Τα πρώτα επιστημονικά δεδομένα για τα πλημμυρικά φαινόμενα του Daniel και του Elias που έπληξαν σφοδρά τον Βόλο, τη Μαγνησία αλλά και όλη τη Θεσσαλία ήρθαν στο φως στη σημερινή εσπερίδα που διοργάνωσε η Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας σε συνεργασία με το ΤΕΕ Μαγνησία. Απότοκος της εσπερίδας ήταν πως ό,τι ξέραμε, πρέπει να το ξεχάσουμε, να αλλάξουμε τις προδιαγραφές των έργων και να κάνουμε τις πόλεις και όλη την περιοχή της Θεσσαλίας πιο ανθεκτική σε φαινόμενα, τα οποία δεν θα εμφανίζονται πια κάθε 400 χρόνια, όπως έδειξε η πραγματικότητα πριν από μερικούς μήνες. Στην εσπερίδα αναλύθηκαν επιστημονικά δεδομένα από καθηγητές του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας για τις υποδομές, τα οδικά έργα, το θαλάσσιο περιβάλλον κ.α..

Ο κ. Νικήτας Μυλόπουλος, πρόεδρος του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του ΠΘ και Διευθυντής Εργαστηρίου Υδρολογίας μίλησε για τη διαχείριση του πλημμυρικού κινδύνου και τόνισε μεταξύ άλλων πως δεν υπήρχε και ούτε ακόμη υπάρχει ένας ολοκληρωμένος αντιπλημμυρικός σχεδιασμός κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα να είμαστε εκτεθειμένοι και ανοχύρωτοι απέναντι σε τέτοιου είδους πλημμυρικά φαινόμενα.
“Η βασική συζήτηση πρέπει να γίνει γύρω από την αντιπλημμυρική προστασία των περιοχών. Ολοκληρωμένη αντιπλημμυρική προστασία δεν είχαμε. Αυτή τη στιγμή είμαστε ανοχύρωτοι απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα. Είναι άλλο ένα μεμονωμένο αντιπλημμυρικό έργο κι άλλο ο ολοκληρωμένος αντιπλημμυρικός σχεδιασμός”, επεσήμανε ο κ. Μυλόπουλος τονίζοντας ότι για τα επόμενα χρόνια χρειάζεται ένας πολύ καλός σχεδιασμός, με το ΠΘ να έχει τις λύσεις. Αυτές όμως πρέπει να δοθούν υπό το πνεύμα του ολοκληρωμένου σχεδιασμού έργων και όχι με αποσπασματικά, όπως τόνισε, έργα που τελικά δεν λειτουργούν και δεν συνεργάζονται μεταξύ τους.
“Ο ολοκληρωμένος σχεδιασμός περιλαμβάνει τα έργα ορεινής υδρονομίας σε συνδυασμό με αναδασώσεις κτλ. Αυτά τα έργα της πρώτης ανάσχεσης, σε συνδυασμό με αντιπλημμυρικά έργα, αυτά που προέβλεπε η πρώτη αναθεώρηση σχεδίων υδατικών πόρων στη λεκάνη απορροής, σε συνδυασμό με διάνοιξη, ώστε να επανακατακτήσουν τα ποτάμια τον χώρο τους, θα φέρουν τον μετριασμό των επιπτώσεων. Με μετριασμένες επιπτώσεις δεν θα θρηνούσαμε θύματα, ζώα δεν θα είχαμε αυτή τη μεγάλη καταστροφή από τον Daniel και τον Elias”, υπογράμμισε ο Καθηγητής για το θέμα της Κάρλας τάχθηκε κατά της διάνοιξης των βουνών για την έλευση αγωγού που θα καταλήγει στο Αιγαίο, με σκοπό την απάντληση των υδάτων.
Για έργα μη ανθεκτικά έκανε λόγο από την πλευρά του ο κ. Νίκος Ηλιού, καθηγητής οδοποιίας και οδικής ασφάλειας στο ΠΘ, επισημαίνοντας ότι τα έργα δεν σχεδιάστηκαν για να είναι ανθεκτικά, σχεδιάστηκαν με παλιές προδιαγραφές και δεν έγιναν προβλέψεις ούτε για τα υδραυλικά, ούτε για τα γεωτεχνικά.
“Δρόμοι έφυγαν, τοίχοι αντιστήριξης έφυγαν, τίποτα δεν είναι ανθεκτικό γιατί δεν έχουν σχεδιαστεί με κουλτούρα ανθεκτικού σχεδιασμού. Αυτό μας λείπει και δεν είναι θέμα κόστους μόνο, γιατί μπορεί να κοστίζει λίγο περισσότερο αν το κάνουμε ανθεκτικό, αλλά συν τω χρόνω θα είναι σοφή η επιλογή μας να έχουμε ανθεκτικές υποδομές . Τα φαινόμενα ήρθαν και μας έδειξαν ότι κακώς σχεδιάζαμε όπως το κάναμε και πρέπει να τα ανασχεδιάσουμε όλα. Μιλάμε για ανασχεδιασμό με καινούργιες προδιαγραφές και για βροχοπτώσεις που να λαμβάνουν υπόψη τις καταιγίδες και καταστροφές, που δεν συμβαίνουν κάθε 400 ή 800 χρόνια”, επεσήμανε.
Τόνισε δε ότι οι πρόχειρες αποκαταστάσεις που έχουν γίνει πρέπει να μελετηθούν και να σχεδιαστούν σωστά από την αρχή.

