Την Κυριακή 16 Αύγουστου 2026 και ώρα 11:00 εγκαινιάζεται έκθεση ζωγραφικής του Μπάμπη Τσιμιγκάτου στο ART CAFE, στην Μακρινίτσα.

Εγκαίνια έκθεσης στο Βόλο. Στο κέντρο ο ζωγράφος
αριστερά, η σύζυγος Αθηνά, δεξιά ένας φιλότεχνος.
Μπάμπης Τσιμιγκάτος 1917-2021
Ο ζωγράφος Μπάμπης Τσιμιγκάτος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1917, η μητέρα ήταν Αθηναία και ο πατέρας είχε καταγωγή απ’ την Κεφαλονιά. Ο ζωγράφος άρχισε να γράφει τη ζωή του το 1993 σε ηλικία 76 ετών και τελείωσε το 2018, σε ηλικία 101 ετών. Από μικρός του άρεσε να διαβάζει εξωσχολικά βιβλία, και όπως γράφει…« στα δεκατρία μου, πέθανε ο πατέρας κι εγώ έπρεπε να δουλέψω και επειδή μου άρεσε η ζωγραφική, δούλεψα σε διαφημιστικά, σ’ ένα εργαστήριο που έκαναν αφίσες και σε διάφορες άλλες δουλειές , μαραγκός, υδραυλικός και κόφτης δερμάτων. Το 1935 πήγε στη χορωδία του Ελληνικού Ωδείου, με μαέστρο τον Αντίοχο Ευαγγελάτο, όπου τελείωσε το Σολφέζ με το Ειδικόν Αρμονίας και πήγε για Ανώτερα Θεωρητικά. Με την χορωδία έδωσαν πολλές συναυλίες και ένα Ορατόριο υπό την διεύθυνση του μαέστρου στο θέατρο «Ολύμπια».

Το 1937 ο ζωγράφος μπήκε στη Σχολή Σχολή Καλών Τεχνών, όπου σπούδασε με δασκάλους τον Παύλο Μαθιόπουλο, τον Σπύρο Βικάτο, τον Ζαχαρία Παπαντωνίου και τον Παντελή Πρεβελάκη. Στον πόλεμο του 1940 βρέθηκε στα σύνορα στα οχυρά του Ρούπελ και όταν μπήκαν οι γερμανοί, γύρισε με τα πόδια στην Αθήνα και όπως γράφει…από αυτή τη μέρα άρχισε για μένα η Κατοχή. Τη μητέρα μου την είχε ο αδερφός μου ο μεγαλύτερος ο Νίκος, εγώ έμεινα πότε εδώ και πότε εκεί κοιμόμουν στα υπόγεια του Πολυτεχνείου, κλεινόμουν μέσα πριν κλείσει η σιδερένια πόρτα ώσπου κατάφερα με διάφορες ενέργειες σαν άπορος και επιστρέψας από τον Πόλεμο να μπω στον Οίκο Φοιτητή ήμουν ο μόνος απ’ το Πολυτεχνείο. Ήταν εκεί πολλοί φοιτητές καλά παιδιά κάναμε παρέα και παίρναμε συσσίτιο. Τρεις μήνες τρώγαμε φασόλια και τρεις μήνες ρεβίθια συνέχεια…Το 1948 δέκα χρόνια από την πρώτη μου στράτευση, τριάντα ένα χρονών με επιστράτευσαν πάλι και αφού είδαν το ιστορικό μου, με έστειλαν στη Μακρόνησο γιατί αν με έστελναν στο μέτωπο του εμφυλίου πολέμου να πολεμήσω θα πήγαινα με τους αντάρτες…
Στη Μακρόνησο έμεινε δυο χρόνια 1948 μέχρι τέλος του 1950 και όπως λέει «…Όταν γύρισα από την εξορία, έμεινα σε μια παράγκα στα Αναφιώτικα στις ανηφοριές τη Ακρόπολης πάνω από τον Άγιο Νικόλαο τον Ραγκαβά, …Από τότε αποφάσισα να ζωγραφίζω μόνο, να ζω από τη ζωγραφική μου και να μην κάνω άλλη δουλειά. Τα χρώματα τα έκανα μόνος μου με σκόνες από το χρωματοπωλείο και λινέλαιο ωμό, όπως και τις σπάτουλες, έπαιρνα ατσάλινες μεταλλικές κορδέλες με δόντια τις έκοβα και με τη λίμα έτρωγα τα δόντια…Εγώ το χρώμα το θέλω παχύ και σκληρό, και για να φτιάξω τα οκτώ χρώματα δουλεύω πάνω από τέσσερις ώρες, οι σπάτουλες που δουλεύω αρχίζουν από ένα χιλιοστό μέχρι τέσσερις πόντους φαρδιές…Και τα τελάρα τα έκανα μόνος μου κάρφωνα τα ξύλα και τη λινάτσα και την έκανα μουσαμά, καναβάτσο, περνώντας ψαρόκολλα με στόνο».

