Έναν απολογισμό της πορείας του στα δημοτικά πράγματα, ως μέλος μιας ομάδας που άφησε έντονο το στίγμα της τα τελευταία 4,5 χρόνια, έκανε κατά τη χθεσινή γενική συνέλευση της δημοτικής παράταξης “Μαζί για τον Βόλο” ο δημοτικός σύμβουλος Βόλου Κώστας Γαργάλας. Ο κ. Γαργάλας αφού αναφέρθηκε σε κάποιες από τις σημαντικότερες πολιτικές μάχες που δόθηκαν εντός και εκτός της αίθουσας του δημοτικού συμβουλίου, άσκησε δριμεία κριτική κατά των κομματικών μηχανισμών που καθόρισαν την τελική υποψηφιότητα για τον επικεφαλής στον Δήμο Βόλου στις επικείμενες εκλογές του Μαΐου, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τη χθεσινή γενική συνέλευση μια κατ’ επίφαση δημοκρατική διαδικασία που θα επικύρωνε μια προαποφασισμένη επιλογή. Ο Κώστας Γαργάλας είχε εκφράσει το ενδιαφέρον του να ηγηθεί ενός ψηφοδελτίου, ωστόσο μετά τις τελευταίες εξελίξεις απέσυρε το ενδιαφέρον του και αποχώρησε από την δημοτική παράταξη εν μέσω έντονης συναισθηματικής φόρτισης,η οποία τον ανάγκασε να αποχωρήσει άμεσα από την αίθουσα, για να επιστρέψει λίγα λεπτά αργότερα προκειμένου να ασπαστεί τον Ιάσονα Αποστολάκη και να του ευχηθεί καλή επιτυχία.

Το πλήρες κείμενο της τοποθέτησης του Κώστα Γαργάλα έχει ως εξής:

Φίλες και Φίλοι
Συμπολίτες-ισσες
Κάποτε, λένε, πως έρχεται η ώρα του απολογισμού και τούτη η ώρα είναι μια από αυτές.
Μόνο που απολογιστικά , συλλογικά και προσωπικά, δεν έχω να πω κάτι πλέον των ήδη γνωστών καθώς τα πάντα είναι γραμμένα, γνωστά και διαβασμένα, τεσσεράμισι χρόνια τώρα. Να προσθέσω μόνο στο προσωπικά πως συνειδητά δεν έλειψα από καμιά λειτουργία της Δημοτικής Κίνησης κι αφού είχε μεσολαβήσει η παραίτησή μου από μέλος του ΣΥΡΙΖΑ για αυτοδιοικητικούς , κι όχι μόνον , λόγους και δεν έλειψα επίσης από καμιά κινηματική διεργασία για ζητήματα που αφορούσαν στην πόλη όπως ο αέρας που αναπνέουμε, το νερό που πίνουμε αλλά και ευρύτερα σε ζητήματα πόλης όπως η υπόθεση Αστεριών αλλά και η Καραμπατζάκη -Ζάχου. Και φυσικά θεσμικά ως Δημοτικός Σύμβουλος δεν έλειψα από τις μάχες εκείνες που έχουν δοθεί στο Δημοτικό Συμβούλιο αναλαμβάνοντας τις περισσότερες φορές και το βάρος ανάδειξης του πολιτικού-αυτοδιοικητικού λόγου της Κίνησης , απέναντι στον χαοτικό, λαϊκιστικό αλλά και φασιστικό συνάμα λόγο της Δημοτικής Αρχής .

