Νίκος Παρθένης: «Η Λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης από το χθες στο σήμερα»

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Στον δροσερό κήπο, στο κτήμα του Θωμά Κοροβίνη στα Πλατανίδια, πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 11 Ιουλίου η 16η Συνάντηση Λογοτεχνίας και Μουσικής με την υποστήριξη της Περιφέρειας Θεσσαλίας και τη διοργάνωση του Συλλόγου Φίλων Μουσικής Βόλου.
Παρών και ο Νίκος Παρθένης, φιλόλογος, ερμηνευτής, τραγουδοποιός και δάσκαλος Φωνητικής ο οποίος μίλησε για τη Θεσσαλονίκη, την πόλη του πολιτισμού, του τραγουδιού, την πόλη της μελαγχολίας αλλά και των μεγάλων δημιουργών.
Η ομιλία του στη Συνάντηση Λογοτεχνίας και Μουσικής:
«Καλησπέρα σας και καλώς ανταμωθήκαμε.
Ευχαριστούμε τον αγαπημένο μας Θωμά Κοροβίνη, που για μια ακόμη χρονιά διοργάνωσε την καθιερωμένη, κάθε Ιούλιο, αφιερωματική βραδιά, η οποία φέτος αφορά τη Λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης.
Η Θεσσαλονίκη αποτελεί διαχρονικά ένα λογοτεχνικό σημείο συνάντησης πεζογράφων, ποιητών και ποιητών τραγουδιών, δηλαδή στιχουργών. Άλλοι κατάγονται από αυτήν. Άλλοι έζησαν στην πόλη για κάποιο μικρό ή μεγάλο διάστημα, το οποίο επηρέασε το έργο τους. Άλλοι την έχουν μέσα τους ως σημείο αναφοράς, αφού η Θεσσαλονίκη ενστάλαξε στοιχεία στη λογοτεχνική τους δημιουργία. Με αυτά τα κριτήρια – πάνω, κάτω – συγκροτείται αυτό που ονομάζεται «Λογοτεχνική Σχολή της Θεσσαλονίκης», παρά τις όποιες ενστάσεις ή επιφυλάξεις.
Όλοι και όλες οι πεζογράφοι, οι ποιητές και ποιήτριες, οι στιχουργοί της Θεσσαλονίκης, αν και ανήκουν σε διαφορετικές γενιές, αν και χρησιμοποιούν διαφορετικό ύφος γραφής, έχουν αυτό το θεσσαλονικιώτικο ηχόχρωμα στο κύτταρο της λογοτεχνικής τους έκφρασης. Από τον εσωτερικό μονόλογο των παλιότερων μέχρι τον βιωματικό ρεαλισμό των νεότερων. Κυριαρχούν τα ατομικά και συλλογικά τραύματα, η ιστορική μνήμη της πόλης, το καθημερινό και το ιδιότυπο, το συμβατικό και το περιθωριοποιημένο. Για όλα υπάρχει κοινό ενδιαφέρον, κοινός υπαρξιακός παρονομαστής. Κάθε τι απλό και συνηθισμένο, αλλά και κάθε τι ασύμβατο και ιδιόρρυθμο, αντιμετωπίζεται και καταγράφεται ως «Θεός των μικρών πραγμάτων», που γίνεται – λογοτεχνικά – «Θεός των μεγάλων», μέσα από τις αφηγήσεις, τις διηγήσεις, τις περιγραφές, μέσα από την ποίηση και τη στιχουργία.
