Ο Βόλος, η Καρδίτσα και άλλοι οικισμοί στη Θεσσαλία του 19ου αι.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
Γράφει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, δάσκαλος, συγγραφέας

Ο Βόλος: Τα σπουδαιότερα στοιχεία για τη νέα πόλη του Βόλου, ή αλλιώς Νέα Μαγαζεία, παίρνουμε από την έκθεση του προξένου, της 11ης Ιουλίου του 1856. σύμφωνα με την έκθεση αυτή, η πόλη ήταν νεόδμητη και διαχωριζόταν από το φρούριο Βόλος (Βώλος) ή Παλαιά Μαγαζεία, που ήταν πολύ παλιότερο και κατοικείτο από Οθωμανούς. Το φρούριο, αναφέρει η ίδια πηγή, είχε 100 περίπου παμπάλαιες κατοικίες στις οποίες κατοικούσαν Οθωμανοί, ως επί το πλείστον πλούσιοι. Έξω από την πύλη του κάστρου αυτού υπήρχαν μερικά, σχεδόν κατεστραμμένα, εμπορικά καταστήματα και αποθήκες, καθώς και ορισμένα σπίτια όπου και διέμεναν οι πρόξενοι. Ένα τέταρτο από την πύλη προς την παραλία, συνεχίζει ο πρόξενος, ήταν κτισμένη η νέα κωμόπολη τότε του Βόλου. Τα πρώτα σπίτια στο νέο οικισμό κτίστηκαν το 1848, ενώ το 1856 οι κατοικίες, οι περισσότερες από τις οποίες είχαν την μορφή αποθηκών, είχαν φτάσει τις 80. Κατοικείτο από 400 χριστιανούς κατοίκους εμπόρους κυρίως καθώς και από ορισμένους συναδέλφους των από την Ευρώπη καθώς και πολλούς χειρώνακτες. Πέντε μόνο οικογένειες κατοικούσαν τότε αυτόν τον οικισμό. Ο πρόξενος, αφού αναφερθεί στους προξένους στο Βόλο της Ελλάδας, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αυστρίας, επισημαίνει ότι το κλίμα στην περιοχή ήταν ανθυγιεινό εξαιτίας των στάσιμων υδάτων και των ακαθαρσιών και παρά την ευεργετική επίδραση της θάλασσας. Στο κέντρο του Βόλου, εκείνη την εποχή, υπήρχε πρόχειρος στρατώνας με 400 Οθωμανούς στρατιώτες που εκτελούσαν κυρίως αστυνομικό έργο1. Ο μεγαλύτερος όμως χριστιανικός οικισμός στην περιοχή ήταν ο Άνω Βόλος, που είχε ιδρυθεί κατά τον 15ο αιώνα από τους Έλληνες που κατοικούσαν στην παράλια περιοχή, και λόγω της ισχυρής τουρκικής παρουσίας αναγκάστηκαν να μετοικήσουν. Τον Αύγουστο του 1841, κάποιοι χριστιανοί έμποροι της περιοχής ζήτησαν με γραπτή αναφορά τους στο σουλτάνο την άδεια να ιδρύσουν παράλιο οικισμό για την καλύτερη εξυπηρέτηση του εμπορίου. Η άδεια αυτή δόθηκε από το βαλή της Λάρισας το 1846, με πολύ καθυστέρηση και σύμφωνα μ’ αυτή οι έμποροι μπορούσαν να οικοδομήσουν μέχρι 120 κτίρια – αποθήκες. Δύο χρόνια αργότερα, όπως προαναφέραμε ξεκίνησε η ανοικοδόμηση των πρώτων κτισμάτων. Πρωτοστάτης στην ίδρυση αυτού του οικισμού ήταν ο Ηπειρώτης έμπορος Ν. Γάτσος. Ο ίδιος ταξίδεψε το 1850 ως την υψηλή Πύλη για να εξασφαλίσει από το σουλτάνο την άδεια ανεγέρσεως Ιερού Ναού. Πραγματικά έξι χρόνια αργότερα έγιναν τα λαμπρά εγκαίνια του ιερού Ναού του Αγίου Νικολάου παρουσία του Άγγλου προξένου, ο οποίος ,σημειωτέον, ήταν από τους ισχυρούς προστάτες του εν λόγω έργου.

