Σχεδόν 30% ήταν η μέση αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στην Ευρώπη από το 2022, που έγινε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία μέχρι σήμερα, ενώ κάποιες χώρες είναι πρωταθλητές, όπως η Πολωνία που έχει σχεδόν αυξήσει 90% και η Δανία 70% τις στρατιωτικές τους δαπάνες. Επίσης οι βόρειες χώρες που βρίσκονται κοντά στη Ρωσία, αλλά και άλλες χώρες που μέχρι πρόσφατα υποεπένδυαν στην άμυνά τους, σε σχέση με χώρες όπως η Ελλάδα, έχουν αυξήσει σημαντικά τις στρατιωτικές τους δαπάνες, όπως η Ολλανδία κατά 55%, η Σουηδία και η Λιθουανία σχεδόν 50%, ενώ η ίδια η Γερμανία αύξησε τον αμυντικό της προϋπολογισμό κατά 40% και αυτή η τάση αναμένεται να συνεχιστεί.
Τα παραπάνω ανέφερε ο Χρήστος Κόλλιας, καθηγητής Εφαρμοσμένης Οικονομικής του Τμήματος Οικονομικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μιλώντας στο Ράδιο ΕΝΑ 102.5 και τον Δημήτρη Καρεκλίδη, με αφορμή εκδήλωση του Ενιαίου Συλλόγου Διδασκόντων του Π.Θ. αύριο το απόγευμα στον Βόλο για την πολεμική οικονομία
Όπως ανέφερε, έχει διαμορφωθεί ένα περιβάλλον έντονων ανταγωνισμών και ένα νέο περιβάλλον ασφάλειας για την Ευρώπη, γιατί ακριβώς πλέον πρέπει η ίδια να φροντίσει για τη δική της ασφάλεια. Και αυτό αντανακλάται στο γεγονός ότι μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 σχεδόν το σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών έχει προχωρήσει σε σημαντικότατες αυξήσεις στις αμυντικές τους δαπάνες.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, υπήρξαν δύο καθοριστικά αφυπνιστικά ξυπνητήρια για την Ευρώπη, το πρώτο και σημαντικότερο ήταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, που λειτούργησε αφυπνιστικά για το νέο περιβάλλον ασφάλειας που δημιουργείται στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, ενώ είχε προηγηθεί η προσάρτηση της Κριμαίας και η εισβολή στη Γεωργία στο παρελθόν, αλλά ήταν ξυπνητήρια που μάλλον δεν άκουσε τότε η Ευρώπη.
Το δεύτερο ξυπνητήρι ήταν οι ανατροπές που φέρνει η δεύτερη προεδρία Τραμπ στο διεθνές σύστημα και στις σχέσεις μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ. Μέχρι τούδε οι ΗΠΑ ήταν η εγγυήτρια δύναμη σε ότι αφορά στην ασφάλεια της Ευρώπης, κάτι που της έδινε τη δυνατότητα να υποεπενδύει σε σχέση με το ότι έκαναν οι ΗΠΑ στην άμυνά της, γιατί αισθανόταν ασφαλής κάτω από την αμερικανική ομπρέλα προστασίας. Αυτό δεν ισχύει στο βαθμό που ίσχυε στο παρελθόν και δεν είναι απόλυτα δεδομένο. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι συζητάμε για μια μικρής κλίμακας στρατιωτική εμπλοκή ευρωπαϊκών δυνάμεων και ΗΠΑ για την Γροιλανδία, κάτι που πριν λίγα χρόνια θα ήταν σενάριο επιστημονικής φαντασίας.
Ο κ. Κόλλιας ανέφερε ότι η δεύτερη προεδρία Τραμπ είναι μια προεδρία ανατροπών, όχι μόνο στις διεθνείς σχέσεις των ΗΠΑ, αλλά και στο εσωτερικό της Αμερικής, αν και το κατά πόσο αυτά τα πρωτοφανή που βιώνουμε θα είναι παροδικά με την έννοια ότι θα συσχετίζονται μόνο με την προεδρία Τραμπ και εν συνεχεία οι ΗΠΑ θα επανέλθουν στις παλιές καλές «εργοστασιακές» ρυθμίσεις, είναι κάτι που δεν μπορούμε να προβλέψουμε.
Σύμφωνα με τον καθηγητή σχεδόν 30% ήταν η μέση αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στην Ευρώπη από το 2022, που έγινε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία μέχρι σήμερα, ενώ κάποιες χώρες είναι πρωταθλητές, όπως η Πολωνία που έχει σχεδόν αυξήσει 90% και η Δανία 70% τις στρατιωτικές τους δαπάνες. Επίσης οι βόρειες χώρες που βρίσκονται κοντά στη Ρωσία, αλλά και άλλες χώρες που μέχρι πρόσφατα υποεπένδυαν στην άμυνά τους, σε σχέση με χώρες όπως η Ελλάδα, έχουν αυξήσει σημαντικά τις στρατιωτικές τους δαπάνες, όπως η Ολλανδία κατά 55%, η Σουηδία και η Λιθουανία σχεδόν 50%, ενώ η ίδια η Γερμανία αύξησε τον αμυντικό της προϋπολογισμό κατά 40% και αυτή η τάση αναμένεται να συνεχιστεί, ακριβώς γιατί διαμορφώνεται ένα νέο περιβάλλον ασφάλειας και πρέπει οι ευρωπαίοι να φροντίσουν για την ασφάλεια του οίκου τους.
