«Μπορούμε να εμπιστευτούμε το παρελθόν, μονάχα στη δική μας μνήμη ή μήπως χρειαζόμαστε και την εκδοχή των φίλων, όσο επώδυνη κι αν είναι αυτή;» Αυτό το ερώτημα θέτει ευθύς εξαρχής, στο τελευταίο του βιβλίο «Γάλα Μαγνησίας» που κυκλοφόρησε πρόσφατα και παρουσιάστηκε στον Βόλο τον προηγούμενο μήνα, ο γνωστός συμπολίτης συγγραφέας και εκπαιδευτικός, Κώστας Ακρίβος. Όπως σημειώνει στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Ράδιο-Ένα 102,5», αφού αναφέρει την αρχική του στόχευση και επιδίωξη μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο, τονίζει ότι «η Μαγνησία γενικότερα είναι μια περιοχή που μπορεί να τροφοδοτήσει την έμπνευση ενός συγγραφέα». Επειδή ο χρόνος, έχει μια σημειολογική αναφορά στο συγκεκριμένο βιβλίο, αναφέρει ότι «το παρελθόν, είναι το μόνο, που μας είναι οικείο, το παρόν είναι τόσο γρήγορο και φευγαλέο, ενώ για το μέλλον, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τίποτα». Ο Κ. Ακρίβος, όμως, δε διστάζει να αναφερθεί και στο κομμάτι που αφορά και στο λειτούργημα που ασκεί, αυτό του εκπαιδευτικού, καθώς ερωτηθείς σχετικά με το εάν οι έφηβοι διαβάζουν λογοτεχνία, αναφέρει, ότι «είναι στιγμή να αλλάξει διάθεση η Πολιτεία, ως προς τον ρόλο της εκπαίδευσης και ως προς τον ρόλο του βιβλίου».

Συνέντευξη στον Ηλία Κουτσερή

Τι μας παρουσιάζετε αυτή τη φορά με το «Γάλα Μαγνησίας»;

Η ιστορία αναφέρεται στη δράση τεσσάρων παιδιών, 17άρηδων, τη διετία 1974-75, που μεγαλώνουν λίγο πολύ, όπως όλα τα παιδιά εκείνων των χρόνων, μόνο που έχουν την ιδιαιτερότητα, καθώς είναι εσώκλειστοι στο Εκκλησιαστικό Οικοτροφείο της πόλης. Έχουν τα όνειρα κι τα σχέδια για τη ζωή τους, περνούν τις σχολικές μέρες και νύχτες με τους φίλους τους, μέχρι που κάποια στιγμή η ζωή τους θα ανατραπεί, όταν ένα τραγικό συμβάν θα τους σημαδέψει ίσως για πάντα. Αυτό το συμβάν είναι ο πνιγμός ενός συμμαθητή τους, για τον οποίο κατηγορούνται από κάποιους, ότι αυτοί ευθύνονται και είναι κατά κάποιο τρόπο ένοχοι.
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, τους βλέπουμε αρκετές δεκαετίες αργότερα, όπου πλέον θα τεθούν ενώπιος ενωπίω με τις ευθύνες και τις όποιες ενοχές τους αναλογούν.
Βέβαια, μια από τις βασικές μου επιδιώξεις ήταν να δώσω το κλίμα και το χρώμα εκείνης της εποχής της πόλης του Βόλου και της Ελλάδας, που μόλις έβγαινε από τα σκοτάδια της επτάχρονης δικτατορίας. Διαβάζοντας κάποιος το βιβλίο, θα δει πως ήταν η πόλη εκείνα τα χρόνια, ποια ήταν τα στέκια και πως σε γενικές γραμμές λειτουργούσε ο πληθυσμός.

Πρόκειται για μυθοπλασία ή υπάρχουν στοιχεία που αναφέρονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα;

Το βιβλίο είναι μυθιστόρημα, είναι 100% προϊόν μυθοπλασίας, ενώ ό,τι έχει να κάνει με τους χώρους, το Οικοτροφείο κλπ. είναι πιστά. Από κει και πέρα οι κυρίαρχοι ρόλοι του βιβλίου, η δράση και μυθιστορηματική ανέλιξη, είναι δημιούργημα της μυθοπλασίας.

