«-Τι’ναι αυτός ο θόρυβος; αναφωνήσαμε ξαφνιασμένοι και οι δυο, σχεδόν ταυτόχρονα. Αλληλοκοιταχτήκαμε και μας πήρε περίπου 5 δευτερόλεπτα μέχρι να συνειδητοποιήσουμε πως “αυτός ο θόρυβος” ήταν το σκονισμένο σταθερό τηλέφωνο που χτυπούσε. Νομίζω πως αιφνιδιάστηκε και το ίδιο, αφού ο ήχος του ήταν πιο βραχνός από το κανονικό, όπως όταν έχεις να μιλήσεις για καιρό και πρέπει να καθαρίσεις τις φωνητικές χορδές από τις νυχτερίδες κι αράχνες γλυκιά μου που’χουν χτίσει φωλιά…. Ξανακοιταχτήκαμε με απορία και πήρα την πρωτοβουλία να απαντήσω εγώ, ομολογουμένως πιο δειλά απ’το συνηθισμένο, λες και με έπιασε stage fright στο Χ-Φακτορ με τον Σαϊμον Καουελ να καραδοκεί στην πρώτη νοτα.
-Εχμ, Ξενοδοχείο Χαμένος Μονοκερως, παρακαλώ;
-Κηπουρεματα εκεί; ΝΙΚΟΣ;
-Όχι, Χρήστος, Χαμένος Μονοκερως.
-Α, ελα ρε φιλε, λάθος, τα Κηπουρεματα ήθελα να πάρω, τα νούμερα σας μοιάζουν. Πως πάει;
Τώρα τι να του απαντήσω; Φίλος, συνάδερφος ξενοδόχος ήταν αυτός που έπαιρνε. Να του πω, Αμάν ρε άνθρωπε, μας κοψοχόλιασες; Να του πω: Ου, τα τηλέφωνα δεν σταματάνε να χτυπανε, έχω γεμίσει για Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά-Φώτα και σχεδόν γέμισα Πάσχα και Αύγουστο; Δεν του είπα τίποτα απ’ αυτά. Όλα καλά, μιλήσαμε για 2 λεπτά και το κλείσαμε. Αλλα εγώ έμεινα με την απορία. Τα ξενοδοχεία γιατί τα κρατάει ανοιχτά η κυβερνησάρα μας;» διερωτάται ο συμπολίτης επιχειρηματίας, κ. Χρήστος Μάρτζος.



































