Θετικά υποδέχεται η Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ) τη διεύρυνση της ρύθμισης οφειλών έως 120 δόσεις, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μια παρέμβαση που μπορεί να προσφέρει σημαντική ανάσα ρευστότητας σε χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η ΕΣΕΕ υπενθυμίζει ότι είχε θέσει επιτακτικά το συγκεκριμένο αίτημα, θεωρώντας πως η επέκταση της διάρκειας αποπληρωμής μπορεί να συμβάλει στη μείωση της μηνιαίας επιβάρυνσης για τις επιχειρήσεις και να διευκολύνει την ομαλή εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους.
Παράλληλα, θετική είναι η πρώτη αποτίμηση της Συνομοσπονδίας και για τις παρεμβάσεις στα καύσιμα, οι οποίες, όπως σημειώνει, κινούνται προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης των πιέσεων που δέχεται το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση, η ΕΣΕΕ αναμένει την εξειδίκευση των μέτρων, προκειμένου να αξιολογήσει το πραγματικό εύρος τους και τον αντίκτυπο που θα έχουν στην αγορά και στη λειτουργία των εμπορικών επιχειρήσεων.
Η Συνομοσπονδία υπογραμμίζει ότι η οικονομία εξακολουθεί να κινείται σε ένα περιβάλλον έντονης διεθνούς αβεβαιότητας, με τις επιπτώσεις των διεθνών κρίσεων να μεταφέρονται καθημερινά στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και συνολικά στην αγορά.
Για τον λόγο αυτό, ζητεί από το οικονομικό επιτελείο να διατηρήσει διαρκή ετοιμότητα, ώστε, εφόσον προκύψουν νέες πιέσεις, να μπορεί να προχωρήσει άμεσα σε πρόσθετες και στοχευμένες παρεμβάσεις.
Σύμφωνα με την ΕΣΕΕ, η στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και η διατήρηση της λειτουργίας της αγοράς πρέπει να παραμείνουν σταθερές προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής.
Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς: Θετική η επέκταση της ρύθμισης, ζητά μόνιμο μηχανισμό
Θετικά αξιολογεί ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς την ανακοίνωση της κυβέρνησης για τη διεύρυνση της ρύθμισης οφειλών από τις 72 στις 120 δόσεις, καθώς κινείται στην κατεύθυνση μιας πρότασης που ο Σύλλογός μας υποστηρίζει σταθερά εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ο ΕΣΠ έχει θέσει δημόσια από τις αρχές του 2026 την ανάγκη για πάγια ρύθμιση έως 120 δόσεων, επισημαίνοντας ότι το ζητούμενο δεν είναι απλώς η ένταξη περισσότερων οφειλετών, αλλά η δυνατότητά τους να παραμένουν στη ρύθμιση μέχρι την ολοκλήρωσή της.
Παράλληλα, ο Σύλλογος έχει καταθέσει συγκεκριμένη πρόταση για αλγοριθμικό προσδιορισμό της ρύθμισης, ώστε το ύψος της μηνιαίας δόσης να συνδέεται με την πραγματική οικονομική δυνατότητα και τις ταμειακές ροές κάθε επιχείρησης.
Ο Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς, Θοδωρής Καπράλος, δήλωσε: «Οι 120 δόσεις είναι μια θετική και ουσιαστική εξέλιξη, την οποία η αγορά έχει ανάγκη. Εδώ και μήνες έχουμε επισημάνει ότι μια ρύθμιση δεν κρίνεται μόνο από τον αριθμό των δόσεων, αλλά από το πόσες επιχειρήσεις μπορούν πραγματικά να την ολοκληρώσουν. Γι’ αυτό το επόμενο βήμα πρέπει να είναι ένας μόνιμος μηχανισμός, με τη δόση να προσαρμόζεται, μέσα από αντικειμενικά και αλγοριθμικά κριτήρια, στην πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής κάθε επιχείρησης.»
Κατά την εξειδίκευση της νέας ρύθμισης, ο ΕΣΠ θεωρεί σημαντικό να εξεταστεί και η θέση επιχειρήσεων που εξυπηρετούν άλλες ενεργές ρυθμίσεις, ώστε να μην προκύψουν αδικαιολόγητες διαφοροποιήσεις, καθώς και η δυνατότητα ένταξης νεότερων οφειλών και επανένταξης επιχειρήσεων που έχασαν προηγούμενες ρυθμίσεις λόγω πραγματικής οικονομικής αδυναμίας.
Θετικά αξιολογούνται επίσης οι παρεμβάσεις για το πλαίσιο λειτουργίας των servicers και η ενίσχυση της επιδότησης στο πετρέλαιο κίνησης, καθώς το αυξημένο ενεργειακό και μεταφορικό κόστος επιβαρύνει άμεσα τη λειτουργία των επιχειρήσεων και τελικά ολόκληρη την αγορά.
Οι 120 δόσεις αποτελούν σημαντικό βήμα. Στόχος πλέον πρέπει να είναι η μετάβαση από τις έκτακτες ρυθμίσεις σε ένα σταθερό σύστημα που θα επιτρέπει στις βιώσιμες επιχειρήσεις να ρυθμίζουν και, κυρίως, να αποπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους.