Έχουμε ανάγκη από μνήμες του παρελθόντος και να επαναφέρουμε εικόνες στιγμές, από έρωτες, από πάθη, νεανικά λάθη και όνειρα;

Το παρελθόν είναι το μόνο που μας είναι οικείο, το παρόν είναι τόσο γρήγορο και φευγαλέο. Για το μέλλον δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τίποτα, άρα, μπορούμε να επιστρέψουμε στο παρελθόν, να θυμόμαστε, άσχετα αν πολλά πράγματα που θυμόμαστε, δεν είναι έτσι όπως νομίζουμε ότι έχουν γίνει… Άλλα τα αδικούμε και άλλα τα εξωραΐζουμε, πάντως είναι η μόνη δεξαμενή της μνήμης μας.
Επιμένετε με τα βιβλία σας να περιγράφετε τον τόπο μας, την Μαγνησία και την κρατάτε στην επικαιρότητα, κάτι που φαντάζομαι δεν γίνεται τυχαία…
Όχι, το θέλω άλλωστε. Κι εγώ εδώ γεννήθηκα, εδώ ζω, εδώ τελείωσα το σχολείο και σε προηγούμενα βιβλία, ακόμα και σε διηγήματα, άλλες φορές η περιοχή του Βόλου και η ευρύτερη, είναι καμβάς μυθοπλασίας και άλλες φορές αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή η ανθρωπογεωγραφία της περιοχής, ίσως γιατί τη γνωρίζω καλά και είμαι δεμένος συναισθηματικά μαζί της.

Υπάρχουν στοιχεία για την περιοχή, που έχετε κρατήσει στο μυαλό σας για επόμενο βιβλίο;

Ο Βόλος και η Μαγνησία γενικότερα είναι μια περιοχή που μπορεί να τροφοδοτήσει την έμπνευση ενός συγγραφέα, καθώς πέρα από τα φυσικά κάλλη, υπάρχει έντονη ιστορία, από τα πολύ παλιά χρόνια μέχρι να νεώτερα, που μπορεί να σκύψει κάποιος στα διάφορα συμβάντα και να προχωρήσει σε διήγημα, μυθιστόρημα ή και σε νουβέλα.

Πως βλέπετε τη σχέση του σχολείου με το βιβλίο, μιας και είστε φιλόλογος . Ενδιαφέρονται οι νέοι για τη λογοτεχνία;

Δυστυχώς θα μιλήσουμε για εξαιρέσεις, καθώς είναι λίγα τα παιδιά που αγαπούν το βιβλίο και τη λογοτεχνία. Βέβαια, δεν ευθύνονται τα παιδιά, είναι όλο το σύστημα της κοινωνίας έτσι, που τα στρέφει προς την εικόνα του κινητού, της τηλεόρασης, όλων των τηλεπαιχνιδιών… Είναι ένα ζήτημα που μπορεί να μιλήσει κάποιος, πολύ ώρα και πρέπει κάποια στιγμή να αλλάξει διάθεση η Πολιτεία, ως προς τον ρόλο της εκπαίδευσης και ως προς τον ρόλο του βιβλίου, κυρίως στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ώστε τα παιδιά να μπορέσουν να έρθουν κοντά στο βιβλίο, να το αγαπήσουν και να αγαπήσουν και τη λογοτεχνία. Για να γίνει αυτό όμως, πρέπει ν’ αλλάξουν πολλά πράγματα στο χώρο της εκπαίδευσης και να αποκτήσουμε «σωστή εκπαίδευση», κάτι που, κατά τη γνώμη μου, δεν συμβαίνει σήμερα.

Υποψήφιος για το βραβείο
διηγήματος- νουβέλας
Τις βραχείες λίστες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία του 2017 ανακοίνωσε στις 21 Δεκεμβρίου, το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και αφορούν εκδόσεις του 2016. Υποψήφιος για το βραβείο διηγήματος-νουβέλας είναι και ο Βολιώτης Κώστας Ακρίβος με το έργο του «Τελευταία νέα από την Ιθάκη». Συνυποψήφιοί του είναι οι:
1) Παναγιώτης Κεχαγιάς, Τελευταία προειδοποίηση, Αντίποδες. 2) Μαρία Κουγιουμτζή, Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα, Καστανιώτης. 3) Νίκος Παναγιωτόπουλος, Γραφικός χαρακτήρας, Μεταίχμιο. 4) Παναγιώτης Ρίζος, Ικετηρία, Παπαδόπουλος. 5) Σάκης Σερέφας, Έξω χιονίζει, Πόλις. 6) Μισέλ Φάις, Lady Cortisol, Πατάκης.
Ο Κώστας Ακρίβος (1958, Γλαφυρές Βόλου) έχει εκδώσει αφηγηματικά βιβλία, ετοίμασε τρεις ανθολογίες, συμμετείχε σε διάφορα συλλογικά έργα και πήρε μέρος στη συγγραφή σχολικών εγχειριδίων. Από το 1983 διδάσκει φιλολογικά μαθήματα σε δημόσια γυμνάσια και λύκεια. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, στην οποία διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. κατά τη διετία 2001-3. Αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο για θέματα βιβλίου και πνευματικής παραγωγής. Συνεργάστηκε με το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) στα προγράμματα Συγγραφείς στα Σχολεία και Λέσχες Ανάγνωσης. Διευθύνει τη σειρά “Μια Πόλη στη Λογοτεχνία” (εκδόσεις Μεταίχμιο).