Όμως αυτή η ώρα ,καθώς αναφέρει η πρόσκληση της Γενικής Συνέλευσης, είναι και η ώρα των τελικών αποφάσεων. Μόνο που , θα σας εκπλήξει μάλλον, καθώς δεν την βλέπω σαν τέτοια. Είναι απλώς η επόμενη ώρα, συνέχεια όλων όσες έχουν , λίγο πριν αλλά κυρίως από το 2014 και δώθε περάσει. Είναι μια στιγμή όπου η πολιτική απόφαση που καλείται να λάβει αυτή η Γενική Συνέλευση έρχεται να επιβεβαιώσει πως η μεγάλη συμμετοχή στην λειτουργία και στις διαδικασίες της Κίνησης που υποτίθεται πως τόσο «αναζητούσαμε» δυστυχώς δεν ήρθε ποτέ. Και έχει την αξία της αυτή η διαπίστωση καθώς ο χώρος τον οποίο θέλαμε να διαμορφώσουμε απαιτούσε μια άλλη προσέγγιση και άλλους τρόπους πραγμάτωσης τελείως διαφορετικούς ως πρόταση λειτουργίας και ζωής . Και σίγουρα μια τελείως διαφορετική πρόταση απέναντι σ’ εκείνη που έχει εισάγει στη πόλη η σημερινή Δημοτική Αρχή αλλά και άλλοι σχηματισμοί που είναι ενός ανδρός ή μιας γυναίκας ή ελαχίστων ανδρών και γυναικών , αρχή. Ιδιαίτερα βέβαια στην περίπτωση της Δημοτικής Αρχής που είναι ιδιαίτερα εμφανής η ροπή της προς τον Καισαροπαπισμό και εξελικτικά προς τον, φασιστικό χώρο. Που σημαίνει πως δεν έχει ανάγκη αλλά ούτε και θα την ενδιέφερε μια ανάλογη προσπάθεια. Και για να μην γελιόμαστε, ο τρόπος λειτουργίας και δραστηριότητας μιας ομάδας ανθρώπων που θέλει να διεκδικήσει έναν Δήμο δείχνει και κατά το μάλλον ή ήττον και τον τρόπο που θα διοικήσει αυτόν.

Και εμφανίζεται πάλι σήμερα η συμμετοχή , όπως σχεδόν και το 2014, μόνο όταν έρχεται η ώρα να μετρηθούν ψήφοι. Και θα έλεγε κανείς ,αντιγράφοντας τον Ρουσώ , πως είναι η ώρα του καθένα που συμμετέχει σ’ αυτή τη διαδικασία να εκφραστεί ελεύθερα η δική του βούληση, για μια και μόνη έστω ημέρα. Αλλά ούτε αυτό συμβαίνει στην δική μας περίπτωση.

Καθώς οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί , σε χώρους και από ανθρώπους που κατ’ επανάληψη έχουν αποδείξει πως ούτε αυτό δεν μπορούν να διαχειριστούν. Και δεν θέλω να επεκταθώ σ’ αυτό παρά το γεγονός πως όλα είναι καταγεγραμμένα στην ιστορία τούτης της πόλης ,ιδιαίτερα αυτού του χώρου και έχουν φυσικά ονοματεπώνυμο.
Αναφέρομαι βέβαια στους ανθρώπους των κλειστών αιθουσών και των κομματικών γραφείων , κάποιοι από τους οποίους έχουν και έναν ιδιαίτερο ρόλο στην Κίνηση, που αφού περιηγήθηκαν όλη την πόλη για την ανακάλυψη υποψηφίων Δημάρχων αποκρύπτοντας έντεχνα πως άλλο πολιτικό σχέδιο είχανπου αφού εξέθεσαν πρόσωπα και προσωπικότητες και ποτέ δεν καρποφόρησε καμιά από τις ενέργειές τους καθώς επίσης είχαν εξαρχής απορρίψει τους πάντες,
που αφού συνεδρίασαν στην Αθήνα ή διαδικτυακά με την Αθήνα για να ιδούν τί θα κάνουν στον Βόλο,
που αφού ξέχασαν πως υπάρχουν Σύμβουλοι και πολιτικά πρόσωπα που εκφράζουν στο Δημοτικό Συμβούλιο έναν άλλο κόσμο ριζοσπαστικό ,καθαρό και παρόμοιο υποτίθεται με τον δικό τους,
που αφού επίσης υποτίμησαν μια ολόκληρη Δημοτική Κίνηση η οποία υποτίθεται έχει ήδη τους δικούς της κανόνες λειτουργίας και τον δικό της αυτόνομο δήθεν ρόλο και οι ίδιοι την στηρίζουν ως πρόσωπα,
που αφού καταστρατήγησαν ακόμα και αυτές τις δικές τους κομματικές θέσεις περί αυτονομίας των χώρων,
που αφού αποφάσισαν να διενεργήσουν ,μια κωμική εν τέλει ,δημοσκόπηση που περιελάμβανε μόνον όσους ήταν αρεστοί ή εκείνους που μπορούσαν να δημιουργήσουν μια απατηλή προς τα έξω εικόνα, αποκλείοντας βέβαια άλλους που δεν ήταν αρκετά επιθυμητοί, καλή κατά τα άλλα προκάλυψη των ήδη καθαρογραμμένων αποφάσεών τους,
αποφάσισαν να ζητήσουν και την επικύρωση όλων των παραπάνω με μια κατ’ επίφαση Δημοκρατική διαδικασία και στο περιβάλλον πλέον της Δημοτικής Κίνησης έτσι όπως ήθελαν, σαν σύνθεση να διαμορφωθεί.
