Αρχικά θα πρέπει να συνυπολογίσει κανείς ότι δεν έχουν περάσει και πολλά χρόνια από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον αδελφοκτόνο Εμφύλιο που ακολούθησε. Οι επιπτώσεις στην εθνική οικονομία ήταν ακόμη εμφανείς, και μόλις εκείνη την περίοδο είχαν αρχίσει να γίνονται τα πρώτα βήματα…
Δεν είχε περάσει καν ένας ολόκληρος χρόνος από τον σεισμό των Σοφάδων, όταν ο Εγκέλαδος έκανε την εμφάνισή του και στη Μαγνησία και μάλιστα συνεχόμενες φορές και σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Για να φτάσουμε στις 19 Απριλίου 1955 όταν και συντελέστηκε η απόλυτη καταστροφή…
Του Χρυσόστομου Τρίμμη
Στις 21 Φεβρουαρίου 1955 στις 9:40 το βράδυ, δόνηση μεγέθους 4,6 Ρίχτερ, με επίκεντρο νοτιοανατολικά του Βόλου, προκάλεσε αρκετές ζημιές. Στο Βόλο 36 σπίτια κατέστησαν ετοιμόρροπα, 150 υπέστησαν σοβαρές βλάβες, και 306 ελαφρύτερες, ενώ ένας άνθρωπος έχασε τη ζωή του. Σημαντικές ζημιές καταγράφηκαν στα Λεχώνια, στην Αγριά, στην Άλλη Μεριά, στον Άγιο Γεώργιο Μπαξέδων, στην Ανακασιά, στις Σταγιάτες, στην Πορταριά, στη Μακρινίτσα, στο Κατηχώρι, στον Άγιο Ονούφριο, στην Αγία Παρασκευή, στη Δράκεια και στον Άγιο Λαυρέντιο.
Αυτό ήταν το πρώτο μήνυμα για την περιοχή της Μαγνησίας. Στις 19 Απριλίου 1955 καταγράφηκε αρχικά ένας προσεισμός με επίκεντρο την περιοχή του Παγασητικού, μεγέθους 4,6 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Στις 18:47 ήρθε ο κύριος σεισμός, με το μέγεθος να φτάνει τα 6,2 R. Ένας νεκρός, 49 τραυματίες (οι μισοί και πλέον στον αστικό ιστό του Βόλου και οι υπόλοιποι σε χωριά της Μαγνησίας) ο απολογισμός όσον αφορά τους ανθρώπους. Ακολούθησε μετασεισμός 5,8 R. Στο Βόλο από τις 10.047 οικοδομές, οι 459 κατέρρευσαν, 6.068 κατέστησαν ακατοίκητες και 2.284 έπαθαν ελαφρύτερες ζημιές. Μόνο 1.237 έμειναν ανέπαφες.
Όλος αυτός ο κόσμος άστεγος, χιλιάδες άτομα… Οι οικογένειες αυτές έψαχναν στέγη. Ο Στρατός και ο Ερυθρός Σταυρός κινητοποιήθηκαν και πρόχειρα καταλύματα και σκηνές στήθηκαν αλλά δεν αρκούσαν για όλους! Οι κάτοικοι έμεναν ακόμη και σε μισογκρεμισμένα οικήματα και σε υπόγεια αυτών, όπου τους βρήκε η πλημμύρα, λίγους μήνες μετά.
Οι πρώτες κινήσεις
Τα δημοσιεύματα της εποχής κάνουν λόγο για μία δόνηση που κράτησε 8-10 δευτερόλεπτα. Από την κυβέρνηση Παπάγου φτάνουν αρχικά στον Βόλο οι υπουργοί Ράλλης και Πολυζωγόπουλος, ενώ ο Γενικό Επιτελείο Στρατού ορίζει τον ταξίαρχο Αθ. Σουγουρίδα συντονιστή στρατιωτικών μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεπειών, με τον στρατηγό Ιατρίδη από εκεί και πέρα όμως ν’ αναλαμβάνει στη συνέχεια καθήκοντα. Μάλιστα ο Ιατρίδης υπόσχεται ότι μέχρι τον Οκτώβριο όλες οι στεγαστικές ανάγκες θα έχουν καλυφθεί.
