Φτερά έκαναν οι οικονομίες πολλών χρόνων για νεαρό ζευγάρι στον Βόλο, καθώς απατεώνες τους έμπλεξαν στα δίχτυα τους και κατόρθωσαν να τους αποσπάσουν μέσω υπολογιστή, συνολικά 29.000 ευρώ, αφήνοντάς τους «ταπί». Όλα άρχισαν από μία αγγελία πώλησης ριχταριών για καναπέ σε πλατφόρμα πωλήσεων.
Την ανάρτηση στο marketplace την είχε κάνει μια γυναίκα η οποία υποστήριζε πως πουλούσε ριχτάρια προς 50 ευρώ. Η αγγελία ήταν αναρτημένη επί τέσσερις περίπου μήνες, όταν ένας άντρας επικοινώνησε με τη νεαρή γυναίκα εκφράζοντας ενδιαφέρον να τα αγοράσει. Η γυναίκα συμφώνησε και εκείνος της έστειλε μήνυμα με υπερσύνδεσμο που παρέπεμπε σε περιβάλλον τράπεζας. Η νεαρή προσπάθησε να βάλει τα στοιχεία της, αλλά η συνδιαλλαγή δεν ολοκληρωνόταν. Όταν επέστρεψε ο σύζυγός της, επιχείρησε να τη βοηθήσει, επίσης χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά, διαπίστωσαν με έκπληξη πως από τους λογαριασμούς τους είχαν κάνει «φτερά» 14.000 και 15.000 ευρώ αντίστοιχα, με το περιστατικό να λαμβάνει χώρα τον Μάρτιο του 2022. Επρόκειτο, όπως είπαν σήμερα στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου για αποταμιεύσεις που είχαν κάνει οι γονείς τους από τότε που ήταν ακόμη παιδιά, με σκοπό να τους βοηθήσουν στο ξεκίνημα της ζωής τους. Να σημειωθεί ότι το θύμα εκείνη την περίοδο ήταν δόκιμος ιερέας, ενώ το ζευγάρι είχε ένα μωράκι μόλις 22 μηνών.
Μετά την καταγγελία που έκανε το ζευγάρι, οι ένοχοι εντοπίστηκαν και σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για απάτη με ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά συναυτουργία, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συρροή. Κατά την έρευνα της Αστυνομίας διαπιστώθηκε πως επρόκειτο για τρία άτομα, δύο άντρες 38 και 31 ετών σήμερα, και μία γυναίκα, όλοι από τη Θήβα. Στο δικαστήριο σήμερα παραβρέθηκε μόνο ο ένας κατηγορούμενος, ενώ οι άλλοι δύο εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιους δικηγόρους.
Ο κατηγορούμενος που βρέθηκε στο δικαστήριο ισχυρίστηκε πως τον προσέγγισε η γυναίκα και του ζήτησε την κάρτα και τα στοιχεία του e-banking του, έναντι ανταλλάγματος 500 ευρώ. Επίσης είπε πως δεν τη γνώριζε, ούτε γνώριζε την απάτη, αλλά δέχτηκε διότι είχε ανάγκη τα χρήματα.
Ο συνήγορος της κατηγορούμενης υποστήριξε πως η εντολέας του λειτούργησε με αφέλεια και πως δεν κατάλαβε τι επρόκειτο να συμβεί, ενώ ο δικηγόρος του τρίτου κατηγορούμενου, αρνήθηκε τα πάντα και υποστήριξε ότι δεν γνώριζε τα άλλα δύο άτομα. Παρόλα αυτά κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει επαρκώς πώς βρέθηκε ποσό από τις 29.000 ευρώ, στον λογαριασμό του. Τελικά το δικαστήριο τούς έκρινε ένοχους και τους επέβαλε ποινές φυλάκισης 14 μηνών με τριετή αναστολή και δυνατότητα έφεσης.