Κι έτσι, να που έφτασε η ώρα ν’ «αντιπαρατεθούν» κι εδώ , όπως και σε άλλους πολιτικούς και αυτοδιοικητικούς δήθεν χώρους όπως της ΝΔ , του ΚΙΝΑΛ και άλλων, οι δυο από την αρχή ουσιαστικά κυρίαρχες αλλά και αντίθετες Αυτοδιοικητικές προσεγγίσεις.
Η μια που θέλει την Τοπική Αυτοδιοίκηση , παρά τις ωραίες και βαρύγδουπες ενίοτε διακηρύξεις , να είναι είτε εργαλείο κομματικών επιδιώξεων και συμφωνιών αλλά σε κάθε περίπτωση αδιάφορων για τον απλό λαό ισορροπιών είτε ένας μηχανισμός εξυπηρέτησης προσωπικών αριβίστικων διαδρομών ή νεποτικών πολιτικών συνεχειών ,
κι απ’ την άλλη
εκείνη που διαχρονικά μεταξύ άλλων κι εγώ υποστηρίζω , όπως νομίζω και η σιωπηρή ενίοτε, άλλοτε και ηχηρή πλειοψηφία των απλών πολιτών ,και που θέλει την Τοπική της Αρχή –συμπολίτευση και αντιπολίτευση- να μην εξαρτάται από κανέναν κομματικό χώρο, να μην ελέγχεται ούτε να πατρονάρεται από αυτόν, αλλά με καθαρό πολιτικό λόγο, συνεπή ιδεολογική αναφορά και εμφανές κοινωνικό αλλά και ταξικό ( ειδικά στην περίοδο της κρίσης) πρόσημο, να μπορεί να διαλέγεται με τον πολίτη ή όποιον άλλον φορέα ή ομάδα ανθρώπων , κοιτώντας ευθεία στα μάτια τον συνομιλητή της , να μπορεί να διεκδικεί αλλά και να κάνει ουσιαστικές κι όχι κατ’ ευφημισμόν ρήξεις με την κεντρική εξουσία όταν πρέπει για το καλό της κυρίαρχης πολιτείας, χωρίς στο πίσω μέρος του κεφαλιού της να έχει δεύτερες σκέψεις και ισορροπίες, να υπερασπίζεται στην ουσία της και στην πράξη την αμεσοδημοκρατική συμμετοχική πολιτική επιλογή, να μπορεί να συνθέσει ιδέες , απόψεις και δραστηριότητες υπερβαίνοντας κομματικές γραμμές και εντολές, να μην επηρεάζεται από τις κεντρικές πολιτικές επιλογές του οποιουδήποτε εξωαυτοδιοικητικού ή κομματικού φορέα λέει πως την στηρίζει αλλά κυρίως να έχει επίγνωση του ιστορικού της ρόλου που δεν είναι άλλος από τη υπηρεσία προς τον πολίτη , ανεπιτήδευτα και ειλικρινά. Εκείνη τέλος την άποψη για την Αυτοδιοίκηση που θεωρεί τον παραγοντισμό σαν τον υπ’ αριθμό έναν εχθρό της και γι’ αυτό ως έχουσα θηλυκή την χροιά της φροντίζει να αναπαράγει διαρκώς το στελεχικό δυναμικό της ,που με τη σειρά του την υπηρετεί, νουθετώντας ταυτόχρονα και αποκλείοντας στην γέννησή τους φαινόμενα αλλοτρίωσης και παραγοντισμού. Κι αυτό δεν γίνεται από μόνο του . Απαιτεί ανθρώπους με ιδεολογική και πολιτική σαφήνεια σκέψης αλλά κυρίως στελέχη που έχουν μάθει να αντικρίζουν την πραγματικότητα κατάματα κι όπως αυτή έχει κι όχι υπό το βλέμμα είτε της δικής τους εξυπηρέτησης ή των δικών τους ανθρώπων. Αλλά αυτό εξάλλου χρειάζεται κι ένας Δήμος . Πολύ περισσότερο ο δικός μας Δήμος για αυτονόητους λόγους.