Εσωτερικοί μονόλογοι, εξωστρεφείς εξομολογήσεις, ρεαλισμός, φαντασία, χιούμορ, λαϊκότητα, ευθύτητα, θεατρικότητα, κινηματογραφικό σασπένς για την εξέλιξη, χαρακτηρίζουν τη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης. Πέρα, λοιπόν, από τις διαφορές στην αφηγηματική τεχνική, την υποκειμενική και την ευρύτερη αγωνία, την κοινωνική, την ταξική, την πολιτική έγνοια και οπτική, πέρα από τη συγκρατημένη ή χειμαρρώδη γλώσσα, τα όσα συνέβησαν και συμβαίνουν στην πόλη, στη Θεσσαλονίκη, είναι άρρηκτα δεμένα με τη ζωή των ανθρώπων της, οπότε και των λογοτεχνών της. Συνιστά, και αυτό, σειρά βασικών κριτηρίων για τον όρο «Σχολή της Θεσσαλονίκης», χωρίς να καταργείται η διαφορετική παρουσία των δημιουργών, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθένα και της καθεμιάς, χωρίς να καταργούνται οι διαφορές στη γραφή, το ύφος, την αισθητική, τις αξίες τους. Βέβαια, όλες αυτές οι διαφοροποιήσεις μας οδηγούν, είναι αλήθεια, και στο αντίθετο συμπέρασμα. Ότι δεν συνίσταται Σχολή – ακόμη και για λογοτέχνες κοινής αισθητικής, ίδιας γενιάς και εποχής. Μπορεί να είναι κι έτσι.
Η Διεθνής Έκθεση, οι συνεντεύξεις των εκάστοτε πρωθυπουργών και των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων, η μεγάλη παρέλαση για την Επέτειο της Απελευθέρωσης και την Επέτειο του ΟΧΙ, το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου και παλιότερα το Φεστιβάλ Τραγουδιού, ήταν και παραμένει, η μεταφορά – για λίγο, έστω, καιρό – του κέντρου ενδιαφέροντος από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη. Όταν συμβαίνουν αυτά, η πόλη βάζει τα καλά της, νιώθει – προς τω παρόν – συμβασιλεύουσα και όχι συμπρωτεύουσα, δέχεται την ενοχή του Αθηνοκεντρικού κράτους απέναντί της, σαν έμπρακτη συγγνώμη, έστω και πρόσκαιρη. Μετά, επιστρέφει στη γοητευτική μοναξιά και μελαγχολία της, που συνοδεύονται – συνήθως – από τη γραφική αντιμετώπιση της Θεσσαλονίκης από την Αθήνα, με τους γνωστούς χαρακτηρισμούς της ως «ερωτική πόλη» και «γαστριμαργικός παράδεισος».
Επιστρέφει, όμως, και στην εσωστρέφεια και τη γκρίνια της «καρντασούπολης», όπως κάθε επαρχιακή πόλη – έστω και συμπρωτεύουσα, που τρώγεται με τα παιδιά της και τα τρώει, σαν άλλος Κρόνος.
Οι λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης και του «χθες» και του «σήμερα», επιμένουν με δημιουργικό πείσμα στους εσωτερικούς μονολόγους, τους κοινωνικούς διαλόγους, τα ανεπούλωτα τραύματα της πόλης (που, όμως, συχνά, καταφέρνουν να καταπραΰνουν), την πολυπολιτισμικότητα (που αλλάζει σύνθεση και μορφή, αλλά παραμένει), την πυρκαγιά του 1917, τη Μικρασιατική καταστροφή, την Προσφυγιά, τη Μετανάστευση, τους πολέμους, Βαλκανικούς και Παγκόσμιους, τον Εμφύλιο και τα μετεμφυλιακά, τις Δικτατορίες, τις πολιτικές δολοφονίες του προηγούμενου αιώνα, τις εκτελέσεις στο Γεντί-Κουλέ, τον «Δράκο» του Σέιχ-Σου, τους κοινωνικο-πολιτικούς αγώνες, τους ανθρώπους του περιθωρίου, την εναλλαγή οπισθοδρομικών και ανοιχτόμυαλων αυτοδιοικητικών και κοινοβουλευτικών εκπροσώπων, τις λαϊκές εξεγέρσεις, τις διεκδικήσεις των νέων… Αλλά και σ’ αυτή τη διαρκή αίσθηση ότι η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη που, υποφέροντας, κρατάει το μαντήλι για να χορεύει η πρώτη – η Αθήνα – και να κάνει τα πρωτευουσιάνικα τσαλίμια της.