Από την Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακής Θεσσαλία έγινε την ίδια στιγμή γνωστό ότι όποιος επιχειρεί να κάνει πλιάτσικο στα χαλάσματα θα πυροβολείται!
Όπως προαναφέραμε, δεν επαρκούν οι σκηνές για την προσωρινή στέγαση όλων αυτών των ανθρώπων! Μάλιστα, αναφέρεται ότι για το πρώτο βράδυ μετά την καταστροφή στάλθηκαν μόλις 50 σκηνές για να καλύψουν κάποιες ανάγκες. Πολλοί φεύγουν σε χωριά και άλλες πόλεις, φτάνοντας ακόμη και σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη! Στον Βόλο τα βράδια επικρατεί δριμύ ψύχος!
Η ασυνεννοησία μεταξύ τοπικών Αρχών, Στρατού και Κεντρικής Διοίκησης έχει αρχίσει βέβαια από την πρώτη στιγμή. Σε ανακοίνωσή του ο δήμος Βόλου επισημαίνει μάλιστα: «Η Δημοτική Αρχή ανακοινοί ότι παρ’ ότι προσεφέρθη και προσφέρεται να αναλάβη υπευθύνως οιονδήποτε τομέα βοηθείας, στεγάσεως και εν γένει περιθάλψεως του σεισμοπλήκτου πληθυσμού της πόλεως Βόλου, ατυχώς Κρατικαί Αρχαί δεν εδέχθησαν την τοιαύτην προσφοράν. Βεβαίως λυπείται βαθύτατα η Δημοτική Αρχή για τη μη αποδοχή των προσφερθεισών υπηρεσιών, αίτινες θα συνέβαλον αποτελεσματικώς εις την αρτιωτέραν περίθαλψιν του πληθυσμού».
Πέρα από τη στέγαση, τόσο την προσωρινή όσο και τη μόνιμη, υπάρχει και το θέμα της σίτισης. Καταστήματα να λειτουργούν ελάχιστα, και ακόμη λιγότερες οι προμήθειες. Αρχίζουν να καταφτάνουν τρόφιμα και οργανώνονται συσσίτια. Υπάρχει και θέμα για εμφάνιση ασθενειών, αφού οι συνθήκες υγιεινής δεν είναι και οι καλύτερες δυνατές. Ο κόσμος δεν μπορεί βέβαια να περιμένει πότε θα καλυφθούν οι ανάγκες με σκηνές που όλο έρχονται και όλο δεν φτάνουν, και αρχίζει να προμηθεύεται με τα απαραίτητα για κατασκευή ξύλινων παραπηγμάτων. Τα στεγαστικά υλικά αρχίζουν να παρουσιάζουν… άνοδο τιμών, ενώ γίνεται αναφορά για εμφάνιση αισχροκέρδειας.

Διακρίνεται στην οδό 2ας Νοεμβρίου η καπναποθήκη Τζαμάλη (σήμερα, κατα το ήμισυ πολυκατοικία)
(Πηγή: Η Μαγνησία στο Πέρασμα του Χρόνου)
Η πρώτη καταγραφή των μεγάλων ζημιών
Στην αποτίμηση των ζημιών, πέρα από το ότι πάμπολλα ήταν τα σπίτια και τα καταστήματα που κατέρρευσαν, μεγάλη ρωγμή σχηματίστηκε κατά μήκος της προκυμαίας στο λιμάνι του Βόλου, το κρηπίδωμα της ανατολικής πλευράς του Παπαστράτου κατέρρευσε, το ίδιο και το Ηρώο. Σοβαρές ζημίες υπέστη το κτήριο της «Εξωραϊστικής» και όλες οι γύρω οικοδομές. Καταστράφηκαν τα κτήρια των δημοσιών υπηρεσιών και τέθηκαν εκτός χρήσης το Νοσοκομείο και το Άσυλο του Παιδιού, ενώ κατέρρευσε το τζαμί στο λόφο του Κάστρου. Κατέρρευσαν επίσης, ολόκληρο το κτηριακό οικοδόμημα του παλιού Τελωνείου του 19ου αιώνα και τμήματα της μεγάλης παραλιακής αποθήκης. Ανεπανόρθωτες ήταν οι ζημιές στο κτήριο της Εμπορικής Σχολής, ενώ σημαντικές ήταν κι αυτές που έπαθαν τα εργοστάσια και οι καπναποθήκες, αλλά και το τότε δημαρχιακό μέγαρο (Μέγαρο Σκενδεράνη) στη συμβολή των οδών Τοπάλη και Δημητριάδος.
