Βύρων Κοτζαμάνης: «Η Ελλάδα και τις επόμενες δεκαετίες θα είναι στις «γηραιότερες» χώρες της Ε.Ε.»

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
Ενώ ταυτόχρονα θα έχει από τις υψηλότερες μειώσεις του πληθυσμού ανάμεσα στο 2024 και το 2050

«Ωρολογιακή βόμβα» φαίνεται πως είναι για την Ελλάδα το δημογραφικό, με τον Καθηγητή, Επιστ. Υπεύθυνο του Ερευνητικού Προγράμματος “Δημογραφικά Προτάγματα στην Έρευνα και Πρακτική στην Ελλάδα” του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων (ΕΔΚΑ) -ΕΛΚΕ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κ. Βύρωνα Κοτζαμάνη να εστιάζει σε ακόμη μία έκθεσή του στο γεγονός ότι η Ελλάδα θα βρίσκεται και τις επόμενες δεκαετίες στις «γηραιότερες» χώρες της ΕΕ, ενώ ταυτόχρονα θα έχει και από τις υψηλότερες μειώσεις στον πληθυσμό από το 2024 έως κα το 2050!

 

Ειδικότερα, ο κ. Κοτζαμάνης κάνοντας μία αναδρομή στο παρελθόν τονίζει ότι η  δημογραφική εικόνα της χώρας μας διαφέρει σήμερα σε μεγάλο βαθμό από αυτήν της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας και πολιτικά κόμματα, κοινωνικοί, επαγγελματικοί και επιστημονικοί φορείς, καθώς και η κοινή γνώμη δείχνουν ένα όλο αυξανόμενο ενδιαφέρον.

Το «δημογραφικό» αναδεικνύεται έως ένα από τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπισθούν άμεσα, με στόχο την προσαρμογή στις αναμενόμενες αλλαγές, την ανακοπή των υφιστάμενων τάσεων και την άμβλυνση των όποιων αρνητικών τους επιπτώσεων.

Συνοψίζοντας τα βασικά χαρακτηριστικά του, αλλά και τις προκλήσεις που τίθενται, ο ίδιος αναφέρει μεταξύ άλλων: 1) την υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο τμήμα της επικράτειας (άμεση συνέπεια της εσωτερικής μετανάστευσης, απόρροια του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης)

2) την επιβράδυνση μετά το 1995 της αύξησης του προσδόκιμου ζωής στη γέννηση και στα 65 έτη,

3) τη συρρίκνωση της γονιμότητας στις γενεές που γεννήθηκαν μετά το 1960 και την επαγωγή πτώση των γεννήσεων μετά το 1980,

4) τη συνεχή αύξηση του ειδικού βάρους των 65 ετών και άνω (από το 6,8% το 1951 στο 23% σήμερα) και τη μείωση των 0-20 και 20-64 ετών,

5) τη συνεχή αύξηση των θανάτων λόγω της αύξησης των 65 ετών και άνω,

6) τα αρνητικά φυσικά ισοζύγια μετά το 2010 (ισοζύγια που θα ήταν αρνητικά χωρίς τους αλλοδαπούς από τις αρχές της δεκαετίας του 2000),

7) το επίσης αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο το 2011-2023 (περισσότεροι έξοδοι από είσοδοι),

8) τη μείωση του πληθυσμού μετά το 2010, απόρροια των αρνητικών φυσικών και μεταναστευτικών ισοζυγίων και τέλος,

9) τις σημαντικές διαφοροποιήσεις σε περιφερειακό επίπεδο όλων των δημογραφικών δεικτών (μεταβολή του πληθυσμού ανάμεσα στις δυο τελευταίες απογραφές, διαφοροποιήσεις που αναδεικνύονται εξετάζοντας τις αποκλίσεις από τους μέσους εθνικού όρους και που γίνονται όλο και πιο έντονες όταν περνάμε από τα επίπεδα της χώρας σε αυτά των περιφερειών, στους Δήμου και στις δημοτικές Ενότητες.

 

Η χώρα μας, τονίζει ο Καθηγητής δεν αποτελεί φυσικά εξαίρεση στην Ε.Ε., και αντίστοιχες εξελίξεις (αστικοποίηση, γήρανση του πληθυσμού, πτώση της γονιμότητας και της γαμηλιότητας, συρρίκνωση των φυσικών ισοζυγίων, αλλαγές των οικογενειακών δομών …) καταγράφονται -ή θα καταγραφούν σύντομα- σε όλες τις χώρες μέλη της.

Απλώς εντάσσεται στην ομάδα εκείνη που άλλοτε είτε «προτρέχει» είτε «ακολουθεί», καθώς,:

– Δεν είχε τη μεταπολεμική «έκρηξη» των γεννήσεων (baby-boom) που χαρακτήρισε μια μεγάλη ομάδα ευρωπαϊκών χωρών.

– Με βάση τους ετήσιους δείκτες γονιμότητας εντάσσεται στην ομάδα εκείνη των χωρών της Ε.Ε. με τους χαμηλότερους δείκτες (<1,5 παιδιά/γυναίκα από τις αρχές της δεκαετίας του 80 μέχρι και σήμερα) και με την υψηλότερη μέση ηλικία στην απόκτηση τους ενώ η συσχέτιση ανάμεσα στον γάμο και την απόκτηση ενός πρώτου παιδιού παραμένει ισχυρή. και ταυτόχρονα, το ποσοστό των άτεκνων γυναικών στις γενεές που γεννήθηκαν μετά το 1980 είναι από τα υψηλότερα στην Ε.Ε.

