«Η δυναμική του Βόλου έχει ανακοπεί- Μειώνεται ο νεανικός πληθυσμός»

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
Τι αποκαλύπτει η έρευνα των ακαδημαϊκών του ΠΘ Ιφιγένεια Κοκκάλη και Πρόδρομου Μαρδάκη

Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία που αναλύονται στην έρευνα, που παρουσιάζεται από το Εργαστήριο Δημογραφικών και Κοινωνικών αναλύσεων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, που δείχνει ότι η δυναμική του Βόλου έχει ανακοπεί με την πάροδο των ετών, με τον νεανικό πληθυσμό ολοένα και να μειώνεται. Η έρευνα έγινε από την Ιφιγένεια Κοκκάλη Επικ. Καθηγήτρια και Διευθύντρια του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων του ΠΘ και τον Πρόδρομο Μαρδάκης Mέλος ΕΔΙΠ, του Εργαστηρίου Αγροτικού Χώρου του ΠΘ.

 

Σύμφωνα με την έρευνα, η τελευταία ελληνική απογραφή (2021) έδειξε μείωση του πληθυσμού της χώρας κατά 3%. Ωστόσο, πίσω από τον εθνικό μέσο όρο «κρύβονται» δημογραφικές ανισότητες με έντονη χωρική διάσταση, που αφορούν την άνιση κατανομή του πληθυσμού στον χώρο στις διαφορετικές κλίμακες (περιφερειακή, δημοτικών ενοτήτων, κλπ.), τις διαφορετικές πληθυσμιακές κατηγορίες (νεότητα-γήρανση, ενεργός/μη ενεργός πληθυσμός, κλπ.), κ.ο.κ.

Την τελευταία δεκαετία, ο πληθυσμός της Περιφέρειας Θεσσαλίας μειώθηκε κατά 6%, δηλαδή στο διπλάσιο του εθνικού μέσου όρου. Σε καθαρά δημογραφικούς όρους, η μείωση αυτή οφείλεται αφενός στα αρνητικά φυσικά ισοζύγια της δεκαετίας (-29 χιλ.), και αφετέρου στα αρνητικά ισοζύγια εισόδων-εξόδων των μονίμων κατοίκων.

Μέχρι και την προηγούμενη απογράφη (2011), οι έδρες των Περιφερειακών Ενοτήτων (ΠΕ) της Θεσσαλίας συγκρατούσαν τον πληθυσμό της περιοχής τους εμφανίζοντας αύξηση του πληθυσμού τους (αν και με διαρκώς μικρότερο ποσοστό μεταβολής), σε αντίθεση με τους υπαιθριακούς δήμους , που συνεχώς έχαναν πληθυσμό (με διαρκώς μεγαλύτερο ποσοστό μεταβολής).

Στην πρόσφατη όμως απογραφή, ακόμα και οι μεγάλοι αυτοί Δήμοι χάνουν πληθυσμό, γεγονός που δείχνει ότι οι μηχανισμοί συγκράτησης των πληθυσμιακών απωλειών που διέθεταν τείνουν να καταργηθούν.

Εστιάζοντας στη Μαγνησία, η μείωση του πληθυσμού είναι ακόμη μεγαλύτερη από αυτήν της Θεσσαλίας (-6,6%). Σε ακόμα χαμηλότερο επίπεδο (Δήμοι), οι μεταβολές πληθυσμού στη Θεσσαλία και την Μαγνησία κυμαίνονται από +14% (Αλόννησος) έως -21% στον Δήμο Ζαγοράς-Μουρεσίου.  Η μείωση του πληθυσμού στο σύνολο των δήμων της υπαίθρου της Θεσσαλίας (ορεινοί, ημι-ορεινοί, κλπ.) είναι εντυπωσιακή: την τελευταία δεκαετία ξεπερνάει το 13%, ενώ σωρευτικά κατά την τελευταία τριακονταετία αγγίζει το 26%.

Όσον αφορά συγκεκριμένα τον αριθμό των αλλοδαπών στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, αυτός μειώθηκε κατά 23%, δηλαδή πολύ περισσότερο από τον εθνικό μέσο όρο (16%).