Σε σχέση με χώρες που μέχρι σήμερα βρισκόταν στο στόχαστρο, λόγω των καθεστώτων τους και τον κίνδυνο που έχει μετατοπιστεί σε άλλες χώρες, ο καθηγητής του Π.Θ. ανέφερε ότι η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν έχει στενότατες συνεργατικές σχέσεις με τη Βόρεια Κορέα και άλλα αυταρχικά καθεστώτα όπως το Ιράν, το καθεστώς Μαδούρο στη Βενεζουέλα και όχι μόνο, ενώ στην εικόνα αυτή μπαίνει και ο τούρκος πρόεδρος Ερτνογάν.
Ο πρόεδρος Τραμπ επικεφαλής της πλέον ισχυρής νεοφιλελεύθερης δημοκρατίας στον κόσμο επίσης, δείχνει μια ιδιαίτερη συμπάθεια προς αυταρχικού ηγέτες, έχει εκφραστεί με πολύ θερμά λόγια για τον Ερντογάν και για τον Πούτιν και στην περίπτωση του πρώτου μπροστά στον πρωθυπουργό του Ισραήλ Νετανιάχου, με τον οποίο ο Ερντογάν διατηρεί όχι μόνο προσωπική, αλλά και κρατική αντιπαλότητα. Και αυτό γιατί η Τουρκία φαίνεται να αναδεικνύεται ως ο βασικός στρατηγικός ανταγωνιστής του Ισραήλ στην ευρύτερη περιοχή, μετά τη μείωση της ισχύος του Ιράν τον τελευταίο χρόνο.
Όσον αφορά στην αμυντική βιομηχανία της Ευρώπης, ο κ. Κόλλιας είπε ότι είναι ένας μοχλός με τον οποίο θα επιχειρήσει να αναπτύξει τη βιομηχανική της ισχύ, ούτως ή άλλως θα δούμε πιθανότατα μια συνολικότερη μετατόπιση των βιομηχανικών δραστηριοτήτων πίσω στην Ευρώπη. Η περίοδος που δραστηριότητες είχαν μεταφερθεί από την Ευρώπη στην Κίνα, στην Ινδία, στη Ρωσία και σε άλλες χώρες έχει λήξει, με σφύριγμα του προέδρου Τραμπ για τις αμερικανικές επιχειρήσεις και η αμυντική βιομηχανία προβάλει ως ο μοχλός που θα δώσει τη δυνατότητα για να βιομηχανική ανάκαμψη στις ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και την ενίσχυση της τεχνολογικής ισχύος, καθώς στην αμυντική βιομηχανία εντοπίζονται πολλές από τις καινοτόμες εφαρμογές, οι οποίες στη συνέχεια διαχέονται και στην υπόλοιπη οικονομία (όπως ραντάρ οπισθοπορείας στα αυτοκίνητα, ή τα αδιάβροχα ρούχα Gordex).
Επίσης, ανέφερε ότι η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, σε αντίθεση με την αμερικανική, είναι ιδιαιτέρως κατακερματισμένη και υπάρχει έντονος εθνικός βιομηχανικός ανταγωνισμός, που λειτουργεί και θα συνεχίσει να λειτουργει αποτρεπτικά σε αυτή την προσπάθεια, με ενδεικτικό παράδειγμα ότι παρότι η Ευρώπη έβαλε στόχο την κατασκευή μαχητικού αεροσκάφους 6ης γενιάς, που θα είναι διαθέσιμο τις επόμενες δεκαετίες, η προσπάθεια αυτή έχει διασπαστεί σε δύο ομάδες που λειτουργούν παράλληλα, όπως είχε συμβεί με τα αεροσκάφη Eurofighter και Rafale, που ξεκίνησαν ως ενιαίο ευρωπαϊκό πρότζεκτ και βρεθήκαμε με δύο αεροσκάφη. Το ίδιο ισχύει και στη ναυπηγική βιομηχανία και στα συστήματα του στρατού ξηράς. Τέλος, ανέφερε ότι η ΕΕ παραμένει μια ένωση 27 ανεξάρτητων κρατών, μεταξύ των οποίων πολύ ισχυρές βιομηχανικές χώρες, τις οποίες διακατέχει μικρή ή μεγαλύτερη στρατηγική στρατηγική καχυποψία, που πάντα εμφυλοφορεί στα προγράμματα ισχυρής και προωθημένης τεχνολογικής ανάπτυξης.
Απόδοση ραδιοφωνικής συνέντευξης Ντίνος Στεργιόπουλος