Ειδικά για τα εργοστάσια έγινε μεγάλη συζήτηση και μέχρι τις 28 Απριλίου αρκετά έχουν αρχίσει να λειτουργούν ξανά, καθώς ο κόσμος έχει ανάγκη και από μεροκάματα για να επιβιώσει.
Χρήματα όμως από την πλευρά του κράτους υπάρχουν; Από τη μία ο σεισμός στα Ιόνια Νησιά το 1953, ενώ είχε προηγηθεί και αυτός της Καρδίτσας και στη συνέχεια ο σεισμός του Βόλου (που είχε και συνέχεια και τα επόμενα χρόνια, αφού και το 1956 αλλά και το 1957 στο Βελεστίνο οι ισχυρές δονήσεις έφεραν στο προσκήνιο νέες ζημιές) και κάπου εκεί η κυβέρνηση Παπάγου ανακοινώνει ότι επιβάλλεται ειδική φορολογία για την αντιμετώπιση των δαπανών που απαιτούνται για την αποκατάσταση των σεισμόπληκτων. «Χίλια εκατομμύρια νέων δραχμών απαιτούνται» ανακοινώνει ο υπουργός Συντονισμού κος Παπαληγούρας, ενώ ο υπουργός Οικονομικών, κ. Ευταξίας έκανε γνωστό ότι επιβάλλονται:
-Εφάπαξ εισφορά για το οικονομικό έτος 1955-56 και μόνο 20% επί του φόρου εισοδήματος.
-Προσαρμογή δασμών, που προκαλεί αυξήσεις στις τιμές προϊόντων. Πρόκειται για επιστροφή στα δεδομένα του 1953, και επηρεάζονται προϊόντα όπως ο καφές, τα όσπρια, τα ψάρια και ο παστός μπακαλιάρος, το κρέας και το τυρί.
Όσον αφορά τους σεισμοπαθείς, τόσο για τις οικίες τους όσο και για την επαγγελματική τους δραστηριότητα, δόθηκαν υποσχέσεις για δάνεια, προκειμένου να μπορέσουν να επιστρέψουν σε μία τύποις κανονικότητα…
Η ανοικοδόμηση πεδίο πολιτικής κόντρας και διαφωνιών…
Ενώ μετά τον σεισμό του 1953 στα Ιόνια Νησιά το έργο της ανοικοδόμησης ανέλαβε αυτόνομη επιτροπή, στον Βόλο επιλέχθηκε η στρατιωτική διοίκηση, με ανάλογα επακόλουθα.
Ο δήμαρχος Γεώργιος Καρτάλης είχε συνάντηση με τον Παπάγο για το συγκεκριμένο θέμα και για τη γενικότερη προοπτική της πόλης, για να λάβει την απάντηση όμως ότι ο Στρατός ήταν αυτός που θα αναλάμβανε καθήκοντα. Οι αντιδράσεις καταγράφονται και από την πλευρά της αντιπολίτευσης αλλά και από φορείς όπως το τοπικό Τεχνικό Επιμελητήριο αλλά και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, με τον πρόεδρό του Αθανάσιο Ρουσόπουλο να κάνει λόγο για παρακινδυνευμένη απόφαση από πλευράς κυβέρνησης. Από την άλλη τόνιζε σε όλους τους τόνους ότι δεν γίνεται να επισκευαστούν κτήρια που είχαν υποστεί ζημιές, και ότι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν χωρίς αντισεισμική θωράκιση.
