Ο Βόλος είναι γνωστός για πολλά σε όλη την Ελλάδα, είναι γνωστός όμως και για τους χειμερινούς κολυμβητές, που κατακλύζουν σε καθημερινή βάση τόσο τον Άναυρο όσο και τις Πλάκες. Άνδρες και γυναίκες, νέοι και μεγαλύτεροι αψηφούν το κρύο και τις χαμηλές θερμοκρασίες, ακόμη και το χιόνι και βουτούν στα νερά του Παγασητικού για να ενισχύσουν την υγεία τους αλλά και την ψυχολογία τους. Φυσικά, οι χειμερινοί κολυμβητές δεν θα έλεγαν ποτέ όχι στη βουτιά την πρώτη ημέρα του χρόνου και δεκάδες μέλη του Συλλόγου Χειμερινών Κολυμβητών Βόλου ο «Ιάσων», βρέθηκαν στις Πλάκες και έκοψαν την Πρωτοχρονιάτικη πίτα τους και ευχήθηκαν καλή χρονιά με καλές… θάλασσες για μπάνιο!

Στο Ράδιο ΕΝΑ και στον Δημήτρη Καρεκλίδη μίλησε γι’ αυτή την ξεχωριστή συνήθεια που χαρίζει ευεξία ο κ. Βλάσης Παχιός, πρόεδρος του Συλλόγου των Χειμερινών Κολυμβητών Βόλου ο «Ιάσων» τονίζοντας ότι ο ίδιος είναι 45 χρόνια χειμερινός κολυμβητής και από τότε που ξεκίνησε έχει δει μεγάλη διαφορά στην υγεία του.

Ο κ. Παχιός συνταξιούχος πλέον, έβλεπε τη θάλασσα ως μία Κολυμβήθρα του Σιλωάμ, που έπαιρνε μαζί της όλες τις δύσκολες στιγμές της ημέρας του. «Πολλοί πήγαιναν για μπάνιο πριν τη δουλειά το πρωί, ενώ πήγαινα μετά το σχολείο γιατί ήμουν εκπαιδευτικός και όταν έφευγα κακόκεφος έμπαινα στη θάλασσα και «ξεπλένονταν» όλα αυτά και έβγαινα άλλος άνθρωπος. Έμπαινα στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Η θάλασσα λειτουργεί ευεργετικά και για το μυαλό. Εγώ ήμουν και φιλάσθενος, από τότε που ξεκίνησα τα μπάνια τον χειμώνα, δεν έχω ούτε συνάχι! Έχει αλλάξει ο οργανισμός μου», επεσήμανε ο ίδιος, ο οποίος κάνει γύρω στα 310 μπάνια τον χρόνο!
Λιγότεροι φέτος λόγω… φόβου
Την Πρωτοχρονιά λοιπόν, που δεν θύμιζε η ημέρα σε τίποτα βαρύ χειμώνα, δεκάδες ήταν τα μέλη του Συλλόγου που βρέθηκαν στις Πλάκες για να κάνουν την πρώτη βουτιά του 2024 και να κόψουν την βασιλόπιτα. Φέτος ωστόσο, όπως ανέφερε ο κ. Παχιός, ήταν λιγότεροι οι χειμερινοί κολυμβητές γιατί πολλοί είχαν τον φόβο της μολυσμένης θάλασσας, εξαιτίας των πλημμυρών του Σεπτεμβρίου.
«Φέτος είμαστε σημαντικά λιγότεροι γιατί υπήρχε ο φόβος της μολυσμένης θάλασσας. Εμείς το αψηφήσαμε, αλλά δεν είδαμε καμία επίπτωση. Λέμε χαριτολογώντας ότι τα μικρόβια τόσο μικρά που είναι, για να γίνουν σαν κι εμάς θα περάσουν 500 χρόνια!», είπε και συνέχισε λέγοντας ότι εκείνος σταμάτησε τα μπάνια του για έναν περίπου μήνα, μετά τις πλημμύρες, υπήρξαν όμως και περίπου 15 χειμερινοί κολυμβητές που δεν σταμάτησαν καθόλου, παρά μόνο 2-3 ημέρες όταν το φαινόμενο ήταν στην κορύφωσή του.
«Δεν είδαμε καμία επίπτωση. Όταν έφυγε η θολότητα στα νερά, μπήκαμε μέσα και κάνουμε μπάνιο και δεν πάθαμε τίποτα», επεσήμανε ο κ. Παχιός, σημειώνοντας ότι ο Σύλλογος έκανε ιδιωτικά μία χημική ανάλυση και τα αποτελέσματα έδειξαν ότι δεν υπήρχε πρόβλημα.

Από τότε, σύμφωνα με τον κ. Παχιό, κάθε μέρα ξεθαρρεύουν και περισσότεροι και επιστρέφουν στην αγαπημένη τους συνήθεια. Σύμφωνα με τον κ. Παχιό, ο Σύλλογος δεν έχει σταθερό αριθμό μελών γιατί κατά τη διάρκεια του χρόνου, άλλοι αρχίζουν τα μπάνια κι άλλοι σταματούν. Φέτος τα επίσημα μέλη ήταν 164, ενώ πέρυσι γύρα στα 180, ενώ κάθε μέλος καταβάλει μία ετήσια συνδρομή, μιας και ο Σύλλογος έχει εξωραΐσει τον χώρο, ενώ το σημείο του έχει πάρει και γαλάζια σημαία, που σημαίνει ότι διαθέτει χημική τουαλέτα κτλ, αλλά και ναυαγοσώστη το καλοκαίρι.

Την ίδια ώρα, στην περιοχή δραστηριοποιούνται κι άλλοι Σύλλογοι όπως ο Νηρέας και ο Τρίτονας, ενώ υπάρχουν και πολλοί μεμονωμένοι που ξεκινούν τις χειμερινές βουτιές τους. Σύμφωνα δε με τον κ. Παχιό, ο αριθμός των χειμερινών κολυμβητών ολοένα και μεγαλώνει και πιο πολλοί συνεχίσουν και τον χειμώνα τα μπάνια τους, ενώ «ξεθαρρεύουν», όπως είπε χαρακτηριστικά και πολλές γυναίκες.

Ο κ. Παχιός κατέληξε ότι τα μηνύματα για την ποιότητα της θάλασσας είναι ενθαρρυντικά και συνέστησε σε όσους ενδιαφέρονται να γίνουν χειμερινοί κολυμβητές να μην το κάνουν απότομα, αλλά να συνεχίσουν από το καλοκαίρι τα μπάνια τους. «Είναι καλύτερα να συνεχίσεις από το καλοκαίρι. Ακόμη και την Πρωτομαγιά για έναν που αρχίζει τα μπάνια του, η θάλασσα είναι ακόμη κρύα», σημείωσε τέλος ο ίδιος.
Απόδοση ραδιοφωνικής συνέντευξης: Δήμητρα Παλαιοδημοπούλου






