Το ΒΕΑ χαιρετίζει τις 120 δόσεις αλλά ζητεί νέες παρεμβάσεις
Ικανοποίηση για την υιοθέτηση δύο βασικών προτάσεών του, την επέκταση της ρύθμισης οφειλών από τις 72 στις 120 δόσεις και την ένταξη των χρεών που δημιουργήθηκαν έως και το 2024, εκφράζει το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας (ΒΕΑ), μετά τις σχετικές εξαγγελίες του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το Επιμελητήριο υπογραμμίζει ότι πρόκειται για δύο παρεμβάσεις που αποτελούσαν πάγια αιτήματά του τα τελευταία δύο χρόνια, καθώς θεωρεί ότι οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις χρειάζονται ένα ρεαλιστικό και βιώσιμο πλαίσιο αποπληρωμής των συσσωρευμένων υποχρεώσεών τους.
Σύμφωνα με το ΒΕΑ, η διαχείριση του ιδιωτικού χρέους δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από το οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια σειρά διαδοχικών πιέσεων, από την οικονομική και υγειονομική κρίση έως την ενεργειακή αναστάτωση, οι συνέπειες της οποίας εξακολουθούν να επηρεάζουν το κόστος λειτουργίας τους.
Οι αυξημένες τιμές στην ενέργεια, στις πρώτες ύλες και στη χρηματοδότηση, σε συνδυασμό με τη μειωμένη ρευστότητα, εξακολουθούν να περιορίζουν τη δυνατότητα πολλών επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, σημειώνει το Επιμελητήριο.
Το ΒΕΑ υπενθυμίζει ότι είχε επισημάνει πως το προηγούμενο πλαίσιο των 72 δόσεων δεν ανταποκρινόταν στις πραγματικές δυνατότητες των μικρών επιχειρήσεων. Όπως ανέφερε, η υψηλή μηνιαία επιβάρυνση αύξανε τον κίνδυνο απώλειας της ρύθμισης και δημιουργίας νέων ληξιπρόθεσμων χρεών.
Για τον λόγο αυτό, κατά την παρουσία του στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, είχε ζητήσει τη θεσμοθέτηση ρύθμισης έως 120 δόσεις, ώστε η μηνιαία δόση να καταστεί πιο διαχειρίσιμη για τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, είχε ζητήσει να διευρυνθεί το χρονικό όριο των οφειλών που μπορούν να ενταχθούν στη ρύθμιση, καθώς θεωρούσε ότι ο αποκλεισμός των χρεών μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2023 δεν αντανακλούσε τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς. Το Επιμελητήριο είχε επισημάνει ότι οι πιέσεις στη ρευστότητα συνεχίστηκαν και το 2024, με αποτέλεσμα να απαιτείται μεγαλύτερη περίμετρος ένταξης.
Η επέκταση στις 120 δόσεις και η συμπερίληψη των οφειλών του 2024 αποτελούν, σύμφωνα με το ΒΕΑ, κινήσεις που ευθυγραμμίζονται με τις συγκεκριμένες προτάσεις που είχε καταθέσει.
Ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Κωνσταντίνος Δαμίγος, χαρακτήρισε τις αλλαγές «ουσιαστική δικαίωση» δύο βασικών αιτημάτων που το Επιμελητήριο διεκδίκησε σταθερά.
Όπως σημείωσε, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν χρειάζονται «μια ακόμη ρύθμιση στα χαρτιά», αλλά ένα πλαίσιο που θα τους δίνει τη δυνατότητα να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους χωρίς να απειλείται η λειτουργία τους.
Ο κ. Δαμίγος υπογράμμισε ότι οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν υψηλό λειτουργικό κόστος και περιορισμένη ρευστότητα, επισημαίνοντας πως η αύξηση των δόσεων και η ένταξη των νεότερων χρεών αποτελούν σημαντικά βήματα, αλλά όχι το τέλος των παρεμβάσεων που απαιτούνται.
Τα αιτήματα που παραμένουν στο τραπέζι
Το ΒΕΑ σημειώνει ότι απαιτούνται και άλλες αλλαγές ώστε η νέα ρύθμιση να καταστεί πραγματικά αποτελεσματική.
Μεταξύ των προτάσεων που εξακολουθεί να προωθεί είναι η δραστική μείωση του επιτοκίου της ρύθμισης, με πρόταση για σταθερό επιτόκιο έως 2%, καθώς και η μείωση προστίμων και προσαυξήσεων, ώστε η επιμήκυνση της αποπληρωμής να μην εξανεμίζεται από το συνολικό κόστος της οφειλής.
Παράλληλα, ζητεί την κατάργηση περιορισμών που αποκλείουν οφειλέτες με ενεργές ρυθμίσεις, ώστε να μπορούν να μεταβούν σε ευνοϊκότερα σχήματα και να μειώσουν τη μηνιαία επιβάρυνσή τους.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει και στη δημιουργία ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού, καθώς, όπως επισημαίνει, η δέσμευση κεφαλαίων μπορεί να στερήσει από μια επιχείρηση τη δυνατότητα να καλύψει βασικές ανάγκες, όπως μισθούς, προμηθευτές, πρώτες ύλες αλλά και την ίδια τη ρύθμιση.
Για το ΒΕΑ, η επιτυχία του νέου πλαισίου θα κριθεί από το κατά πόσο οι επιχειρήσεις θα μπορούν να παραμείνουν συνεπείς μέχρι την ολοκλήρωση της αποπληρωμής. Στόχος, όπως αναφέρει, πρέπει να είναι η εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία παράλληλα με τη διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας και των θέσεων εργασίας.































