«Αφιέρωμα στη Μάνα»

smart
Της Ουρανίας Σταματιάδου – Κουτσογιάννη

Είναι γνωστό ότι η 2η Κυριακή του Μάη, που φέτος συμπίπτει με την 9η Μαΐου, έχει καθιερωθεί ως «Διεθνής Ημέρα της Μητέρας». Και η επιλογή του χρόνου ήταν τόσο καίρια. Μέσα στον οργασμό και γλυκασμό της φύσης της δώσανε το θρόνο που της ταίριαζε!
Η Μάνα είναι το μεγαλύτερο κεφάλαιο στη ζωή του κάθε ανθρώπου! Η μάνα, ηκάθε μάνα, μαύρη ή λευκή, αρχόντισσα ή δούλα, εργάτρια, αγρότισσα, πνευματική ταγός ή διαδηλώτρια , ενσαρκώνει στα μάτια του παιδιού της τον ιδανικό ανθρώπινο τύπο, την τελειότητα των αισθημάτων.
Είναι η πρώτη αρχή, η πρώτη αιτία, η γεννώσα, γι’ αυτό την ταύτισαν με την γη που την είπαν μητέρα, την ταύτισαν με την πηγή,που την είπαν μάνα.
Τη μητέρα, το ιερό αυτό ίνδαλμα, προς το οποίο στρέφεται κάθε άνθρωπος με λατρεία και αφοσίωση, αποθανάτισαν οι ζωγράφοι και επαίνεσαν οι μεγάλοι συγγραφείς των αιώνων, ύμνησαν οι ποιητές και τραγούδησε η λαϊκή μούσα.
Η σμίλη του Μιχαήλ Άγγελο στη γλυπτική μας έδωσε την περίφημη Pietaτου και ο χρωστήρας των αγιογράφων την Πλατυτέρα των Ουρανών.
Στους χριστιανικούς χρόνους αντιπροσωπεύεται από την πρώτη μεγάλη μάνα, τη μάνα Παναγιά, η οποία ‘’μητροπρεπώς εθρήνει’’, θρηνεί σαν όποια μάνα το σταυρικό θάνατο του παιδιού της. Ποια ψυχή δεν λυγίζει στο άκουσμα του θρήνου της όπως το εμπνεύστηκε ο υμνωδός: ω γλυκύ μου έαρ, ω φως των οφθαλμών μου!
Η Διδώ Σωτηρίου αναπολώντας τα παιδικά της χρόνια δίνει την εικόνα της πολυάσχολης μάνας που δε βρίσκει χρόνο για ένα χάδι παιδικό και με παράπονο μας λέει:<<Τη μάνα μας τη βλέπαμε σαν τον σκεπασμένο ήλιο που τον μαντεύεις, μα οι αχτίδες του δεν φτάνουνε ίσαμε σένα να σε ζεστάνουν. Ποτέ της δεν έβρισκε καιρό να μας χαϊδέψει, να μας πάρει στα γόνατά της και να μας πει ένα παραμύθι. Ξύπναγε ολοχρονίς χαράματα, άναβε φωτιά, έστηνε τσουκάλι, να προκάνει τόσα στόματα. Ύστερα είχε πάντα στην κούνια κι ένα μυξιάρικο να τσιρίζει. Είχε να φροντίσει τα ζωντανά, να βάλει σκάφη, να ζυμώσει, να πλύνει, να γυροφέρει το νοικοκυριό, να πιάσει βελόνι…Όλο το χωριό μιλούσε για την πάστρα και την νοικοκυροσύνη της …>>
Ο Νίκος Καζαντζάκης αναφερόμενος στις σχέσεις με τη μητέρα του λέει: << Καθώς καθόμασταν ο ένας απέναντι στον άλλον , ένιωθα μέσα στη σιωπή το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να’ ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα … πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να’ χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και να’ ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν σιωπηλά … κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλό της και γίνει άφαντη…>>
Και το ελληνικό δημοτικό τραγούδι βλέπει ολόγυρα το ηθικό βάθρο της Μάνας και το στολίζει με τααβίαστα, με τα απέριττα, με τα μοναδικά στολίδια του στίχου του. Στον πόλεμο, στον ξενητεμό, στον έρωτα, στο γάμο, στο θάνατο, σε κάθε μεγάλη και σοβαρή περίσταση της ζωής, άξιας να τραγουδηθεί, ο ανώνυμος τραγουδιστής ποτέ δε χάνει τη Μάνα από τα μάτια της ψυχής του.
Ό,τι μας αγάπησε περισσότερο στον κόσμο άδολα, ανυστερόβουλα, είναι η μάνα μας, κι αυτή είναι η βασίλισσα στις καρδιές μας. Για μας ζει και για μας υπάρχει. Ολόκληρο το μητρικό πιστεύω μας δίνει ο ποιητής σε ένα του τρίστιχο:
<< Δική μου, ξέχωρη από σας, ζωή δεν έχω, Ξοπίσω σας, με τη δική σας πάντα συλλογή, Σαν ίσκιος σας, παιδιά μου, τρέχω >>.