Η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα παραμένει το 2025 ίδια με εκείνη του 2019 για το σύνολο της οικονομίας, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για τους φόρους, τα οποία δημοσιεύθηκαν στις 28 Οκτωβρίου.
Ο καλύτερος δημοσιονομικός δείκτης που απαντά στο ερώτημα «πόσοι είναι οι φόροι» στο σύνολο της οικονομίας είναι συνήθως αυτός της φορολογικής επιβάρυνσης ως ποσοστό του ΑΕΠ, όπως αναφέρεται σε ανάλυση των στοιχείων της Eurostat από το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ).
Αυξημένες εισφορές
Η Ελλάδα κατατάσσεται τέταρτη στην ΕΕ των 27 στους έμμεσους φόρους με 17,2% του ΑΕΠ έναντι13,4% που είναι ο μέσος όρος κράτους μέλους. Ο ΦΠΑ μόνος αντιστοιχεί στο 9,4% του ΑΕΠ έναντι 7,2% στην ΕΕ.
Αυτή η δομή της φορολογίας βαρύνει δυσανάλογα την κατανάλωση, καθώς κάθε αγορά αγαθών και υπηρεσιών φέρει υψηλότερο έμμεσο φορολογικό φορτίο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ πλην τριών. Αντίστροφα, υστερεί κατά 1,2 μονάδες στους άμεσους φόρους με 11% έναντι 12,2% που είναι ο μέσος όρος κράτους μέλους.
Στις κοινωνικές εισφορές η Ελλάδα με 13% του ΑΕΠ βρίσκεται 0,9 μονάδες πάνω από τον μέσο όρο κράτους μέλους (12,1%).
Ως προς την κατανομή των πόρων, η κοινωνική προστασία απορροφά το 36,7% της συνολικής κρατικής δαπάνης, έναντι 36,6% που είναι ο μέσος όρος των κρατών της ΕΕ αντίστοιχα.
Για παράδειγμα, από 1.000 ευρώ, σχεδόν τα 800, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024, κατευθύνονται σε συντάξεις γήρατος και επιζώντων, ενώ 620 ευρώ δαπανόνται κατά μέσο όρο στην ΕΕ των 27.
Επομένως, σύμφωνα με τα στοιχεία, η ελληνική κοινωνική προστασία είναι ουσιαστικά συνταξιοδοτική δαπάνη, καθώς οι πόροι που απομένουν για τις ανάγκες των νεότερων γενεών, όπως η οικογένεια, η αναπηρία και η στέγαση, είναι αναλογικά οι μισοί ή και λιγότεροι από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Η φορολογική επιβάρυνση από το 2019 έως το 2025
Η Ελλάδα ξεκίνησε το 2025 σημειώνοντας την ίδια φορολογική επιβάρυνση στο σύνολο της οικονομίας με το 2019, καθώς συλλέγει και φόρους και εισφορές το 41,3% του ΑΕΠ.
Μέσα σε αυτή την 6ετία, το 2022 ο δείκτης εκτινάχθηκε στο 42,8%, αντανακλώντας την επίδραση της ανάκαμψης μετά την πανδημία και των αυξημένων εσόδων, ενώ η πτώση στο 40,5% το 2023 ακολούθησε αντίστροφη πορεία.
Τα έσοδα αυξήθηκαν από 76,4 δισ. ευρώ το 2019 σε 103,2 δισ. ευρώ το 2025, σημειώνοντας αύξηση περίπου 35%. Ο μέσος των 27 χωρών της ΕΕ κυμάνθηκε μεταξύ 36,9% (2023) και 37,9% (2025).
Κατά συνέπεια, η Ελλάδα βρισκόταν σταθερά 3 έως 5,5 μονάδες πάνω από αυτό το επίπεδο σε όλη την περίοδο, με τη διαφορά να φτάνει τις 5,5 μονάδες το 2022.
Το 2025, η Ελλάδα σημειώνει 3,4 μονάδες υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, με 41,3% επί του ΑΕΠ, έναντι 37,9% που είναι ο μέσος όρος της ΕΕ-27.

Αντίστροφα, οι κοινωνικές εισφορές μειώθηκαν από 14,4% σε 13%, κυρίως λόγω της συρρίκνωσης των τεκμαρτών εισφορών. Η σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ-27 αποκαλύπτει τη δομική ιδιαιτερότητα της Ελλάδας.
Οι έμμεσοι φόροι στο 17,2% του ΑΕΠ υπερβαίνουν κατά 3,8 μονάδες τον μέσο όρο κράτους μέλους (13,4%) και η χώρα κατατάσσεται τέταρτη στην ΕΕ-27, ως προς την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση σε αυτή την κατηγορία.
Στους άμεσους φόρους υπολείπεται κατά 1,2 μονάδες (11% έναντι 12,2%), ενώ στις κοινωνικέςεισφορές βρίσκεται 0,9 μονάδες πάνω από τον μέσο όρο κράτους μέλους (13% έναντι 12,1%).

Πού πηγαίνουν οι φόροι μας
Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024, οι δαπάνες της ελληνικής γενικής κυβέρνησης έφτασαν το 48,2% του ΑΕΠ, 2,3 μονάδες πάνω από τον μέσο όρο κράτους μέλους, το οποίο βρίσκεται στο 45,9%.
Σε επιμέρους κατηγορίες, η δημόσια δαπάνη για υγεία ανήλθε στο 5,7% του ΑΕΠ, έναντι 6,8% για τον μέσο όρο της ΕΕ-27. Η δαπάνη για παιδεία ήταν 3,9%, έναντι 5%. Αντίθετα, η Ελλάδα δαπανά περισσότερα από τον μέσο όρο των κρατών της ΕΕ στις γενικές δημόσιες υπηρεσίες με 8,3% έναντι 5,6%. Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται η εξυπηρέτηση του χρέους και οι διοικητικές λειτουργίες.
Ακόμα, η κοινωνική προστασία απορροφά 17,7% του ΑΕΠ, ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, που είναι 17%. Ωστόσο, η κρίσιμη παράμετρος στην κοινωνική προστασία είναι η εσωτερική κατανομή των δαπανών, καθώς το 78,5% της κοινωνικής προστασίας κατευθύνεται σε γήρας και επιζώντες, έναντι περίπου 62% για τον μέσο όρο της ΕΕ-27.

- 786 ευρώ σε συντάξεις γήρατος και επιζώντων στην Ελλάδα, έναντι 618 ευρώ στον μ.ο. ΕΕ-27.
- 85 ευρώ σε ασθένεια και αναπηρία έναντι 141 ευρώ στον μ.ο. ΕΕ-27.
- 51 ευρώ σε οικογένεια και παιδιά έναντι 124 ευρώ στον μ.ο. ΕΕ-27.

Αντίθετα, η συνολική δαπάνη κοινωνικής προστασίας μειώθηκε κατά 1,9 μονάδες (από 19,6% σε 17,7%), μείωση που προέρχεται σχεδόν εξολοκλήρου από τη δαπάνη για γήρας (−1,9 μονάδες, από 13,7% σε 11,8%), ενώ οριακά μειώθηκαν η δαπάνη για ασθένεια και αναπηρία (−0,1) και για κοινωνικό αποκλεισμό (−0,1).
Αμετάβλητες παρέμειναν οι δαπάνες για επιζώντες (2,1%), οικογένεια και παιδιά (0,9%) και στέγαση (0,2%). Την ίδια περίοδο ο μέσος όρος της ΕΕ-27 κινήθηκε αντίστροφα, με τη συνολική δαπάνη να αυξάνεται κατά 0,8 μονάδες (από 16,2% σε 17,0%).
