Ο ζωγράφος πρωτοζωγράφισε στα στενά της Πλάκας και έκανε την πρώτη του έκθεση στο Ζάππειο στη μικρή ισόγεια αίθουσα του Παρνασσού. Ταξίδεψε στο Παρίσι και στην Ελλάδα ζωγραφίζοντας και κάνοντας εκθέσεις, το 1965 παντρεύτηκε την Αθηνά Πολυχρόνη απ΄ το Βόλο και έζησε ευτυχισμένος μέχρι τον θάνατό της το 2009.
Ο Μπάμπης Τσιμιγκάτος, έζησε κυρίως στο Κουκάκι, τελευταία κατοίκηση στην οδό Μακρυγιάννη, απέναντι στο Μουσείο της Ακρόπολης. Περπατούσε καθημερινώς και πήγαινε στο κέντρο με τα πόδια. Λιτοδίαιτος, ολιγαρκής, αυτάρκης, δεν παραπονέθηκε ποτέ. Σκεπτόμενος πολίτης, σχολίαζε πάντα την επικαιρότητα. Μετά τον θάνατο τής Αθηνάς περνούσε τα καλοκαίρια στο Βόλο, και πήγαινε καθημερινώς για μπάνιο έως 99 ετών. Εκεί, γύρω στα 90, που τα χέρια του δεν μπορούσαν να ετοιμάσουν πλέον τα χρώματα σχεδίαζε μόνον, το περισσότερο σκίτσα απ’ την παραλία του ξενοδοχείου «Ξενία».
Γεννημένος ζωγράφος, προσηλωμένος στην τέχνη του, είχε τους δικούς του πιστούς πελάτες, στην μοναχική καλλιτεχνική του πορεία μακριά από ευκαιριακές συσσωματώσεις. Δεν πίστευε στην αφηρημένη, ανεικονική ζωγραφική. Υπήρξε βαθύς γνώστης του χρώματος και του φωτός, των καθαρών αναλογιών και των βασικών κανόνων του σχεδίου. Ζωγράφισε κυρίως τοπία, φύση και οικισμούς, όπως και συνθέσεις με λουλούδια και εσωτερικά. Και όπως έγραψε…αναζητώ πάντοτε το τοπίο να με τραβήξει, ανεξάρτητα από τις προσθαφαιρέσεις που θα κάνω γιατί θέλω πάντα τα έργα μου να έχουν σύνθεση και αρμονία, τόσο στο χρώμα όσο και σε αυτά που είναι στη γη, θάμνοι, δέντρα, δρόμοι, ποτάμια… Έκανε εκθέσεις σε πολλές πόλεις της χώρας και έλαβε μέρος σε Πανελλήνιες Εκθέσεις. Έργα του υπάρχουν στο Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών, στο Υπουργείο Παιδείας, στους Δήμους και τις Δημοτικές Πινακοθήκες Αθήνας, Πειραιά, Θεσσαλονίκης, Βόλου, Λάρισας, Λευκάδας, Καβάλας και σε άλλες πόλεις.



