Στη Μαγνησία, με εξαίρεση τις Σποράδες, η κατάσταση είναι παρόμοια. Σε εθνικό επίπεδο, το 2021, το ποσοστό των αλλοδαπών στον συνολικό πληθυσμό υπερβαίνει το 7%, ενώ στην Π.Ε. Μαγνησίας βρίσκεται στο 5,4%. Ταυτόχρονα, στην Π.Ε. Λάρισας αγγίζει το 4,8%, στην Π.Ε. Τρικάλων το 3,6%, και στην Π.Ε. Καρδίτσας μόλις το 2,9%. Αντιθέτως, στις Σποράδες, οι αλλοδαποί αποτελούν το 21% του μόνιμου πληθυσμού, ενώ ειδικότερα στην Αλόννησο αποτελούν την πλειονότητά του.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι, την τελευταία τριακονταετία, η Π.Ε. Σποράδων είναι η μόνη που διαφοροποιείται στην περιφέρεια Θεσσαλίας, έχοντας υψηλότατες θετικές μεταβολές κατά τις δεκαετίες 1990 και 2000, ενώ την περίοδο 2011-2021 εμφανίζει την ηπιότερη μείωση πληθυσμού (-2,5%, έναντι -6,0% της Περιφέρειας).

Αξίζει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι, χωρίς τους αλλοδαπούς πληθυσμούς, τα συνολικά Φυσικά Ισοζύγια (Φ.Ι) τόσο της Περιφέρειας Θεσσαλίας όσο και της Π.Ε. Μαγνησίας θα ήταν πολύ πιο αρνητικά, καθώς οι θάνατοι των Ελλήνων υπηκόων την ίδια περίοδο ήταν σημαντικά περισσότεροι από τις γεννήσεις που τους αφορούσαν.

 

Η «εικόνα» της Μαγνησίας

Η περιοχή της Μαγνησίας παρουσιάζει δύο διαφορετικές πληθυσμιακές συμπεριφορές που – σε ό,τι αφορά το χερσαίο-ηπειρωτικό τμήμα του Νομού – καθορίζονται από την αστική και την περιαστική περιοχή του Βόλου, έναντι των γύρω υπαιθριακών περιοχών-Δήμων, οι οποίοι περιλαμβάνουν πεδινές και ορεινές ζώνες.

Η δυναμική του Βόλου και της γύρω περιαστικής περιοχής (σύνολο Δήμου Βόλου) έχει ανακοπεί, καθώς, για πρώτη φορά στην απογραφή του 2021, σημειώθηκε σημαντική μείωση κατά 3,3% η οποία παρουσιάζεται τόσο στην αστική περιοχή (Βόλος, Νέα Ιωνία), όσο και στις περιαστικές (Αγριά, Νέα Αγχίαλος).

Στους υπόλοιπους υπαιθριακούς Δήμους συνεχίστηκε η μείωση του πληθυσμού που καταγράφεται σε όλες τις τελευταίες απογραφές, αθροίζοντας συνολικές απώλειες άνω του 20% σε όλους τους Δήμους τα τελευταία 30 χρόνια.

 

Οι πληθυσμιακές εξελίξεις είναι τελείως διαφορετικές στη νησιωτική Μαγνησία, με τα 3 μεγάλα νησιά-Δήμους να χαρακτηρίζονται όχι μόνο από εποχιακή κατοίκηση λόγω τουρισμού, αλλά και από ελκυστικότητα για μόνιμη διαμονή, όπως συμβαίνει με την περίπτωση της Αλοννήσου. Τα δύο νησιά συγκρατούν τον πληθυσμό τους, ενώ η απομακρυσμένη Αλόννησος καταγράφει σημαντική αύξηση πληθυσμού. Η τουριστική ανάπτυξη και η ποιότητα του φυσικού περιβάλλοντος φαίνεται να αποτελούν σημαντικούς παράγοντες της εξέλιξης αυτής. Ωστόσο, γενικότερα, η πληθυσμιακή συρρίκνωση όλων σχεδόν των οικισμών της Μαγνησίας, τα τελευταία 30 χρόνια, είναι γεγονός με ελάχιστες εξαιρέσεις.