Η Λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης, και του χθες και του σήμερα, αγκαλιάζει σαν μάνα όλες τις καταστάσεις, τις θηλάζει με ποιητικό και πεζογραφικό γάλα, επηρεάζεται και επηρεάζει, τις αναδεικνύει και καταδεικνύει, με καλλιτεχνικό τρόπο, τις ανθρώπινες πλευρές της. Το αποδεικνύει αυτό, σε όλες τις εποχές: με «Το δικό μας αίμα» του Γιώργου Ιωάννου, το «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη, το «Ουζερί Τσιτσάνης» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, το «Όμορφη Θεσσαλονίκη» του Βασίλη Τσιτσάνη, τις «Σελίδες αυτοβιογραφίας» του Γιώργου Βαφόπουλου, το «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη, την «Κάτω βόλτα» του Ντίνου Χριστιανόπουλου, τον «Γύρο του θανάτου» του (αγαπημένου μας) Θωμά Κοροβίνη, το «Χωρίς αντίκρυσμα» του Περικλή Σφυρίδη, τις «Νύχτες αγρύπνιας» της Ανθούλας Σταυροπούλου-Βαφοπούλου, την «Τζιοκόντα» του Νίκου Κοκάντζη, τον Δημήτρη Μίγγα με τα «Πλωτά νησιά», τον «Αύγουστο» του Νίκου Παπάζογλου, τους «Ανθρώπους του μύθου» του Στέλιου Ξεφλούδα, το «Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη» του Φίλιππου Γράψα, το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού, το «Περιθώριο» του Μανώλη Αναγνωστάκη, την «Κασσάνδρα» της Ζωής Καρέλλη, την «Εκδίκηση της Γυφτιάς» του Μανώλη Ρασσούλη, το «Αχ, Ελλάδα σ’ αγαπώ» της Βάσως Αλλαγιάννη, τους «Συμπαίκτες» του Αντώνη Σουρούνη. Και με τους νεότερους: τη Σοφία Νικολαϊδου με το «Καλά και σήμερα», τον Κυριάκο Γιαλένιο με το «Μόνο τα νεκρά ψάρια ακολουθούν το ρεύμα», την Κατερίνα Καριζώνη με το «Βαλς στην ομίχλη», τον Βασίλη Τσιράκη με «Τα χρόνια ανάμεσα», και άλλους και άλλες… Και έπεται συνέχεια λογοτεχνών και δημιουργιών τους.
Είναι διαρκής η μεταμόρφωση της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, αλλά και της ελληνιστικής και της σύγχρονης, με τον ερχομό και το φευγιό προσφύγων και μεταναστών, με νέες γειτονιές, με άλλα γλωσσικά ιδιώματα και φαγητά, με άλλες συνήθειες και μουσικές… Η πάντα συμβασιλεύουσα του Βυζαντίου, Θεσσαλονίκη, η αδελφή του Μεγαλέξανδρου, κοσμοπολίτισσα και Πολίτισσα, συνεχίζει, επαναπροσδιορίζοντας και εξελίσσοντας τη λογοτεχνική και την ευρύτερη ταυτότητά της. Σαν παλίμψηστο, η Θεσσαλονίκη ξύνει ξανά τα πολιτισμικά της στρώματα και τις ιστορικές της μνήμες και πληγές, αυτά που κατάφερε κι αυτά που δεν μπόρεσε να πετύχει, για να βρει τον εαυτό της. Έτσι, πατώντας στα παλιά της στοιχεία και μπολιάζοντάς τα με νέα, υπάρχει η δημιουργική συνέχεια της Λογοτεχνίας της Θεσσαλονίκης, από το χθες στο σήμερα. Αλλά και στο αύριο.
Σας ευχαριστώ πολύ».

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.