Κι όπως μέχρι τώρα έκανα πράξη όλα τα προηγούμενα στον βαθμό που μπορούσα ,καθώς όπως γνωρίζετε μπορεί να μην ανήκω σε κανέναν κομματικό οργανισμό αλλά συνεργάστηκα και συνέβαλα πολύ καθοριστικά στην διαμόρφωση των πολιτικών και αυτοδιοικητικών θέσεων με τους πέντε Δημοτικούς Συμβούλους που ανήκουν παράλληλα και στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και όσους ελάχιστους συμμετείχαν στο Συντονιστικό όργανο της Κίνησης, συμπορεύθηκα σε αρκετά ζητήματα πόλης και πολιτικής συμπεριφοράς με συναδέλφους Συμβούλους όπως της Επιλογής Ευθύνης που έρχονται από τον χώρο της τυπικής σοσιαλδημοκρατίας αλλά και συναδέλφους που έρχονται είτε από τον χώρο της Αριστεράς, κομμουνιστικής ή μη, είτε του «συντηρητικού» λεγόμενου χώρου, κι έμαθα να δίνω μεγάλες πολιτικές μάχες, χωρίς να υπολογίζω αν θα κερδίσω ή αν θα χάσω . Αρκεί να ήμουν σίγουρος για το δίκαιο του αγώνα και με σαφές το διεκδικούμενο. Η πολιτική διαδρομή και στάση μου εξάλλου απέναντι σ’ αυτή την φασίζουσα Δημοτική Αρχή είναι απόδειξη που δεν χρειάζεται περισσότερη αναφορά. Βέβαια δεν έκανα τίποτε άλλο παρά το χρέος μου προς τους πολίτες που με ψήφισαν αλλά και με συνέπεια στις αξιακές και ιδεολογικές μου αρχές.
Μόνο σ’ ένα είδος αγώνα δεν μπόρεσα και δεν μπορώ μα ούτε και πρόκειται στο μέλλον να συμμετάσχω, διδαγμένος από τον Ονόρε ντε Μπαλζάκ και τον Συνταγματάρχη Σαμπέρ, πως η αλήθεια ποτέ δεν εκφράζεται ολοκληρωμένα, καθώς παραλείπει πάντοτε κάτι για να το μαντέψει κανείς.
Κι επειδή διέβλεψα την αλήθεια μιας προαποφασισμένης επιλογής κι ενός, κατά κάποιον τρόπο, στημένου αγώνα γι’ αυτό και δεν μπορώ να λάβω μέρος σ΄αυτόν. Γιατί αν συμμετείχα ή θα γινόμουν ένας άλλος άνθρωπος ή θα γινόμουν ένας άλλος μικρός ανθρωπάκος των γηπέδων . Κι αυτό δεν θα το επιλέξω ποτέ .