 

Μελετώντας την περιφέρεια Θεσσαλίας, η πληθυσμιακή συρρίκνωση, που για δεκαετίες ήταν συνυφασμένη με τις αγροτικές περιοχές και είχε ως θύλακες αντίστασης τις πρωτεύουσες των Νομών (νυν ΠΕ) και τις γύρω περιαστικές περιοχές, φαίνεται ότι πλέον «ακουμπάει» και αυτές τις τελευταίες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την περίπτωση του Δήμου Βόλου.

Η τάση αυτή του παρελθόντος, που αφορούσε σε μεγάλο βαθμό τα πιο νεανικά τμήματα του πληθυσμού, συνδέθηκε με μετακινήσεις πληθυσμού στα τοπικά κέντρα από τη γύρω αγροτική ενδοχώρα για λόγους απασχόλησης, εκπαίδευσης, κ.ο.κ.

Πράγματι, το 2021 ο Βόλος υπολείπεται σε νεανικό πληθυσμό (13%) σε σχέση με τον μέσο όρο (μ.ο.) της Θεσσαλίας και της Ελλάδας (13,5% του πληθυσμού είναι έως 14 ετών), παρά το γεγονός ότι η Νέα Ιωνία καταγράφει ένα 15,2%.

Άλλα περιφερειακά κέντρα υπερτερούν του Βόλου (Αλμυρός 14,8%, Βελεστίνο 16,3%, Νέα Αγχίαλος 14,3%), ενώ και τα νησιά των Σποράδων καταγράφουν μια σχετική δυναμική (Σκιάθος 16,3% και Σκόπελος 15,7%), με την Αλόννησο, ωστόσο, να παρουσιάζει δείκτη λίγο κάτω του μ.ο. (13,4%), προσελκύοντας πιο ηλικιωμένο πληθυσμό, καθώς και αρκετούς αλλοδαπούς στο Πατητήρι.

Στις υπόλοιπες περιοχές της Μαγνησίας, οι οικισμοί παρουσιάζουν χαμηλά ποσοστά νεανικού πληθυσμού, αντανακλώντας την τακτική μετακίνησης στα πλησιέστερα κέντρα τα οποία διαθέτουν εκπαιδευτικές υποδομές και σχετικές υπηρεσίες υποστήριξης των μαθητών (φροντιστήρια, δραστηριότητες).

Πράγματι, τονίζουν οι ερευνητές εάν συσχετιστούν τα ποσοστά πληθυσμού 0-14 ετών με τη γεωγραφία των οικισμών στους οποίους λειτουργούν τα Λύκεια της Μαγνησίας, οι οικισμοί που εμφανίζουν κάποια ανθεκτικότητα στη συρρίκνωση των νεανικών πληθυσμών είναι, αφενός, οι περισσότερο κεντρικοί, αφετέρου, αυτοί που διαθέτουν τις προαναφερθείσες εκπαιδευτικές υποδομές (Γενικό Λύκειο, ΕΠΑΛ, Λυκειακές Τάξεις Γυμνασίων). Διαθέτοντας ταυτόχρονα Δημοτικό και Γυμνάσιο Σχολείο, οι οικισμοί αυτοί φαίνεται ότι προσελκύουν νέες οικογένειες από την περιβάλλουσα ύπαιθρο.

Η λειτουργία, μάλιστα, αυτών των σχολικών μονάδων προσελκύει, με τη σειρά της, και άλλες υποστηρικτικές μονάδες για νέους (φροντιστήρια, δραστηριότητες, κλπ.). Επομένως, η έλλειψη ή η ανεπάρκεια μονάδων εκπαίδευσης – και κατ’ επέκταση και άλλων βασικών υπηρεσιών (π.χ. υγείας) – φαίνεται να αποτελεί σημαντικό παράγοντα εξόδου του πληθυσμού από τους μικρούς αγροτικούς οικισμούς.

