Οι καταχρηστικές αγωγές (SLAPPs) εις βάρος δημοσιογράφων και μέσων ενημέρωσης είναι σύνηθες φαινόμενο στη Μαγνησία και χρησιμοποιούνται ως εκφοβιστικά μέσα, για να φιμώσουν τους δημοσιογράφους και να αποτρέψουν αποκαλύψεις. Με το νέο νομοθετικό πλαίσιο υπάρχει ελπίδα ότι η κατάσταση αυτή θα σταματήσει και οι δημοσιογράφοι θα προστατεύονται απέναντι σε ένα φαινόμενο, που τα τελευταία χρόνια έχει παραγίνει.
Ο Δημήτρης Χορταργιάς πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας και Εύβοιας, μίλησε στο Ράδιο ΕΝΑ και τον Δημήτρη Καρεκλίδη και εξέφρασε την ελπίδα ότι ο νόμος θα οδηγήσει σε μια καλύτερη φάση τη δημοσιογραφία, ενισχύοντας την ελευθερία της έκφρασης, την πολυφωνία και την ανεξάρτητη δημοσιογραφία και επιτρέποντας στους δημοσιογράφους να νιώθουν πιο ασφαλείς να αποκαλύπτουν πράγματα που μέχρι πρότινος δίσταζαν να γράψουν.
Σύμφωνα με τον Δ. Χορταργιά, οι καταχρηστικές – εκφοβιστικές αγωγές κατά μέσων και δημοσιογράφων αποτελούν σύνηθες φαινόμενο, ειδικά σε περιοχές όπως η Μαγνησία, όπου χρησιμοποιούνται ως εκφοβιστικά για να φιμώσουν τους δημοσιογράφους και να αποτρέψουν αποκαλύψεις.
«Η κατάσταση έχει παραγίνει τα τελευταία χρόνια. Αρκετοί από τους ανθρώπους που ασκούν εξουσία χρησιμοποιούν διάφορα μέσα και ένα από αυτό ήταν τα SLAPPs, προσπαθούσαν να εκφοβίσουν δημοσιογράφους και Μέσα Ενημέρωσης ώστε να μην προχωρούν σε διάφορες αποκαλύψεις, να μην αναφέρονται σε θέματα που τους αφορούν και να μην ασκούν κριτική», ανέφερε.
Ερωτηθείς σχετικά, διευκρίνισε ότι στον Βόλο είναι γνωστό το κέντρο που εκφοβίζει δημοσιογράφους, κάτι που διαπιστώνεται αν δει κάποιος δικαστικές υποθέσεις που έχουν δημοσιευτεί και αφορούν μόνο δημοσιογράφους.
Καινοτομίες και θετικές εξελίξεις του Ελληνικού Νόμου
Αναφερόμενος στη νομοθεσία, ο πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών είπε ότι πριν από περίπου δύο χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξέδωσε οδηγία για την αντιμετώπιση των SLAPPs, ώστε όλες οι χώρες έπρεπε να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα.
Στη χώρα μας η Ελλάδα καθυστέρησε να εφαρμόσει την οδηγία, λόγω των νομοθετημάτων, όσων έπρεπε να συμπεριληφθούν στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο, ενώ συμπεριέλαβε και αιτήματα των δημοσιογραφικών ενώσεων.
Ενώ η Ευρωπαϊκή Οδηγία εστίαζε κυρίως σε διασυνοριακές διαφορές, ο ελληνικός νόμος, μετά από πιέσεις των δημοσιογραφικών ενώσεων, επεκτάθηκε για να καλύπτει και τις εγχώριες υποθέσεις εντός της ελληνικής επικράτειας, προστατεύοντας τους δημοσιογράφους από εγχώρια επιχειρηματικά ή πολιτικά συμφέροντα. Αυτό αποτελεί ευρωπαϊκή πρωτοτυπία, ανέφερε ο κ. Χορταργιάς, καθώς σε άλλες χώρες αυτό δεν προβλέπεται.
Ο ίδιος είπε ότι ο νόμος προβλέπει αναδρομική ισχύ για τις εκκρεμείς υποθέσεις, κάτι που ήταν νομικά δύσκολο αλλά κρίσιμο αίτημα των Ενώσεων Συντακτών.
Ο πρόεδρος των δημοσιογράφων τόνισε ότι με το νόμο οριοθετείται με σαφήνεια το πεδίο της δημοσιογραφικής έρευνας όπως η διαφθορά, το περιβάλλον, η δημόσια υγεία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο έλεγχος της εξουσίας, τα οποία πλέον εμπίπτουν σε προστατευτικό πλαίσιο.
Επίσης ο νέος νόμος αναγνωρίζει το δικαίωμα της ΠΟΕΣΥ και των πρωτοβάθμιων Ενώσεων Συντακτών και εκδοτών, να παρεμβαίνουν δικαστικά υπέρ των διωκόμενων δημοσιογράφων.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών είπε ότι ήδη η ΠΟΕΣΥ ξεκίνησε την καταγραφή καταχρηστικών αγωγών κατά δημοσιογράφων, ώστε να δημιουργηθεί μια βάση δεδομένων.
Ο κ. Χορταργιάς επισήμανε ότι ο νόμος δεν παρέχει ασυλία στους δημοσιογράφους. Κάθε λέξη τους υπόκειται σε έλεγχο, και η κριτική γίνεται καθημερινά, αλλά η προστασία αφορά τις καταχρηστικές αγωγές και όχι τις νόμιμες.
Τέλος, εξέφρασε την ελπίδα ότι ο νόμος θα οδηγήσει σε μια καλύτερη φάση για τη δημοσιογραφία, ενισχύοντας την ελευθερία της έκφρασης, την πολυφωνία και την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, και επιτρέποντας στους δημοσιογράφους να νιώθουν πιο ασφαλείς να αποκαλύπτουν πράγματα που μέχρι πρότινος δίσταζαν να γράψουν.
Χάθηκαν περιουσιακά στοιχεία από μήνυση
Ο κ. Χορταργιάς ανέφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα SLAPPs υπόθεση του 2000, όπου δημοσιογράφοι στον Βόλο πλήρωσαν ακριβά με απώλεια περιουσιακών στοιχείων, για υπόθεση τοκογλυφίας, η οποία αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ήταν εμπλεκόμενα άτομα από το παραδικαστικό κύκλωμα.
Όπως είπε, ο καταγγελθείς είχε προφυλακιστεί και αποφυλακίστηκε, γιατί ο καταγγέλλων πήρε πίσω την καταγγελία του.
Τέτοιες εμπειρίες οδήγησαν τις ενώσεις να πιέσουν για το νέο νόμο, τόνισε.































