Η Θεσσαλία αδειάζει από παιδιά: 42 σχολεία σε αναστολή λειτουργίας

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά δημογραφική μεταβολή, η οποία αποτυπώνεται πλέον με ιδιαίτερα καθαρό τρόπο στη σχέση γεννήσεων και θανάτων. Το 2024 γεννήθηκαν μόλις 68.467 παιδιά, έναντι 94.134 το 2013, ενώ οι θάνατοι ανήλθαν σε 126.916. Το φυσικό ισοζύγιο ήταν συνεπώς αρνητικό κατά 58.449 άτομα. Η εικόνα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν εξεταστεί σε βάθος χρόνου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 25.667 μέσα σε έντεκα χρόνια, ενώ η χώρα γερνά ταχύτατα: ο δείκτης γήρανσης αυξήθηκε από 138,5 το 2013 σε 182,0 το 2024 και ο δείκτης εξάρτησης έφτασε το 57,4. Την ίδια περίοδο, η μέση ηλικία της μητέρας κατά τη γέννηση αυξήθηκε από τα 30,9 στα 32,1 έτη και ο δείκτης ολικής γονιμότητας υποχώρησε από το 1,3 στο 1,2, πολύ κάτω από το 2,1 που θεωρείται το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών. Η δημογραφική συρρίκνωση, επομένως, δεν αποτελεί μια πρόσκαιρη διακύμανση. Αποτελεί δομική μεταβολή της ελληνικής κοινωνίας.

Επιμέλεια: Λάμπρος Αναγνωστόπουλος

68.467 γεννήσεις απέναντι σε 126.916 θανάτους

Το πιο χαρακτηριστικό μέγεθος είναι το φυσικό ισοζύγιο του πληθυσμού. Το 2024 οι γεννήσεις περιορίστηκαν στις 68.467, ενώ οι θάνατοι ανήλθαν σε 126.916. Η διαφορά των δύο μεγεθών έφτασε τα 58.449 άτομα, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά αρνητικό φυσικό ισοζύγιο. Σε σύγκριση με το 2013, όταν είχαν καταγραφεί 94.134 γεννήσεις, οι γεννήσεις του 2024 είναι μειωμένες κατά 25.667, δηλαδή περίπου κατά 27,3%.

Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή δεν οφείλεται μόνο σε μια συγκυριακή μεταβολή, αλλά συνδέεται με τη σταθερή υποχώρηση της γονιμότητας και τη μετατόπιση της τεκνοποίησης σε μεγαλύτερες ηλικίες. Ο δείκτης ολικής γονιμότητας υποχώρησε από 1,3 το 2013 σε 1,2 το 2024. Με άλλα λόγια, η μέση αναπαραγωγική επίδοση παραμένει πολύ μακριά από το 2,1, επίπεδο που απαιτείται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μετανάστευση, για τη μακροχρόνια αναπλήρωση των γενεών. Παράλληλα, η μέση ηλικία της μητέρας κατά τη γέννηση αυξήθηκε από 30,9 σε 32,1 έτη. Η τεκνοποίηση μετατίθεται επομένως σε μεγαλύτερες ηλικίες, γεγονός που περιορίζει και το χρονικό περιθώριο μέσα στο οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί ο επιθυμητός αριθμός γεννήσεων.

Μια κοινωνία που γερνά

Η πτώση των γεννήσεων συνδυάζεται με τη σημαντική αύξηση του ηλικιωμένου πληθυσμού. Οι ηλικίες 0-9 ετών μειώθηκαν κατά 16,3%, ενώ οι ηλικίες 80 ετών και άνω αυξήθηκαν κατά 31,3%. Ο δείκτης γήρανσης αυξήθηκε από 138,5 το 2013 σε 182,0 το 2024. Πρόκειται για σαφή ένδειξη της αλλαγής της ηλικιακής σύνθεσης της χώρας: ο πληθυσμός μετατοπίζεται προς τις μεγαλύτερες ηλικίες, ενώ οι μικρότερες γενιές συρρικνώνονται.

Η προσδοκώμενη ζωή κατά τη γέννηση ανήλθε στα 79,4 έτη για τους άνδρες και στα 84,4 έτη για τις γυναίκες. Η αύξηση της μακροβιότητας αποτελεί ασφαλώς θετική εξέλιξη, αλλά σε συνδυασμό με τη χαμηλή γονιμότητα δημιουργεί μια κοινωνία με ολοένα μεγαλύτερο βάρος ηλικιωμένων και ολοένα μικρότερη βάση νεότερων ηλικιών. Ο μόνιμος πληθυσμός της χώρας υποχώρησε κατά 3,1%, στα 10.482.487 άτομα.

Λιγότερες οικογένειες, περισσότερα μονοπρόσωπα νοικοκυριά

Η δημογραφική μεταβολή αποτυπώνεται και στη μορφή των νοικοκυριών. Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά αυξήθηκαν κατά 32,0%, φτάνοντας τα 1.401.443 από 1.061.547 στην προηγούμενη απογραφή. Αντίθετα, τα μεγαλύτερα νοικοκυριά συρρικνώνονται.