Στη διαφωνία μεταξύ κυβέρνησης Παπάγου και δημοτικής Αρχής Βόλου παίζει προφανή ρόλο η πολιτική θέση των δύο πλευρών. Από την πλευρά του Βόλου ο Γεώργιος Καρτάλης, πιο κοντά στις εργατικές δυνάμεις της εποχής και μέλος της κυβέρνησης Πλαστήρα (1951-52) και από την άλλη ο στρατάρχης Παπάγος, απέναντι στους Βενιζελικούς και στον Πλαστήρα. Από την άλλη, θα πρέπει να υπολογίσουμε ότι τα χρήματα ήταν περιορισμένα, έχοντας προηγηθεί ο σεισμός στο Ιόνιο και αυτός των Σοφάδων, και τα στρατιωτικά έξοδα που είχαν προηγηθεί ήταν αρκετά μεγάλα. Η κυβέρνηση φαινόταν να θέλει να ξεμπερδεύει με το θέμα των καταστροφών κατά κύριο λόγο φθηνά και ανώδυνα, όσον αφορά το πολιτικό κόστος. Η πολιτική αυτή συνεχίστηκε και μετά τον θάνατο του Παπάγου και την ανάληψη καθηκόντων από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που προηγουμένως ήταν υπουργός δημοσίων έργων.
Όπως προαναφέραμε, η κυβέρνηση επέβαλε από τη μία έκτακτη φορολογία για να ανταποκριθεί στα έξοδα και από την άλλη έδωσε δάνεια στους πολίτες για την ανοικοδόμηση. 32 χιλιάδες δραχμές ήταν το δάνειο για μία μονώροφη κατοικία, 42 χιλιάδες για τη διώροφη μονώροφου πυρήνα, καθώς και 12 χιλιάδες δραχμές για τις κατοικίες και τα καταστήματα που μπορούσαν να επισκευαστούν. Από τη μία φόροι και από την άλλη δάνεια… Ουσιαστικά η φορολογία φάνηκε να καλύπτει μόνο μέρος των μέτρων αποκατάστασης, αφού οι πληγέντες αναγκαστικά έβαλαν το χέρι στην τσέπη για να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Μεγάλη συζήτηση αναπτύχθηκε στη συνέχεια και για την επέκταση της πόλης, με την κυβέρνηση να θέλει να πραγματοποιήσει πρώτα μελέτη, ενώ ο δήμος ήθελε η επέκταση να εφαρμοστεί άμεσα και στις πέριξ συνοικίες.
Ο Στρατός ανέλαβε, και τελικά προωθήθηκε το σύστημα Παρασκευόπουλου για την ανέγερση οικιών. Η κυβερνητική απόφαση χορήγηση δανείων για την ανέγερση 1875 μονόροφων οικημάτων και για ισάριθμες επισκευές. Για την αντισεισμική αντοχή τους χρησιμοποιήθηκε το «σύστημα Παρασκευόπουλου», γνωστό και ως «ψύχα», που εξηγεί η Βίλμα Χαστάογλου ότι είναι: «Τοιχοποιία πλάτους 30 εκατοστών, από δρομική οπτο-πλινθοδομή εκατέρωθεν, οπλισμένη με ψυχή σκυροκονιάματος (ενισχυμένου ενίοτε με ελαφρύ μεταλλικό πλέγμα). Πρόκειται για ένα «πρωτόγονο» σε σχέση με τα τεχνικά κεκτημένα της εποχής αντισεισμικό σύστημα, που επαρκούσε μόνο για διώροφες οικοδομές και του οποίου αποκλειστικό -αλλά όχι αμελητέο για την περίσταση- πλεονέκτημα ήταν ότι δεν απαιτούσε ειδικευμένους τεχνίτες και μπορούσε να εφαρμοστεί εύκολα (χωρίς ξυλότυπους) και οικονομικά. Η μέθοδος αυτή βρήκε ευρύτατη εφαρμογή κατά τα επόμενα χρόνια, όχι μόνο στην ανέγερση μονοκατοικιών αλλά και στην επισκευή των παλιών κτηρίων, αντί των εξειδικευμένων τεχνικών που απαιτούσε η αποκατάστασή τους, όπως προκύπτει από τις σχετικές άδειες ανέγερσης και επισκευής της εποχής που φυλάσσονται στο αρχείο της Νομαρχίας Μαγνησίας ή σε αρχεία ιδιωτών μηχανικών. Για τις τριώροφες πολυκατοικίες, που άρχισαν να εμφανίζονται την άνοιξη του 1956, η κατασκευή ακολουθούσε τον γενικό κανονισμό για το οπλισμένο σκυρόδεμα που είχε θεσπιστεί από το 1954».