Ταυτόχρονα, διαμορφώνει έναν παράγοντα συγκέντρωσης νέων οικογενειών, και άρα και νεανικού πληθυσμού, όχι μόνο στα παραδοσιακά κέντρα με διευρυμένες λειτουργίες εκπαίδευσης όπως ο Βόλος, αλλά και σε αγροτικά κέντρα με πληθυσμό 2-8 χιλ. κατοίκων, όπως ο Αλμυρός, το Βελεστίνο και η Αργαλαστή, που διατηρούν κρίσιμη μάζα μαθητών, συγκεντρώνοντας παράλληλα και μαθητές από τα γύρω χωριά.

Με αυτόν τον τρόπο, οικισμοί όπως οι τελευταίοι περιορίζουν τις συνέπειες μιας πιο διευρυμένης εξόδου από την ύπαιθρο και της συγκέντρωσης σε μεγάλα και μεσαία αστικά κέντρα.

Με βάση τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής, εάν εξεταστεί η  ποσοστιαία κατανομή της απασχόλησης στους βασικούς τομείς της οικονομικής δραστηριότητας στη Μαγνησία (σε επίπεδο Δημοτικών Κοινοτήτων), στις περιοχές της υπαίθρου, η μείωση του πληθυσμού σε συνδυασμό με την περιορισμένη επιχειρηματικότητα στο εσωτερικό των περιοχών αυτών φαίνεται να συνδέεται με την αναδιάρθρωση των τοπικών οικονομιών, δηλαδή, συγκεκριμένα, με τη μείωση της απασχόλησης στον πρωτογενή και την αύξηση στους άλλους δύο τομείς.

Η κυριαρχία του πρωτογενή τομέα συναντάται στις πιο ορεινές και απομακρυσμένες Δημοτικές Κοινότητες της ηπειρωτικής Μαγνησίας, ενώ αντίθετα τα ποσοστά που απαντώνται στην περιαστική περιοχή του Βόλου, στην περιοχή του Αλμυρού και στα νησιά των Σποράδων είναι σχετικά μικρά.

Ο δευτερογενής τομέας κυριαρχεί γύρω από τις δύο ΒΙΠΕ του Βόλου και στην περιοχή του Αλμυρού έως τη Σούρπη.

Ο τριτογενής τομέας περιλαμβάνει, αφενός, τον τομέα των υπηρεσιών εξυπηρέτησης (δημόσιες – ιδιωτικές υπηρεσίες και εμπόριο), αφετέρου, την τουριστική δραστηριότητα.

Στα νησιά των Σποράδων, το ποσοστό είναι υψηλό λόγω της τουριστικής δραστηριότητας, ενώ στον Βόλο και τη Νέα Ιωνία λόγω των υπηρεσιών. Στις υπόλοιπες περιοχές με μεσαία και υψηλά ποσοστά τριτογενούς τομέα (40% και άνω), άλλοτε κυριαρχούν οι υπηρεσίες (Βελεστίνο, Αλμυρός), άλλοτε η τουριστική δραστηριότητα (Πήλιο), και άλλοτε συμβάλλουν και οι δύο αυτοί κλάδοι (Νέα Αγχίαλος, Σούρπη).

Πρόσφατη επεξεργασία του επιχειρηματικού δυναμικού (αριθμός επιχειρήσεων) σε χωρικά συστήματα μικρών πόλεων (Αλμυρός, Φάρσαλα) έδειξε μείωση σε δραστηριότητες λιανικού εμπορίου, μεταποίησης, κατασκευών, καθώς και επισκευής οχημάτων, αλλά αύξηση σε δραστηριότητες μεταφορών, επιστημονικών επαγγελμάτων και υπηρεσιών υγείας.

Η ανάλυση της απασχόλησης στη Μαγνησία δείχνει ότι στις εκτός Βόλου περιοχές η οικονομία μετατοπίζεται από τον γεωργικό-αγροτικό προσανατολισμό του παρελθόντος σε μια οικονομία η οποία ενσωματώνει όλες τις δραστηριότητες (μεταποίηση, υπηρεσίες, εμπόριο, τουρισμός), γεγονός που επαναπροσδιορίζει τη λειτουργία και την ενσωμάτωση αυτών των περιοχών.

