Σάτ’ρες (Σάτιρες) του Κώστα Λιάπη

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
Της Βασιλείας Γιασιράνη

Πέρασαν δυο χρόνια χωρίς τον «δάσκαλό μας» Κώστα Λιάπη… πότε πέρασαν… με τούτη την πανδημία που πλανάται γύρω μας αποπροσανατολιστήκαμε τελείως στον χώρο και στον χρόνο.
Άφησε πλούσιο θησαυρό, σημεία αναφοράς της παρουσίας του. Βιβλία, δημοσιεύσεις και σημειώματα.
Ένα από τα τελευταία δόθηκε στον γνωστό καταξιωμένο για το έργο του ομ. καθηγητή του πανεπιστημίου Θεσσαλίας Βασίλη Αναγνωστόπουλο, ο οποίος και το αξιοποίησε και το εξέδωσε με την ευκαιρία των δυο χρόνων της εκδημίας του.

«Σάτ’ρες (σάτιρες) του Βαγγέλη Λάμπρου από το Μούρεσι Πηλίου» ο τίτλος του και η επιμέλεια του Χρήστου Αγιώτη έδωσαν σε μικρό σχήμα και με ωραίο εξώφυλλο μια εικόνα της Πηλιορείτικης εξουσίας, μια επιμελημένη μορφή μικρού βιβλίου.Οι σάτιρες επιχειρούσαν τον εμπαιγμό κάποιων προσώπων που οι δημιουργοί τους θεωρούσαν σωστό. Είχαν μορφή μυθοπλασίας και γελοιοποιούσαν κακίες, ανοησίες, καταχρήσεις και παραλείψεις. Στόχος τους ήταν να ντροπιάσουν τα άτομα, την ίδια την κοινωνία για να τη βελτιώσουν. Με την εξυπνάδα, την έντονη ειρωνεία ή τον σαρκασμό
επιστούσαν την προσοχή της κοινωνίας και του χώρου τους.

O Ευάγγελος Λάμπρου ήταν πρόεδρος της κοινότητας Μουρεσίου, πνευματώδης άνθρωπος που είχε χάρισμα, φυσικό ταλέντο, να γράφει σάτιρες για πάρα πολλά χρόνια. Με αφορμή τα διάφορα περιστατικά και παθήματα των συγχωριανών του επιδίωκε να προκαλέσει γέλιο και όχι να τους κατηγορήσει. Το γεγονός ότι σώθηκαν αρκετές σήμαινε ότι οι Πηλιορείτες τις αποδέχονταν και είχαν απήχηση στην κοινωνία τους.

Για τον καθηγητή Βασίλη Αναγνωστόπουλο αυτό το υλικό ήταν ένα κίνητρο, ένα ερέθισμα να ασχοληθεί ακόμη μια φορά με την ψυχογραφία των ανθρώπων μέσα από τη σάτυρα, αφού και στο αντικείμενό του, τα παραμύθια, συναντούσε ελευθερία πνεύματος, φαντασία και ανοιχτούς ορίζοντες σκέψης. Μελέτησε τα χειρόγραφα –κληρονομιά του Λιάπη- και τα παρέθεσε με την ίδια σειρά. Η τεχνική τους ήταν αξιοπρόσεκτη για τον ρυθμό και το μέτρο τους. Είχαν ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο ομοιοκατάληκτο με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία.

Στο πρώτο άτιτλο σχολιαζόταν ο Ιωάννης Καρκαλάς που παρασύρθηκε με το μουλάρι του από τον χείμαρρο του Αγίου Ιωάννη και μόλις κατάφερε να σωθεί. Συγκράτησα τις στροφές:

Ανάθεμά σε χείμαρρε και συ και το νερό σου
μου πάγωσε τα σωθικά το κρύο το λουτρό σου.
…..
Των αλλονών οι σάτιρες ήσαν μόνη χαρά μου
αλλά ετούτη τη φορά ήλθε και η σειρά μου.
Ακολούθησαν τρία ακόμη άτιτλα με περιεχόμενο τον Μακρή με τη φιληνάδα του, τον εμπορευόμενο γαϊδούρια Μενέλαο και τον συνεταιρισμό του πονηρού Γεωργαντζή με τον Δημητράνα.

