονομική και οικονομική κρίση μόνο με τα δημοσιονομικά σας περιθώρια».

Ο Ιταλός πρωθυπουργός προσέθεσε ότι: «Είναι προς το αμοιβαίο συμφέρον η Ευρώπη να δηλώσει παρούσα, να δείξει ότι αίρεται στο ύψος των περιστάσεων αυτής της πρόκλησης. Διαφορετικά, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε το ευρωπαϊκό όραμα και ο καθένας να μεριμνήσει για τον εαυτό του. Όμως σε αυτή την περίπτωση «θα χρειαστούν τριπλάσια, τετραπλάσια, πενταπλάσια ποσά για να βγούμε από αυτή την κρίση και δεν έχουμε εγγύηση ότι θα τα καταφέρουμε με τον καλύτερο, αποτελεσματικότερο και ταχύτερο τρόπο».

Ενδεικτικά επίσης όσα γράφει η γερμανική οικονομική εφημερίδα Handelsblatt και αναμεταδίδει το ΑΠΕ:

«Εάν εδραιωθεί η εντύπωση ότι ο πλούσιος Βορράς εγκαταλείπει τον Νότο, ο οποίος έχει πληγεί σκληρά από την κρίση, αυτό θα είναι επικίνδυνο για το κοινό νόμισμα. Τότε θα μπορούσε να υπάρξει ένα κερδοσκοπικό κύμα επιθέσεων εναντίον της Ιταλίας και της Ισπανίας, το οποίο θα επισκιάσει όλα όσα έχουν συμβεί μέχρι τώρα και θα φέρει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε δύσκολη θέση. Η απώλεια εμπιστοσύνης στο ίδιο το ευρώ θα μπορούσε να είναι η μοιραία συνέπεια».

Η υπαναχώρηση της Γαλλίας
Ο Γερμανός υπουργός Οικονομίας Πέτερ Αλτμάιερ εξέφρασε ότι το Eurogroup θα καταλήξει σε συμφωνία. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι: «Είναι σημαντικό να λάβουμε αυτή την απόφαση σήμερα για τα 500 δισ. ευρώ που είναι υπό συζήτηση –είναι ένα απίστευτα μεγάλο ποσό που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε για να βοηθήσουμε πολύ κόσμο, ειδικά στις πλέον πληγείσες χώρες, την Ισπανία και την Ιταλία. Έχω εμπιστοσύνη ότι (ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών) Όλαφ Σολτς, μαζί με τον συνάδελφό του, τον (Γάλλο υπουργό Οικονομικών) Μπρουνό Λεμέρ, μπορούν να το προωθήσουν αυτό σήμερα και όλοι εργαζόμαστε σε αυτό από κοινού».

Η αναφορά στον κ. Λεμέρ από τον κ. Αλτμάιερ δεν είναι τυχαία. Η Γαλλία φαίνεται να υπαναχωρεί από το μέτωπο των 9 χωρών που ζήτησαν ευρωομόλογο κορωνοϊού και να μπαίνει σε πλαίσιο συμφωνίας με τη Γερμανία. Την ίδια στιγμή, τους τόνους αρχίζει να ρίχνει και η Ισπανία.

Ωστόσο, η Ιταλία, προς το παρόν, εμφανίζεται ανυποχώρητη.

Το πλαίσιο της συμφωνίας
Το ευρωομόλογο κορωνοϊού είναι εκτός πλαισίου συμφωνίας. Ωστόσο, η Ιταλία τόσο για λόγους ουσίας όσο και για λόγους επικοινωνίας, επιδιώκει να υπάρξει αναφορά στο τελικό ανακοινωθέν ότι η συζήτηση παραμένει ανοιχτή. Ένα δεύτερο σημείο που πρέπει να διευθετηθεί, είναι οι όροι συνοδεύσουν τα δάνεια του ESM τα οποία θα φτάσουν τα 200 δισ. ευρώ (περίπου 2% του ΑΕΠ για κάθε χώρα). Ο Όλαφ Σολτς κάνει λόγο για χαλαρούς όρους, αλλά ο Ολλανδός συνάδελφός του, Βόπκε Χούκστρα, ζήτησε πλήρη Μνημόνια, προκαλώντας την οργή του Μπρουνό Λεμέρ. Ορισμένοι θεωρούν ότι η Ολλανδία παίζει το ρόλο του «λαγού» της Γερμανίας.

Το τρίτο ζήτημα είναι αν θα συμφωνηθεί τελικά η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού «ταμείου ανάκαμψης» το οποίο θα διοχετεύσει ρευστότητα στα κράτη μέλη. Ωστόσο, ακόμα και αυτήν την πολύ light εκδοχή αμοιβαιοποίησης χρεών, απορρίπτεται από τον ευρωπαϊκό Βορρά.