(Πηγή: Βίλμα Χαστάογλου-Βόλος: Πορτραίτο της πόλης τον 19ο και 20ό αιώνα)
Ακόμη και η απόφαση της κυβέρνησης ν’ αναλάβει ο Στρατός την ανοικοδόμηση του Βόλου δεν ήταν απόλυτα σταθερή. Τον Απρίλιο του 1956 ανέλαβαν οι πολιτικές υπηρεσίες του υπουργείου Οικισμού, με τον αρμόδιο υφυπουργό Τρύφωνα Τριανταφυλλάκο να χαρακτηρίζει την Αρχή του Ανώτατου Συντονιστή Αποκαταστάσεων Θεσσαλίας και Μαγνησίας… καθεστώς και να παραδέχεται ουσιαστικά ότι αν είχαν αναλάβει εξ αρχής οι πολιτικοί φορείς τότε θα δινόταν μία διαφορετική κατεύθυνση στην ανοικοδόμηση του Βόλου. «Ο Βόλος θα ήτο μία από τας ωραιωτέρας πόλεις του κόσμου. Τώρα έχει γίνει κακή αρχή» ανέφερε ο Τρύφων Τριανταφυλλάκος, κάνοντας όμως ένα… λάθος. Η ανοικοδόμηση του Βόλου δεν βρισκόταν πλέον στην αρχή, αλλά είχε περάσει τη μέση… αφού είχε ολοκληρωθεί το 70% των νέων οικιστικών κατασκευών και το 4% των εργασιών αποκατάστασης. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε και ο σεισμός του Βελεστίνου το 1957 με ένταση 6.8 R, για να προκληθούν νέες ζημιές, και την κυβέρνηση ν’ αναθέτει πάλι τα έργα στον Στρατό, με νέο συντονιστή τον συνταγματάρχη Αχιλλέα Παυλίδη, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1957.
Στο κείμενό της με τίτλο «Η ανοικοδόμηση του Βόλου μετά το σεισμό του 1955: Η επέμβαση και τα διδάγματά της», στο βιβλίο «Πόλεις της Μεσογείου μετά από σεισμούς» (Εκδόσεις Βόλος, 2007), η Βίλμα Χαστάογλου είναι ιδιαίτερα κατατοπιστική και ξεκάθαρη, με τη ματιά της καθηγήτριας πολεοδομίας στο τμήμα Αρχιτεκτόντων του ΑΠΘ, και με τη χρονική απόσταση που απαιτείται για χρήσιμα συμπεράσματα.
