Ο Σουηδός πρωθυπουργός Στέφαν Λόφβεν χρειάστηκε να θυσιάσει δύο υπουργούς του στο βωμό των πυρών από την αντιπολίτευση, όμως ακόμη δεν έχει αποφύγει τον κίνδυνο να δει την κυβέρνηση μειοψηφίας του να πέφτει -και η Στοκχόλμη δεν αποκλείεται να φτάσει ακόμη και στην πρόωρη κάλπη.
Η πολιτική κρίση πυροδοτήθηκε από σκάνδαλο για ενδεχόμενη διαρροή ευαίσθητων δεδομένων αλλά περνάει και από τους προβληματικούς συσχετισμούς στο Κοινοβούλιο εξαιτίας του «πολιτικά αδρανούς» εθνικιστικού μπλοκ. Κανονικά, οι εκλογές είναι προγραμματισμένες για το φθινόπωρο του 2018.
Το κεντρικό πρόβλημα του Λόφβεν των Σοσιαλδημοκρατών είναι ότι η κυβέρνηση συνασπισμού που σχημάτισε με τους Πράσινους παραμένει κυβέρνηση μειοψηφίας: Χρειάζεται την ανοχή της αντιπολίτευσης στο Κοινοβούλιο της οποίας ήταν δυνητικά όμηρος από την ανάληψη καθηκόντων.
Τα έδρανα της αντιπολίτευσης κυριαρχούνται από την «Κεντροδεξιά Συμμαχία» (Μετριοπαθών, Χριστιανοδημοκράτες και άλλων) και, από την άλλη πλευρά, από το εθνικιστικό, αντιμεταναστευτικό κόμμα των Σουηδών Δημοκρατών. Η Συμμαχία έχει αθροιστικά περισσότερες έδρες από Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινους μαζί, αλλά ούτε εκείνη έχει πλειοψηφία -οι έδρες του εθνικιστικού κόμματος έχουν καταστεί το κρίσιμο μέγεθος.
Στην Στοκχόλμη όλα τα κόμματα πάγια απορρίπτουν το ενδεχόμενο συνεργασίας με το εθνικιστικό κόμμα -κάτι που το καθιστά μεν αναγκαστικά «αδρανές μπλοκ» στο Κοινοβούλιο αλλά, εκ των πραγμάτων, εμπόδιο σε όλα τα στρατόπεδα ακριβώς επειδή με τις έδρες του καθιστά πολύ δύσκολη την επίτευξη σταθερής πλειοψηφίας.
Ευαίσθητα δεδομένα στο εξωτερικό;
Η πολιτική κρίση ξεκίνησε από τις σκιές σε υπόθεση συνεργασίας της Σουηδικής Αρχής Μεταφορών με την IBM Sweden, η οποία περιλάμβανε εκχώρηση έργου και στο εξωτερικό -συγκεκριμένα, σε Τσεχία και Σερβία.
Υπάρχουν ανησυχίες πως εξαιτίας της συμφωνίας μπορεί να διαρρεύσουν στο εξωτερικό ευαίσθητα δεδομένα σουηδών πολιτών (από πινακίδες οχημάτων μέχρι και, εμμέσως, στοιχεία ενστόλων) -ανησυχίες που τις τελευταίες ημέρες αναγνώρισε και ο ίδιος ο Λόφβεν.
Ως εκ τούτου, η αντιπολίτευση πέρασε στην επίθεση και κάλεσε τον Λόφβεν να απομακρύνει τρεις υπουργούς τους: Την υπουργό Συγκοινωνιών, τον υπουργό Εσωτερικών και τον υπουργό Άμυνας. Ο πρωθυπουργός τελικά έδειξε την έξοδο στους δύο πρώτους αλλά κράτησε τον υπουργό Άμυνας, Πέτερ Χούλτκβιστ στη θέση του.
Η κίνησή του θεωρείται «παραδοσιακά σκανδιναβική» μέση οδός, κάνοντας ταυτόχρονα παραχώρηση αλλά και αρνούμενος να παραδοθεί ολοκληρωτικά στις αντιδράσεις.
Ωστόσο, την Πέμπτη η ανιτπολίτευση -τόσο η Συμμαχία όσο και το εθνικιστικό κόμμα- επιμένουν να ζητούν το κεφάλι του υπουργού Άμυνας επί πίνακι, λέγοντας πως ο Χούλτκβιστ δεν έχει την (κοινοβουλευτική) «εμπιστοσύνη» τους.
Τα δύο μπλοκ της αντιπολίτευσης έδειξαν ότι σκοπεύουν να συνεχίσουν στη γραμμή τους και να καταθέσουν πρόταση μομφής εναντίον του υπουργού Άμυνας. Στο Κοινοβούλιο των 349 εδρών, η Κεντροδεξιά Συμμαχία έχει 140 έδρες και το εθνικιστικό κόμμα 47 -οπότε, εάν υπερίσχυαν στην πρόταση μομφής, η κυβέρνηση Λόφβεν θα έχει καταψηφιστεί από το Κοινοβούλιο.
Ο πρωθυπουργός περιορίστηκε να πει ότι θα «το αντιμετωπίσει όταν και εάν συμβεί», αλλά έδειξε να νίπτει τας χείρας του και να ρίχνει ήδη την ευθύνη στην αντιπολίτευση: «Την ευθύνη να πατήσουν το κουμπί την αναλαμβάνουν τα μέλη του κοινοβουλίου» είπε την Πέμπτη.
