Τα νοικοκυριά με τέσσερα μέλη μειώθηκαν κατά 11,2%, στα 645.032, ενώ εκείνα με πέντε μέλη και άνω υποχώρησαν κατά 14,8%, στα 264.197.

Τα νοικοκυριά δύο μελών αυξήθηκαν ελαφρά, φτάνοντας τα 1.232.487 και αποτελώντας τη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία. Η εικόνα είναι συνεπώς διπλή: λιγότερα παιδιά και μεγαλύτερος αριθμός ηλικιωμένων από τη μία πλευρά, μικρότερα νοικοκυριά και περισσότερα άτομα που ζουν μόνα τους από την άλλη.

Γάμοι, σύμφωνα συμβίωσης και διαζύγια

Παράλληλα μεταβάλλεται και ο τρόπος με τον οποίο συγκροτούνται και διαλύονται οι οικογενειακές σχέσεις. Τα σύμφωνα συμβίωσης αυξήθηκαν στις 14.486 το 2024 από μόλις 581 το 2013, καταγράφοντας αύξηση 2.165,4%. Αντίθετα, οι συνολικοί γάμοι μειώθηκαν στους 36.649 το 2024 από 51.256 το 2013.

Οι θρησκευτικοί γάμοι περιορίστηκαν στους 19.695 από 25.624, ενώ οι πολιτικοί γάμοι υποχώρησαν στους 16.954 από 25.632. Την ίδια στιγμή, οι διαζευγμένοι στην επικράτεια αυξήθηκαν κατά 45,8%, φτάνοντας τα 484.237 άτομα. Τα άτομα σε διάσταση αυξήθηκαν κατά 62,0%, στα 112.977. Στα διαζύγια του 2024 κυριαρχούν οι γάμοι διάρκειας άνω των 10 ετών, οι οποίοι ανήλθαν σε 10.314 υποθέσεις, ενώ τα συναινετικά διαζύγια έφτασαν τις 12.805 υποθέσεις.

Και οι γεννήσεις μετακινούνται έξω από το παραδοσιακό μοντέλο

Η αλλαγή στη μορφή της οικογένειας αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι γεννήσεις. Οι γεννήσεις εντός συμφώνου συμβίωσης αυξήθηκαν θεαματικά, στις 9.393 το 2024 από μόλις 252 το 2013. Παράλληλα, οι γεννήσεις εκτός γάμου διαμορφώθηκαν στις 6.756. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η μείωση των γάμων δεν σημαίνει απλώς περιορισμό της δημιουργίας οικογένειας. Συνδέεται και με αλλαγή του ίδιου του θεσμικού και κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο δημιουργούνται οι οικογένειες και αποκτούν παιδιά.

Το δημογραφικό πρόβλημα, συνεπώς, δεν εξαντλείται στον αριθμό των γεννήσεων. Αφορά ταυτόχρονα την ηλικία στην οποία αποκτώνται παιδιά, το μέγεθος των νοικοκυριών, τη διάρκεια των οικογενειακών σχέσεων και τη σταδιακή μετάβαση σε διαφορετικές μορφές συμβίωσης.

Η οικονομία κινείται προς διαφορετική κατεύθυνση

Η ιδιαίτερη σημασία της δημογραφικής εικόνας βρίσκεται και στο γεγονός ότι εξελίσσεται σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετοί βασικοί οικονομικοί δείκτες παρουσιάζουν βελτίωση. Το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 8,9% το 2025 από 10,1% το 2024, 11,1% το 2023 και 26,5% το 2014. Ο αριθμός των απασχολουμένων αυξήθηκε στους 4.339.700 το 2025 από 3.536.200 το 2014.

Παράλληλα, ο πληθυσμός ηλικίας 18-59 ετών που ζει σε νοικοκυριά χωρίς κανέναν εργαζόμενο μειώθηκε στο 6,5%, δηλαδή σε 348.104 άτομα, από 18,8%, ή 1.114.444 άτομα, το 2014. Στα παιδιά ηλικίας 0-17 ετών το αντίστοιχο ποσοστό υποχώρησε στο 3,9% από 11,3%. Οι μακροχρόνια άνεργοι μειώθηκαν στο 3,7% στους άνδρες και στο 6,5% στις γυναίκες, ενώ η εργασιακή φτώχεια υποχώρησε στο 9,7% από 13,4% το 2014.

Με το σταθερό κατώφλι φτώχειας του 2008, ο κίνδυνος φτώχειας μειώθηκε στο 28,1% το 2025 από 48,0% το 2014, ενώ το βάθος της φτώχειας υποχώρησε στο 21,7% από 31,3%. Παράλληλα, ο δείκτης ανισοκατανομής εισοδήματος S80/S20 βελτιώθηκε στο 5,18 από 6,5 το 2014 και ο συντελεστής Gini μειώθηκε στο 31,6% από 34,5%. Η υγεία απορροφά το 7,8% των δαπανών, τα ξενοδοχεία και εστιατόρια το 11,8%, και η εκπαίδευση το 3,5%. Η μηνιαία κατανάλωση ελαιολάδου υποχώρησε στα 1,63 λίτρα το 2024 από 3,05 λίτρα το 2015. Στις ανέσεις κατοικίας, το 70,1% δηλώνει πλήρη ιδιοκτησία χωρίς υποχρεώσεις, ενώ το ποσοστό όσων αποπληρώνουν στεγαστικό δάνειο υποχώρησε στο 4,9% από 12,2% το 2013.