Η Ανατολική Θεσσαλία το 1880, από το βιβλίο του Γεωργιάδη “Θεσσαλία”.

Όμως οι Οθωμανοί, που δεν έβλεπαν με καλό μάτι έναν χριστιανικό οικισμό κοντά στο δικό τους, οι Εβραίοι αλλά και οι κοτζαμπάσηδες των χωριών του Πηλίου, πέτυχαν τη στάση των αδειοδοτήσεων για νέα οικήματα το επόμενο διάστημα. Μετά από ενέργειες και πάλι του Γάτσου δόθηκαν νέες άδειες το 1859. από τότε ο Βόλος άρχισε να αναπτύσσεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το 1865 ο πληθυσμός της πόλης έφτασε τους 3.000, ενώ ιδρύθηκαν και Σχολείο “Ελληνικό” (1866). Το 1868 οι Οθωμανοί έκτισαν το κτίριο του Τελωνείου. Η νέα θεσσαλική πόλη, σύμφωνα με τους περιηγητές του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα, δεν είχε καμιά σχέση, από άποψη εμφάνισης, με τις άλλες λασποπόλεις της περιφέρειας. Η αρνητική συνέπεια από την ίδρυση της νέας πόλης ήταν η άρχουσα παρακμή των πηλιορείτικων χωριών, μιας και τα χωριά αυτά δεν μπόρεσαν να αντέξουν τον ανταγωνισμό του Βόλου. Το 1880, κατά την απογραφή του Κοκκίδη, ο Βόλος έφτασε να έχει πληθυσμό 6.050 κατοίκων, από τους οποίους Έλληνες 4.000, εβραίοι 650 και Τούρκοι (του Κάστρου) 1400.