Τόσο ο δευτερογενής, όσο και ο τριτογενής τομέας αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικούς τομείς οργάνωσης της οικονομίας, έχοντας, ωστόσο, σημαντική υποστήριξη από την αγροτική δραστηριότητα, την οποία, κατά περίπτωση, είτε υποστηρίζουν (τομέας υπηρεσιών) είτε αξιοποιούν (δευτερογενής τομέας).

Νέες παράμετροι στις συνθήκες διαβίωσης στην ύπαιθρο και νέες προοπτικές

Τις τελευταίες δεκαετίες, νέες παράμετροι στις συνθήκες διαβίωσης επιδρούν στην κατοίκηση της υπαίθρου, με κυριότερες τις τεχνολογίες των επικοινωνιών και την έκρηξη στην πρόοδο των μεταφορών. Η εξ’ αποστάσεως εργασία, η εξ΄ αποστάσεως εξυπηρέτηση και μια σειρά υπηρεσιών που μπορούν να γίνουν χωρίς τη φυσική παρουσία, συμβάλλουν αναμφίβολα στη λήψη αποφάσεων εγκατάστασης για τα νοικοκυριά της υπαίθρου (ψηφιακή υγεία, εκπαίδευση, εμπόριο κλπ).

Παράλληλα, το ζήτημα της ελκυστικότητας της υπαίθρου αφορά και τον επαναπροσδιορισμό της παραγωγικής της ικανότητας, σε ένα νέο πλαίσιο που θέτουν ο πολυλειτουργικός χαρακτήρας της και η ικανότητα αξιοποίησης των εδαφικών της πόρων. Στην ως τώρα δυαδική θεώρηση του χώρου (αστικός/ ύπαιθρος), ο ύπαιθρος χώρος έτεινε σιωπηρά να αποτελεί την απαραίτητη «θυσία» για την οικονομική ανάπτυξη. Σε αυτή τη βάση, η ανάπτυξη της υπαίθρου αφορούσε κυρίως την άμβλυνση του χάσματος απόδοσης μεταξύ αστικών και υπαιθριακών οικονομιών. Μοιραία, η αντιμετώπιση της μείωσης του πληθυσμού της υπαίθρου έγινε πρωταρχικός αναπτυξιακός στόχος.

Ωστόσο, και στο εσωτερικό της υπαίθρου, δεν εμφανίζουν όλες οι περιοχές την ίδια προβληματική εξέλιξη.

Οι πληθυσμιακές εξελίξεις στη Μαγνησία και τη Θεσσαλία το αποδεικνύουν. Διακρίνονται περιοχές της υπαίθρου όπου η δημογραφική κατάρρευση βαθαίνει, και άλλες που επιδεικνύουν σημάδια δημογραφικής ανάκαμψης, ανάλογα με την προσβασιμότητα, τις οικονομικές δυναμικές, την ποιότητα ζωής κ.ά.

Επομένως, το ζήτημα για την ύπαιθρο δεν είναι κατά πόσο μπορεί να ανακάμψει εστιάζοντας μόνο στη συγκράτηση και αναπαραγωγή του δικού της πληθυσμού· φαίνεται πως, παράλληλα, θα πρέπει να στραφεί και στην προσέλκυση νέου πληθυσμού. Η σύγκριση των φυσικών ισοζυγίων μεταξύ αλλοδαπών και γηγενών πληθυσμών στις Περιφερειακές Ενότητες της Θεσσαλίας συντείνει στην δεύτερη υπόθεση.

Σε αυτό το πλαίσιο, το κρίσιμο (αναπτυξιακό) ερώτημα που θέτουν οι ερευνητές δεν είναι πόσοι άνθρωποι κατοικούν στην ύπαιθρο, αλλά εάν αυτοί που θέλουν να ζήσουν στην ύπαιθρο μπορούν να το πράξουν. Δηλαδή, κατά πόσο η παροχή υπηρεσιών και εξυπηρετήσεων εξασφαλίζουν μια καλύτερη – δηλαδή ποιοτικότερη – ζωή στην ύπαιθρο. Προφανώς, τα ζητήματα της απασχόλησης και της στέγασης παραμένουν τα πιο κρίσιμα.

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.