Όπως αναφέρει η ίδια:
«Οι επιλογές της ανοικοδόμησης μετέτρεψαν μια αυθεντική αστική μορφή σε απρόσωπη διάσπαρτη «κηπούπολη». Ουσιαστικά, η μετασεισμική αποκατάσταση του Βόλου συρρικνώθηκε σε απλό πρόγραμμα στέγασης που υλοποιήθηκε με την οικονομική συμβολή των κατοίκων. Η ανοικοδόμηση περιορίστηκε στη μεμονωμένη αντικατάσταση των κατεστραμμένων κτιρίων και επέβαλε ως στεγαστικό πρότυπο τη μικροαστική μονοκατοικία σε μια πόλη με υψηλό ποσοστό εύπορων οικογενειών και με πολυάριθμο εργατικό πληθυσμό. Η πολιτική της δανειοδοτημένης αυτοστέγασης μετέφερε το βάρος της ανοικοδόμησης στους κατοίκους, που υποχρεώθηκαν να εξαντλήσουν τις προσωπικές οικονομίες τους, και υποκατέστησε την ανάγκη στεγαστικών προγραμμάτων για τα λαϊκά στρώματα. Κυρίως, όμως, κατάπληξη προκαλεί η παντελής απουσίας πολεοδομικού σχεδιασμού για το μέλλον της πόλης, την προοπτική της Βιομηχανίας της, και εν γένει τη Βελτίωση του αστικού χώρου – υποδομές και κοινωφελείς εγκαταστάσεις. Όπως επίσης και η απουσία μέριμνας για το ιστορικό κτιριακό απόθεμα, που αφέθηκε στην προαίρεση των ιδιοκτητών αντιμετωπίστηκε καθαρά χρηστικά, με απλοϊκές τεχνικές επισκευής.
Με άλλα λόγια, η ανοικοδόμηση του Βόλου ακολουθεί έναν «αυτοσχέδιο» δρόμο. Δεν επιλέγει ούτε τη διατήρηση της μνήμης με την προστασία και αποκατάσταση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, αλλά ούτε και τη νεωτερικότητα με την υιοθέτηση των σύγχρονων αντιλήψεων για την οργάνωση και την εικόνα της πόλης που στη δεκαετία του 1950 θα υλοποιηθούν στη δημιουργία νέων πόλεων διεθνώς
Εν τελεί, παραμένει ανεξήγητο γιατί αντιμετωπίστηκε με αυτόν τον πρόχειρο και σχεδόν «εκδικητικό» τρόπο μία από τις ελάχιστες βιομηχανικές πόλεις της χώρας, ενώ η τεχνογνωσία υπήρχε και είχε ήδη δώσει εφαρμογές. Η εύλογη και επείγουσα ανάγκη για άμεση επαναλειτουργία της πόλης δεν συνιστώ επαρκή απάντηση στο ερώτημα. Είναι πιο πιθανόν οι βαθύτερες αιτίες να σχετίζονται με τη στάση μιας αυταρχικής κυβέρνησης απέναντι σε μια φιλελεύθερη τοπική αυτοδιοίκηση και μια κοινωνία με ζωντανό εργατικό κίνημα.
Μόλις στη δεκαετία του 1960, αρκετά χρόνια μετά τη λήξη της αποκατάστασης ξεκίνησε η δύσκολη πορεία αναμόρφωσης των κύριων δημοσίων χώρων (όπως της κεντρικής πλατείας Ρ. Φεραίου και της ακτής του Ξενία) και η κατασκευή νέων δημοσίων κηρίων -δημαρχείο, θέατρο, νοσοκομείο, ξενοδοχεία, σχολεία, κ.ά.- που τόνωσαν την αστική ζωή και ξανάδωσαν στην πόλη έναν αέρα αστικότητας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το μόνο δημόσιο κτίριο που κατασκευάστηκε πριν το 1960 είναι το Παγκύπριο Γυμνάσιο, με οικονομική εισφορά της Κύπρου προς τους σεισμοπαθείς. Αναπτυξιακές ενέργειες αναλαμβάνονται εκ των υστέρων, μετά το 1965, για την τόνωση της βιομηχανίας με την ίδρυση της Βιομηχανικής Περιοχής Βόλου ή την επέκταση των λιμενικών υποδομών, ενώ ο πολεοδομικός σχεδιασμός επιχειρείται με καθυστέρηση 15 χρόνων, με τη χωροταξική και ρυθμιστική μελέτη Βόλου του 1970.
Θετική απόρροια των σεισμών της δεκαετίας 1950 (Ιόνια νησιά 1953, Βόλος 1955, Σαντορίνη 1957) αποτέλεσε η σύνταξη του αντισεισμικού κανονισμού του 1959, ο οποίος ίσχυσε μέχρι το 1995, οπότε αναθεωρήθηκε.