Η Δυτική Θεσσαλία κατά τον Γεωργιάδη

Η Καρδίτσα: Από τα τέλη του 14ου αιώνα έως την περίοδο της Επανάστασης η Καρδίτσα ήταν ένα μικρό κονιαροχώρι. Ήταν όμως κτισμένη σε στρατηγικού ενδιαφέροντος τοποθεσία, πάνω στον εμπορικό άξονα Ιωαννίνων – Καλαμπάκας – Τρικάλων – Βόλου. Η κάτοικοι της αξιοποιούσαν στο έπακρο τον εύφορο κάμπο καλλιεργώντας βαμβάκι και καπνό. Η πρώτη χριστιανική οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Καρδίτσα το 1845. Ήταν η οικογένεια του Ηπειρώτη Αναγνώστη Λάππα, που εξασφάλισε, για το σκοπό αυτό, ειδικό φιρμάνι από το σουλτάνο, μιας και μέχρι τότε στην περιοχή, που θεωρούνταν μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους παραμεθόρια, απαγορεύονταν η εγκατάσταση Ελλήνων. Από εκείνη τη χρονιά και έπειτα, μετά τους οθωμανικούς νόμους (Χάτι Χουμαγιούν), μια πλειάδα χριστιανικών οικογενειών, από την Αργιθέα και τα Άγραφα ως τον Ασπροπόταμο, τα Βλαχοχώρια των Γρεβενών και την Ήπειρο, άρχισαν να εγκαθίστανται στην Καρδίτσα. Οι Βλάχοι, μάλιστα, ίδρυσαν και τη συνοικία του Βλαχομαχαλά και επιδίδονταν στη βιοτεχνία μάλλινων υφασμάτων. Από τους υπόλοιπους κατοίκους της πόλης, εκτός αυτών που ασχολούνταν με την γεωργία, άλλοι ήταν τεχνίτες ή χειρώνακτες και άλλοι έμποροι. Οι έμποροι διακινούσαν τα εμπορεύματά τους μέσω του λιμανιού του Βόλου και στις εμποροπανηγύρεις της περιοχής. Ο πρώτος Ναός της περιοχής ανοικοδομήθηκε το 1856, στη θέση ενός παλιότερου μικρού Ναού, στο όνομα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Η πόλη δεν ήταν έδρα Δήμου κατά την πρώτη δημιουργία των Δήμων από το οθωμανικό κράτος του 1867, αλλά αυτό συνέβη με τις επόμενες ρυθμίσεις του σχετικού νόμου, λίγα έτη αργότερα. Η καθυστέρηση στην ανάπτυξη της Καρδίτσας οφείλεται στα προσκόμματα που συνεχώς έβαζαν οι μπέηδες της περιοχής, πράγμα που έκανε και αδύνατο την ίδρυση ελληνικού Σχολείου στην πόλη. Το 1880 πάντως η Καρδίτσα έχοντας μεγαλώσει αρκετά κατοικείτο από 2.615 Έλληνες και 2385 Οθωμανούς2Άλλοι σημαντικοί οικισμοί στη Θεσσαλία του 19ου αιώνα: Κατά την περίοδο που εξετάζουμε, δηλαδή τον 19ο αιώνα, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, ο Τύρναβος και η Αγιά (τουρκ. “Γενιτζέ”), είχαν χάσει την αίγλη του παρελθόντος, και βρίσκονταν σε παρακμή. Η Ελασσόνα ήταν μάλλον ένα ασήμαντο τουρκοχώρι, ενώ η γειτονικά Τσαριτσάνη έδειχνε αξιοθαύμαστη πρόοδο. Στα Φάρσαλα ή στα τουρκικά Τσατάλτζα, παρουσίαζαν μικρή εμπορική κίνηση, εκτός της περιόδου της εμποροπανηγύρεως, οπότε και στην κωμόπολη συνέρρεε μεγάλο πλήθος. Το Βελεστίνο (Γενίτζαρι) δεν παρουσίαζε ανάπτυξη, ενώ ο Δομοκός υπέφερε από τις λεηλασίες των Αλβανών που ήταν επιφορτισμένοι με τον έλεγχο των συνόρων με την Ελλάδα. Μεγάλο χωριό στην περιοχή ήταν και το Δερελί (Γόννοι) το οποίο όμως ήταν αποκλειστικά τουρκοχώρι. Ο Αλμυρός (Ερμόρ ή Κιρτσίνι) παρουσίαζε αξιόλογη ανάπτυξη λόγω και της ολοένα αυξανόμενης κατοίκησης από Έλληνες. Το 1866 κτίστηκαν στην περιοχή μεγάλοι τουρκικοί στρατώνες.

Σύμφωνα με τον απογραφικό πίνακα του Κοκκίδη3 οι οικισμοί της Θεσσαλίας το 1880 παρουσίαζαν τα εξής πληθυσμιακά στοιχεία:

Χριστιανοί μουσουλμάνοι Σύνολο
Αρμυρός 2000 900 2900
Αγιά 1900 0 1900
Βελεστίνος 150 1000 1150
Τύρναβος 4500 900 5400
Δερελί 0 900 900
Ελασσών 300 900 1200
Φάρσαλα 1200 1500 2700
Δομοκός 1200 350 1550
Μακρινίτσα 6000 0 6000
Άνω Βόλος 4200 0 4200
Ζαγορά 3800 0 3800
Πορταριά 2650 0 2650
Δεσκάτη 4000 0 4000
Λιβάδι 2700 0 2700
Κρανιά (Αντιχασίων) 4000 0 4000
Ζάρκος 2100 2100
Πλάτανος 1250

 

Εικ. 1.  Η Ανατολική Θεσσαλία το 1880, από το βιβλίο του Γεωργιάδη “Θεσσαλία”.

Εικ. 2. Η Δυτική Θεσσαλία κατά τον Γεωργιάδη.

  1.  Εκτενή αποσπάσματα της προξενικής εκθέσεως στην Ιστορία τ. Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, σελ. 405.
  2.  Ι. τ. Ε. Ε., τόμος ΙΒ΄, σ. 406.
  3.  Ι. τ. Ε. Ε., τόμος ΙΒ΄, σ. 408.

Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.