«Σαν φθάσανε στην Αίγυπτο είχεν αποφασίσει
τον Δημητράνα ολόκληρο εκεί να τον πουλήσει.»
Χαρακτηριστικό της αφέλειας των ντόπιων ήταν ο φούρνος του Μαμούρη « Τον φούρνο του τον έκτισε ο δόλιος, ο καψούρης
καταμεσής στον χείμαρρο ο Μήτσος ο Μαμούρης.
Έργο θα γίνει τέλειο Μήτσο και θα το δεις,
του ‘λεγε ο εργολάβος του, ο Γιάννης Στιβαχτής.
………
Μήπως με δυνατές βροχές ο χείμαρρος θυμώσει
και τον φτωχόν το φούρνο σου τότε τον τσαλακώσει….»

Δυο θάνατοι αλόγων (α+β) με διαφορετική παρουσίαση στον στίχο και διαφορετικά μηνύματα, συνδεόμενα όμως νοηματικά μεταξύ τους. Ηχητικό το ρήμα άκουσε που επαναλαμβανόταν για να δηλώσει το γεγονός του θανάτου του αλόγου του Βαγγέλη Λάμπρου, την αιτία θανάτου και τα έθιμα της τοπικής κοινωνίας.

α)« και σύ καημένε γείτονα δεν ήρθες να το σώσεις,
κι ας είχες πείρα αρκετή και κτηνιάτρου γνώσεις.
Εφόσον αδιαφόρησες δια τον θάνατόν του
θα λάβεις μέρος ενεργό στον ενταφιασμό του.»

β)«Ήτανε σαν το άλογο
του Λάμπρου του Βαγγέλη
φοράδα άσσος ξακουστή
στον κόσμο παινεμένη.»

Στις «εκλογές» τονιζόταν η συνήθεια της «ελευθερίας» πολιτικών ιδεών των κατοίκων και η δημόσια έκφραση των φρονημάτων τους:
«Ο …κύριος Γιοβάνης εδήλωσεν ρητώς
πως ήταν και θα είναι πάντα βασιλικός.
……..
Ο Βούντζος όμως έλεγε πως είν’ ουδέτερος,
ήταν και κουμουνιστής ήταν και φιλελεύθερος..»
Το καλύτερο, έμεινε για το τέλος, για την εικόνα που έδιναν οι στίχοι, για τα έθιμα του τόπου από τα παλιά χρόνια, τη μεταθανάτια οδύνη: ήταν το «Ταξίδι στον Παράδεισο».
«Ματάκια μου πως σβήσατε μέσα εις τα σκοτάδια?
εσείς λαμποκοπούσατε σαν τα μαργαριτάρια.
Σαν δυο λουλούδια ήσασταν μπροστά στο μέτωπό μου,
και τώρα συννεφιάσατε, θέλετε το κακό μου…..
…….
Χωρίς εσάς ματάκια μου δεν ημπορώ να ζήσω
χάνομαι τώρα ο δυστυχής στο χάος της αβύσσου.
Παντοτεινή μου συντροφιά έχω και την οδύνη,
δε βλέπω μέρος να σταθώ στην απεραντοσύνη.»

Οι δυο πρώτες στροφές ήταν σχεδόν πανομοιότυπες με τους λαϊκούς στίχους των επιτύμβιων επιγραφών στο παλαιό κοιμητήριο.

Ξέρατε, κύριε καθηγητά, τη στενή σχέση των δημοτικών τραγουδιών και των λαϊκών επιτύμβιων επιγραμμάτων, ξέρατε την αλληλοεπίδραση, και τον συνδετικό τους κρίκο γι αυτό το αφήσατε ως επιμύθιο της δημοσίευσης. Η λαϊκή μούσα περιφερόταν από στόμα σε στόμα σε όλα τα είδη ανθρώπινης έκφρασης και δημιουργίας και μεγαλούργησε στον γραπτό και προφορικό μας λόγο.
Πετύχατε τον στόχο σας….αυτό που ήθελε ο «δάσκαλος» Κώστας Λιάπης: την ανάδειξη και προβολή των αδημοσίευτων δημοτικών τραγουδιών.

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.