Εν κατακλείδι, η ιστορία της ανοικοδόμησης πόλεων μετά από σεισμούς μας διδάσκει ότι η πολεοδομία κατάφερε τις πιο επιτυχείς επεμβάσεις της όταν στάθηκε ικανή να μετατρέψει ένα καταστροφικό συμβάν σε ευκαιρία για τη βελτίωση της πόλης και για την πρόοδο της γνώσης μας στο θέμα αυτό. Στο κρίσιμο αυτό θέμα, η σκληρή εμπειρία της ανοικοδόμησης του Βόλου συνεισφέρει περισσότερο με τα ερωτήματα που δημιουργεί, φωτίζοντας με τον πιο πειστικό τρόπο κι ζητήματα στα οποία πρέπει να επικεντρωθεί η πολιτική αποκατάστασης. Ενδεχομένως σήμερα τα ζητήματα αυτά να φαίνονται αυτονόητα, όμως η επίγνωση αποκτήθηκε με πολύ επώδυνο τρόπο για να μην αξιοποιείται με τη μεγαλύτερη σοβαρότητα. Η περίπτωση του Βόλου αναδεικνύει ότι η ύπαρξη τεχνικής γνώσης από μόνη της δεν επαρκεί αν δεν συνοδεύεται από την πολιτική βούληση για μια ουσιαστική και αποφασιστική επέμβαση».
Οι νέες συνοικίες και οι πολυκατοικίες
Μπροστά σ’ αυτές τις εξελίξεις, ο Βόλος αναγκαστικά επεκτείνεται. Έτσι, το 1956 εντάσσονται στο σχέδιο οι συνοικίες της Νεάπολης, των Αγίων Αναργύρων, της Χιλιαδούς, του Καραγάτς και της Νέας Ιωνίας, ενώ εγκρίθηκε και η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου της Νέας Ιωνίας. Βέβαια, όπως επισημαίνουν και οι ειδικοί του παρόντος, η χάραξη μόνο με ορθολογισμό δεν φαίνεται να έχει γίνει αλλά με βάση τις απαιτήσεις των ιδιοκτητών των εκτάσεων.
Εντός του 1956 έχουμε και τη θεμελίωση της πρώτης πολυκατοικίας, στη συμβολή των οδών Γαλλίας και Κοραή, τριώροφη με τρία διαμερίσματα ανά όροφο, και με εννέα ιδιοκτήτες συνολικά. Τριώροφη με 12 συνολικά διαμερίσματα ήταν η δεύτερη πολυκατοικία που θεμελιώθηκε τον Ιούλιο του ίδιου έτους, στη συμβολή των οδών Ιωλκού και Κωνσταντά και τετραώροφη αυτή που θεμελιώθηκε τον Φεβρουάριο του 1957, Κοραή με Γαλλίας επίσης. Οι δύο τελευταίες ήταν μέρος των πέντε οικοδομών που είχε αναλάβει ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός Επιστημόνων Βόλου, αλλά και πάλι μπροστά σ’ αυτήν την καταστροφή που είχε χτυπήσει την πρωτεύουσα της Μαγνησίας, ο αριθμός τους έμοιαζε εξαιρετικά μικρός.
Οι σεισμοί δεν ξέχασαν ποτέ τη Μαγνησία
Ανά τακτά χρονικά διαστήματα ο Εγκέλαδος πάντα θυμόταν τη Μαγνησία και τον Βόλο, ενώ χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του σεισμού του Βελεστίνου το 1957, καθώς στις 8 Μαρτίου η Γη πάλι κουνήθηκε στους ρυθμούς του.