Η θέρμανση με φυσικό αέριο αυξήθηκε στο 18,4% από 8,9% το 2013, ενώ η πρόσβαση στο διαδίκτυο έφτασε στο 88,7% των νοικοκυριών. Η στενότητα χώρου επηρεάζει το 28,3% του πληθυσμού. Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η συρρίκνωση της ελληνικής οικογένειας αποτελεί μια βαθύτερη κοινωνική μεταλλαγή που υπερβαίνει την οικονομική συγκυρία.

Η δημογραφική κρίση χτυπά πλέον και τις σχολικές αίθουσες της Θεσσαλίας

Η εικόνα που καταγράφεται σε πανελλαδικό επίπεδο αποτυπώνεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο και στη Θεσσαλία, όπου η δημογραφική συρρίκνωση αρχίζει πλέον να γίνεται ορατή στην καθημερινότητα των τοπικών κοινωνιών. Τα στοιχεία από τον μαθητικό πληθυσμό της Περιφέρειας είναι χαρακτηριστικά: μέσα σε μόλις τρία χρόνια οι εγγραφές μαθητών έχουν μειωθεί κατά περίπου 3.500, ενώ η υποχώρηση ξεκινά ήδη από τις μικρότερες ηλικίες. Για τη σχολική χρονιά 2026-2027, 42 σχολικές μονάδες στη Θεσσαλία τίθενται σε προσωρινή αναστολή λειτουργίας, καθώς σε 29 νηπιαγωγεία και 13 δημοτικά σχολεία δεν υπάρχουν οι απαιτούμενες εγγραφές ή το αναγκαίο μαθητικό δυναμικό. Ιδιαίτερα έντονο είναι το φαινόμενο στα Τρίκαλα, όπου αναστέλλεται η λειτουργία 17 σχολικών μονάδων, εκ των οποίων 13 νηπιαγωγεία και 4 δημοτικά σχολεία.

Η Περιφερειακή Διευθύντρια Εκπαίδευσης Θεσσαλίας, Βασιλική Ζιάκα, χαρακτηρίζει ανησυχητική τη συνεχιζόμενη μείωση του μαθητικού πληθυσμού. Και πράγματι, οι αριθμοί των σχολείων λειτουργούν ως ένας από τους πιο άμεσους δείκτες της δημογραφικής πραγματικότητας: λιγότερα παιδιά στα νηπιαγωγεία σήμερα σημαίνουν λιγότερους μαθητές στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση τα επόμενα χρόνια και, κατ’ επέκταση, μικρότερα σχολεία και λιγότερα τμήματα. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την εκπαιδευτική λειτουργία. Σε πολλές μικρές και απομακρυσμένες περιοχές της Θεσσαλίας, το σχολείο αποτελεί έναν από τους τελευταίους ζωντανούς πυρήνες της τοπικής κοινωνίας.

Η αναστολή λειτουργίας του δεν σημαίνει απλώς ότι μια σχολική αίθουσα αδειάζει. Συχνά αποτελεί ένδειξη ότι ένας ολόκληρος οικισμός χάνει σταδιακά τον νεανικό του πληθυσμό και μαζί του μέρος της κοινωνικής και οικονομικής του ζωής. Η εικόνα δεν είναι, ωστόσο, παντού ίδια. Χαρακτηριστική θετική εξαίρεση αποτελούν τα Καλύβια Ελασσόνας, όπου 17 νέες εγγραφές δίνουν ξανά ζωή στο σχολείο του χωριού. Πρόκειται για ένα μικρό αλλά ιδιαίτερα σημαντικό παράδειγμα του πώς η παρουσία νέων οικογενειών και παιδιών μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στη δημογραφική ερήμωση της υπαίθρου.

Ούτως ή άλλως η Θεσσαλία γερνά και συρρικνώνεται. Μέσα σε μόλις μία δεκαετία, ο μόνιμος πληθυσμός της Περιφέρειας μειώθηκε κατά 44.507 κατοίκους, από 732.762 το 2011 σε 688.255 το 2021. Την ίδια στιγμή, μειώνονται έντονα οι νεότερες ηλικίες: τα παιδιά 0–9 ετών μειώθηκαν κατά 21,2%, ενώ οι ηλικίες 30–39 κατά 26,8%. Αντίθετα, οι ηλικιωμένοι αυξάνονται, με τους άνω των 80 ετών να έχουν αυξηθεί κατά 35%. Συνολικά, ένας στους τέσσερις κατοίκους της Θεσσαλίας είναι πλέον 65 ετών και άνω. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ένα διπλό δημογραφικό πρόβλημα: λιγότεροι κάτοικοι και ταυτόχρονα μεγαλύτερη μέση ηλικία του πληθυσμού.

Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.