Επιπλέον δεν μπορώ να ακολουθήσω σε ακόμα μια επιλογή αμφίβολης ή και θολής , πολιτικά και εκλογικά, εικόνας, όπως και το 2014, αλλά με πολύ χειρότερους όρους. Εκτός βέβαια του γεγονότος πως η επιλογή θα έχει ευθέως όλα τα χαρακτηριστικά είτε της καταμέτρησης μιας κομματικής δύναμης , εν προκειμένω του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι σε άλλες επίσης παρόμοιες «αυτοδιοικητικές» επιλογές της Ν.Δ και του ΚΙΝΑΛ είτε της συμπόρευσης με πρόσωπα και δυνάμεις, που στα τεσσεράμισι τελευταία χρόνια ήταν εξαφανισμένα και μόνο στο τελευταίο χρονικό διάστημα καθώς είδαν φως και μπήκαν, εμφανίστηκαν. Γιατί αυτό επιχειρείται. Κι εγώ δεν διατίθεμαι να παίξω τον ρόλο της προίκας οποιουδήποτε κομματικού εκλεκτού ή οποιουδήποτε παράγοντα, που επιπρόσθετα ποτέ δεν απολογήθηκε για την δική του ευθύνη ως προς την επικράτηση του μαύρου αυτής της Δημοτικής Αρχής και που κάθισε στο σβέρκο του Βολιώτικου λαού για πέντε ολόκληρα χρόνια ,καταστρέφοντας ότι με κόπο , έστω με πισωγυρίσματα κι αγκομαχώντας αυτοδιοικητικά πολλές φορές , δημιουργήθηκε από τον ίδιο τον λαό και τις επιλογές του στα τελευταία σαράντα χρόνια. Και ήλπιζα πως μετά το αποτέλεσμα του 2014 θα είχε κατακτηθεί η γνώση και θα μπορούσε να δημιουργηθεί κάτι που πραγματικά έχει ανάγκη η πόλη . Και προσπάθησα γι’ αυτό . Με κόστος και πολιτικό και προσωπικό . Καθώς όπως γνωρίζετε ούτε κρατικοδίαιτος θεσιθήρας υπήρξα ποτέ, ούτε στη βεβαιότητα της μονιμότητας ,με τα δικά της βέβαια προβλήματα, ωστόσο βεβαιότητα ,έζησα και ζω αλλά προέρχομαι από τον χώρο των αυτοαπασχολούμενων, με ότι αυτό συνεπάγεται ως προς την εργασία, την αγωνία αλλά και τον χρόνο που εκείνη απαιτεί να της διατεθεί . Συνηθισμένα δηλαδή πράγματα για την πλειοψηφία του λαού. Και παρ’ όλα αυτά ,όπως και κάποιοι άλλοι , όχι πολλοί είναι αλήθεια, παρέμεινα ονειροπόλος. Όχι όμως αιθεροβάμων . Κι επειδή σήμερα στην αίθουσα αυτή δεν διακρίνω την ίδια αναζήτηση ονείρου γι’ αυτό και ήρθε η ώρα της αλλαγής πορείας. Τουλάχιστον σε ότι με αφορά. Κι επειδή η προσπάθεια με την μορφή αυτή έφτασε στο τέλος της γι’ αυτό και σας χαιρετώ
ευχαριστώντας όλους σας για το κοινό μέχρι σήμερα αυτοδιοικητικό ταξίδι ,
ευχαριστώντας ιδιαίτερα του πέντε Δημοτικούς Συμβούλους , που άλλος λίγο άλλος πολύ, υπέστησαν όσα κι εγώ στο Δημοτικό Συμβούλιο , προσθέτοντας φυσικά και μνημονεύοντας ταυτόχρονα και τον αείμνηστο Γιάννη Μολοχίδη που αν σήμερα ζούσε ίσως τα πράγματα να ήταν και πολύ διαφορετικά και να είχαν πάρει άλλη τροπή,
και με την υπόσχεση, αν ενδιαφέρει,
πως δεν πρόκειται να υποστείλω τη σημαία των ιδεών μου απέναντι στο μαύρο του φασισμού που σήμερα διαφεντεύει την πόλη.
Αλλά και στο γκρίζο του παραγοντισμού και της ιδεολογικής ανάδευσης.
Κι ως προς το τί θα κάνω γενικώς;
Απαντούσε ένας στενότατος συγγενής μου σε ερώτηση συγκρατουμένου και συμμαχητή του ακριβώς μετά το τέλος του εμφυλίου κι όταν τους αποφυλάκισαν .
«Κι εσύ σύντροφε τώρα τι θα κάνεις; »Κι απαντούσε. «Ο καιρός μπροστά σύντροφε.»
Κι έζησε. Και δημιούργησε με αξιοπρέπεια αλλά κι ένα μοναδικό πάθος για τη ζωή και πάντα σταθερά στεκούμενος απέναντι στον φασισμό και στην ηλιθιότητα. Λέω ν’ ακολουθήσω τα χνάρια του. Γεια σας.