Η μπαλάντα «Ο ψαράς» του Γιόχαν Γκαίτε

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
Από την Αριάδνη Μπενέκου, φοιτήτρια επί πτυχίω της Γερμανικής Φιλολογίας του Παν/μίου Αθηνών

Η μπαλάντα «Ο ψαράς» του Γκαίτε αναφέρεται σε έναν ψαρά που κάθεται στην άκρη της θάλασσας και ψαρεύει ήσυχα, όταν μια νεράιδα αναδύεται με παφλασμό μέσα από τα νερά και με σαγηνευτικά τραγούδια και γλυκόλογα τον παρασύρει στα βάθη της θάλασσας.

Η μπαλάντα «O ψαράς» (Der Fischer), που συνέθεσε το 1799 ο μεγάλος γερμανός λογοτέχνης Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (Goethe), ανήκει στην κατηγορία των ποιημάτων με μαγικό ή δαιμονικό περιεχόμενο. Αντικατοπτρίζει δεισιδαιμονικές αντιλήψεις, βαθιά ριζωμένες στην ψυχή του λαού, από εποχές που οι άνθρωποι είχαν την εντύπωση ότι βρίσκονταν εκτεθειμένοι στις εχθρικές διαθέσεις υπερφυσικών κακοποιών όντων και προσωποποιούσαν τα φυσικά φαινόμενα.
Ήδη, από την πρώτη κιόλας στροφή της μπαλάντας, νιώθουμε πως οι καταχθόνιες, οι σκοτεινές δυνάμεις της Φύσης αρχίζουν να απλώνουν το δίχτυ της μοίρας με τρόπο ελκυστικό, όμοιο με το σαγηνευτικό τραγούδι των σειρήνων, προμηνύοντας έτσι την επερχόμενη καταστροφή, την κορύφωση του δράματος με το αναπόφευκτο για τον άνθρωπο τέλος. Και όπως συνηθίζεται σε ποιήματα αυτής της κατηγορίας, οι δαιμονικές υπερφυσικές δυνάμεις νικούν και ο άνθρωπος υποτάσσεται στη μοίρα του.
Η μπαλάντα «Ο ψαράς» ανήκει στα λογοτεχνικά αριστουργήματα του Γκαίτε, που επηρέασαν και άλλους καλλιτέχνες, όπως για παράδειγμα τον Φρέντερικ Λέιτον (Frederic Leighton,1830–1896), επιφανή άγγλο ζωγράφο και έναν από τους κορυφαίους εκπροσώπους της Βασιλικής Ακαδημαϊκής Σχολής της Αγγλίας, με τον πίνακά του The Fisherman and the Syren, που αναπαριστά τη σκηνή που η νεράιδα της θάλασσας με ουρά φιδιού τραβάει τον ψαρά στο βυθό.

[Ελεύθερη ποιητική προσαρμογή στην Ελληνική γλώσσα από τα Γερμανικά]

Ο ψαράς (Der Fischer)
1
Το κύμα αφρίζει, το κύμα βογκά,
Στα βράχια ψαράς το καλάμι κρατά,
ψαρεύει και ψάρια τραβά στη στεριά
χωρίς άλλη σκέψη, με κρύα καρδιά.
Κι όπως εκεί η θάλασσα γλυκά τον νανουρίζει
στα δυο το κύμα σχίζεται, αχολογά κι αφρίζει.
Και μεσ’ απ’ τα βαθιά νερά με βουητό κι αντάρα
πετιέται πάνω στάζοντας, της θάλασσας νεράιδα.
2
Γλυκό τραγούδι άρχισε, γλυκά λόγια του λέει:
«Γιατί, εσύ, χωρίς καρδιά σκοτώνεις τα παιδιά μου,
με πονηριές ανθρώπινες και μαστοριές μεγάλες,
έξω τα βγάζεις στη στεριά, κι εκεί τα θανατώνεις;
Αν ήξερες και μάθαινες τι όμορφα περνάνε
τα ψάρια μου εκεί βαθιά στα δροσερά νερά μου,
με μιας θα ερχόσουνα, ψαρά, κάτω στην αγκαλιά μου,
για να περνάς καλά κι εσύ, χωρίς έγνοιες, κοντά μου.»
3
«Μήπως ο ήλιος ο λαμπρός και το αργυρό φεγγάρι
στης θάλασσας τα κύματα δεν λούζουν το κορμί τους;
Και αφού μ’ αρμύρας μυρουδιά η ανάσα τους γεμίσει,
ξανάρχονται με πρόσωπο πιο όμορφο από πρώτα;
Το γαλανό του ουρανού δεν αγαπά η καρδιά σου
που αντιφεγγίζει πιο βαθύ μες τα μαβιά νερά μου
ούτ’ η δική σου η μορφή που βλέπεις όταν σκύψεις;
Έλα, κι αυτά θα τα χαρείς στη δροσερή αγκαλιά μου.» 4
Το κύμα αφρίζει, το κύμα βογκά,
τα πόδια του βρέχει με ορμή τα γυμνά.
Κι αυτός ζαλισμένος από λόγια γλυκά,
αγάπης αγκάλη η καρδιά του ζητά.
Γλυκά αυτή τραγούδησε, γλυκά λόγια του είπε.
Έτσι, όλα τέλειωσαν γι’ αυτόν και γυρισμό δεν είχε.
Μισοτραβάει αυτή μ’ ορμή, μισοβουλιάζει εκείνος
και στα νερά της θάλασσας, πάει, ο ψαράς, εχάθη.

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.