Για έλλειψη επίσημου κρατικού, ολοκληρωμένου μοντέλου προσομοίωσης και για σύστημα παρακολούθησης τη στάθμης των ποταμών μίλησε ο κ. Λάμπρος Βασιλειάδης επίκουρος καθηγητής στο αντικείμενο της τεχνικής υδρολογίας στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΠΘ, ο οποίος μίλησε για την προσομοίωση των πλημμυρών και τη διαχείριση του πλημμυρικού κινδύνου.
“Όταν θέλουμε να κάνουμε αντιπλημμυρικό σχεδιασμό πρέπει να κάνουμε ένα βήμα παραπάνω όχι μόνο καθαρισμούς χειμάρρων αλλά ένα οργανωμένο σχέδιο διαχείρισης πλημμυρικού κινδύνου, το οποίο θα ξεκινά από τα ορεινά μέχρι τα πεδινά. Πρέπει να ξεκινήσουμε και είναι σημαντικό να υπάρχει ένα σύστημα παρακολούθησης στάθμης παροχής ποταμού, για να ξέρουμε τι νερό κατεβάζουν γιατί δεν έχουμε παροχόμετρα, δεν έχουμε υδρομετρικούς σταθμούς έχουμε μόνο βροχομετρικούς. Εάν έχουμε ένα παροχόμετρο μπορούμε άνετα μετά να πιστοποιήσουμε τα γεγονότα και τα μοντέλα μας, να ξέρουμε ότι τα δεδομένα που βγάζουμε είναι πραγματικά κι από κει κι έπειτα οποιοδήποτε σενάριο θέλουμε να διαχειριστούμε, μπορούμε να το αναπαραστήσουμε, οπότε πιθανώς να αναπαραστήσουμε τις πιθανές μελλοντικές επιπτώσεις.
Επίσημο μοντέλο που να διαχειρίζεται κρατικός μηχανισμός δεν υπάρχει. Είναι κάτι που πρέπει να γίνει. Ξεκινάμε από εκεί και συνεχίζουμε βήμα βήμα. Ας ξεκινήσουμε από τα πρώτα, να γίνει μία βάση δεδομένων, μια πολύ καλή αποτύπωση γιατί έχουν αλλάξει οι διατομές ποταμών, άρα πρέπει να στήσουμε ξανά τα μοντέλα μας, με τα νέα δεδομένα ενσωματώνοντας τα ιστορικά στοιχεία για να είμαστε σίγουροι ότι μπορούμε να ελαχιστοποιήσουμε τις επιπτώσεις στο μέλλον”, υπογράμμισε χαρακτηριστικά.