Με επίκεντρο την πόλη του Ρήγα Φεραίου, ο σεισμός χτύπησε στις 12:30 μμ, με ένταση 6.8 R. Η περιοχή στο τρίγωνο Βόλος-Φάρσαλα-Λάρισα επλήγη για μία ακόμη φορά και μάλιστα βάναυσα. Σε όλες τις περιοχές ο απολογισμός είναι δραματικός. Στη Μαγνησία 120 από τις 370 οικίες κρίνονται κατεδαφιστέες. Στο Βελεστίνο 390 από τις 433! Στο Αερινό, στην Κοκκινιά, στις Φερρές, στον Ριζόμυλο, στον Άγιο Δημήτριο Φερών 1-2 σπίτια έχουν μείνει όρθια.
Στον επίσης ταλαιπωρημένο Βόλο 500 σπίτια παθαίνουν και πάλι ζημιές, οι 270 ιδιαίττερα μεγάλες. Τα εργοστάσια της περιοχής για μία ακόμη φορά μετρούν απώλειες, όπως αυτά του Γκλαβάνη, του Ματσάγγου και του Παπαστράτου. Ζημιές καταγράφονται επίσης σε σχολικά κτήρια, στις αποθήκες και στο λιμάνι, καθώς και στους κινηματογράφους Κρόνος και Τιτάνια.
Οι εφημερίδες της εποχής κάνουν λόγο για ζημιές σε όλη την κεντρική Ελλάδα, σε πάνω από 6 χιλιάδες οικίες, και για δεκάδες χιλιάδες άστεγους και ανθρώπους που έχουν άμεση ανάγκη από σίτιση…
Ο Αλμυρός στο επίκεντρο…
Στις 9 Ιουλίου 1980 πάλι, ο Παγασητικός Κόλπος έδωσε μεγάλο σεισμό στην περιοχή
Στις 9 Ιουλίου 1980 εκδηλώθηκε ισχυρός σεισμός που είχε το επίκεντρο του στον Παγασητικό κόλπο, με τη δόνηση να είναι… τριπλή, και όπως είναι αναμενόμενο ζημιές καταγράφηκαν στην ευρύτερη περιοχή, με τον Αλμυρό και τη Νέα Αγχίαλο να δέχονται τα μεγαλύτερα πλήγματα, ενώ γενικά προβλήματα προέκυψαν σε Μαγνησία, Φθιώτισα και Λάρισα.
Στις 05:10 το πρωί η πρώτη δόνηση έφτασε τα 5,4 R, ενώ δύο μόλις λεπτά μετά ήρθε η μεγαλύτερη δόνηση, των 6,3 R. Στις 05:36 η γη κουνήθηκε στον ρυθμό των 5,9 R…
Στον Αλμυρό, sτη Νέα Αγχίαλο και sτο Αϊδίνι παρατηρήθηκαν οι μεγαλύτερες εντάσεις και οι περισσότερες βλάβες σε κτήρια, ενώ ζημιές υπέστησαν και κτήρια στον Βόλο. ζημιές όμως υπέστησαν και κτίρια στο Βόλο. Τα Φάρσαλα, η Λαμία και χωριά των νομών Καρδίτσας, Λάρισας και Φθιώτιδας επλήγησαν λιγότερο. Στην Νέα Αγχίαλο παρατηρήθηκαν μικρές ρωγμές στο έδαφος. Σεισμοί προηγήθηκαν του κυρίου σεισμού, ο μεγαλύτερος από αυτούς έγινε μόλις 1,5min πριν και είχε μέγεθος 5,4. Ο μεγαλύτερος μετασεισμός είχε μέγεθος 6,1.
Θύματα δεν υπήρξαν αλλά 24 άνθρωποι τραυματίστηκαν. 5222 κτίρια καταστράφηκαν, 14726 υπέστησαν σοβαρές βλάβες και 10688 μικρότερες. Ο σεισμός ήταν και πάλι παρών…
Πηγή: Ειδικό ένθετο του Ομίλου Καρεκλίδη- «Στιγμές Ιστορίας-Ο Βόλος που χάθηκε-Τα δεινά στη Δεκαετία 1950-1960-Το Σήμερα και το Αύριο»




