Ευχάριστες ειδήσεις έφερε από την πλευρά της η επίκουρη Καθηγήτρια θαλάσσιας και παράκτιας μηχανικής κ. Βανέσσα Κατσαρδή η οποία μίλησε για τις επιπτώσεις των πλημμυρών στο θαλάσσιο περιβάλλον και αναφέρθηκε κυρίως στις προσχώσεις που υπήρχαν. Η κ. Κατσαρδή σημείωσε ότι οι προσχώσεις, δηλαδή τα φερτά υλικά ιδίως στις παραλίες του Ανατολικού και Νοτίου Πηλίου από την πλευρά του Αιγαίου ήταν μία θετική επίπτωση των πλημμυρών.
“Μεγάλωσαν οι παραλίες μας κι έτσι θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε καλύτερα τα προβλήματα που έχουν από διαβρώσεις. Αυτό μας διδάσκει ότι οι παραλίες αυτές είναι εκεί πανέμορφες και μεγάλες διότι το Πήλιο έχει όλα αυτά τα ρέματα και τους χειμάρρους και εμπλουτίζουν τις παραλίες, παρόλο που υφίστανται πολύ μεγάλες πιέσεις από τους κυματισμούς του Αιγαίου. Το αρνητικό είναι ότι κατέβηκαν φερτά κάθε είδους, αυτοκίνητα, ζώα κτλ και ειδικά ο κλειστός κόλπος του Παγασητικού που είναι ένα ευαίσθητο οικοσύστημα επιβαρύνθηκε πολύ από νιτρικά, οργανικά στοιχεία κτλ”, σημείωσε η ίδια.

Για επανασχεσδιασμό των πόλεων και του Βόλου και τη μετατροπή του σε πόλη -σφουγγάρι μίλησε η κ. Χρυσή Λασπίδου Καθηγήτρια στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, επισημαίνοντας ότι
“θα πρέπει να ξεφύγουμε από τις γκρίζες υποδομές και να μιλάμε για πράσινες και γαλάζιες υποδομές και πως αυτές θα ενταχθούν στον αστικό ιστό. Οι γαλάζιες υποδομές είναι αυτές που ενσωματώνουν το νερό μέσα στην πόλη, μιλάμε για πόλεις – σφουγγάρια, που βλέπουν το νερό σαν κάτι που πρέπει να το κρατήσουν μέσα στην πόλη παρά να το διοχετεύσουν μακριά”, ανέφερε και έδωσε ένα παράδειγμα γαλάζιας υποδομής με την πολλαπλή χρήση χώρων μιας πόλης, όπως ένα γήπεδο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και πλημμυρισμένο. Είπε για παράδειγμα ότι ένα ανοιχτό γήπεδο μπορεί να είναι το σημείο όδευσης των νερών, χωρίς να επηρεαστούν οι κατοικίες και ταυτόχρονα να είναι αισθητικά όμορφο και ταυτόχρονα να εξυπηρετεί και τις ανάγκες για νερό, καθώς θα φαινόμενα ξηρασίας και πλημμύρας εναλλάσσονται συνεχώς.

Σε ότι αφορά στο οδικό δίκτυο και στις ζημιές που έχουν γίνει ο κ. Γρηγόρης Τσινίδης επίκουρος καθηγητής στον τομέα Γεωτεχνικής Μηχανικής σημείωσε ότι στόχος, μετά τις πλημμύρες είναι “να καταλάβουμε ποια είναι η συμπεριφορά των έργων στις νέες συνθήκες και νέα δεδομένα, καθώς βλέπουμε συνεχώς φορτίσεις από τα πλημμυρικά φαινόμενα που είναι εκτός των προδιαγραφών που είχαμε, που σημαίνει ότι πρέπει να διαφοροποιήσουμε τον τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων, δηλαδή να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο μελετούμε τα νέα έργα και να διερευνήσουμε την ανθεκτικότητα των νέων έργων”, όπως είπε μεταξύ άλλων.

Σημειώνεται ότι το αμφιθέατρο του ΤΕΕ γέμισε ασφυκτικά από κόσμο, ενώ παρόντες ήταν μεταξύ άλλων ο πρύτανης του ΠΘ κ. Μπιλλίνης, ο Δήμαρχος Ρήγα Φεραίου κ. Νασίκας, ο Δήμαρχος Αλμυρού κ. Εσερίδης και ο κ. Αριστείδης Σαββάκης εκπροσωπώντας τον Δήμο Βόλου.
Δήμητρα Παλαιοδημοπούλου





