– Είναι -και θα παραμείνει και τις αμέσως επόμενες δεκαετίες -από τις «γηραιότερες» χώρες της Ε.Ε. με βάση τόσο τα % των 65+ όσο και τη μέση και διάμεση ηλικία.

– Εντάσσεται στην ομάδα χώρων της Ένωσης που θα έχουν από τις υψηλότερες ποσοστιαίες μειώσεις του πληθυσμού ανάμεσα στο 2024 και το 2050.

Ταυτόχρονα όμως η γαμηλιότητα στη χώρα μας είναι σχετικά υψηλή ενώ η ένταση της διάλυσης συμβιώσεων είναι ακόμη σχετικά χαμηλή. Τα ποσοστά συγκατοίκησης των νέων πριν το γάμο είναι, επίσης, χαμηλά, η ηλικία αποχώρησής τους από την οικογενειακή εστία από τις υψηλότερες στην Ε.Ε. ενώ έχουμε τα χαμηλότερα % γεννήσεων εκτός γάμου και τη μικρότερη ποσοστιαία αύξηση του μέσου όρου ζωής στη γέννηση (1993 – 2019) ανάμεσα στις 16 χώρες που αποτελούσαν την Ε.Ε πριν από την διεύρυνσή της

Τέλος, όπως επισημαίνει ο Καθηγητής  οι πρόσφατες προβολές του πληθυσμού (Ην. Έθνη, 2022 και Eurostat, EUROPOP- 2023) συγκλίνουν στο ότι:

ι) η αύξηση των θανάτων και η μείωση των γεννήσεων δεν είναι δυνατόν να ανατραπεί μεσοπρόθεσμα, με αποτέλεσμα τα φυσικά ισοζύγια να παραμείνουν αρνητικά οδηγώντας στην περαιτέρω μείωση του πληθυσμού,

ιι) η όποια αναστροφή του μη ιδιαίτερα ευνοϊκού περιβάλλοντος για τη δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση παιδιών θα περιορίσει τα αρνητικά φυσικά ισοζύγια, χωρίς ωστόσο να τα μετατρέψει από αρνητικά σε θετικά, μακροπρόθεσμα δε και μόνον θα επιτρέψει την προοδευτική εξισορρόπησή τους,

ιιι) η γήρανση δεν πρόκειται να ανακοπεί, και τέλος

  1. iv) το αν ο συνολικός πληθυσμός μας θα μειωθεί κατά μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ή κατά 1,5 εκατομμύριο το 2050 σε σχέση με σήμερα θα εξαρτηθεί κυρίως από τη μεταναστευτική ζυγαριά (είσοδοι-έξοδοι) και δευτερευόντως από το φυσικό ισοζύγιο (γεννήσεις-θάνατοι).

Ειδικότερα:

ι)Ο περιορισμός στο μέλλον του ελλείματος των γεννήσεων έναντι των θανάτων προϋποθέτει την συγκράτηση της αύξησης των πρώτων -άμεση επίπτωση της γήρανσης- και, κυρίως την αύξηση των γεννήσεων. Οι θάνατοι, ελλείψει μέτρων πολιτικής (ενίσχυση του δημοσίου συστήματος υγείας και ταχύτατη μείωση της θνησιμότητας των άνω των 60 ετών) θα κυμανθούν τα επόμενα 26 χρόνια (2024-2049) γύρω από τα 3,40 εκατομ. –δυσμενές σενάριο-, στην περίπτωση δε θετικών αλλαγών–ευνοϊκότατο σενάριο- γύρω από τα 3,25 εκατομ. (ενδεικτικά δε και μόνον αναφέρουμε ότι την περίοδο 1994-2019 κατεγράφησαν 2,82 εκατομ). Οι γεννήσεις την ιδία περίοδο, στην υπόθεση ενός μηδενικού μεταναστευτικού ισοζυγίου, αν δεν δημιουργηθεί ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον για την οικογένεια και το παιδί περιβάλλον δεν αναμένεται να υπερβούν κατά πολύ τα 1,9 εκατομ. (2,64 εκατομ 1994-2019).

Η προοδευτική δημιουργία του περιβάλλοντος αυτού θα επιτρέψει στα νέα ζευγάρια να ανακόψουν αρχικά την πτωτική πορεία της γονιμότητάς τους (οι γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω από το 1980 δεν θα κάνουν περισσότερα από 1,5 παιδιά, ενώ οι μητέρες τους έφεραν στον κόσμο 2,1) και, στη συνέχεια, να την αυξήσουν προοδευτικά με αποτέλεσμα οι γενεές που γεννήθηκαν μετά το 2010 να αποκτήσουν έως και 1,8 παιδιά. Η αλλαγή αυτή, λαμβάνοντας υπόψη και την αναμενομένη επιβράδυνση της αύξησης της μέσης ηλικίας στην απόκτηση των παιδιών, θα οδηγήσει προοδευτικά και στην αύξηση των ετήσιων δεικτών της γονιμότητας από 1,3-1,4 σήμερα στα 1,70-1,75 παιδιά/γυναίκα την δεκαετία του 2040. Αλλά, ακόμη και αν αυτό επιτευχθεί, οι γεννήσεις δεν πρόκειται να ξεπεράσουν τα 2,1 εκατομ. το 2024-2049 καθώς το πλήθος των ατόμων σε ηλικία απόκτησης παιδιών θα συνεχίσει να μειώνεται μέχρι τα μέσα του αιώνα μας.

Με βάση τα προαναφερθέντα το έλλειμα γεννήσεων έναντι των θανάτων αναμένεται να κυμανθεί από -1,50 (δυσμενές σενάριο, χωρίς τη λήψη ισχυρών μέτρων) έως -1,15 εκατομμύρια (ευνοϊκότατο). Αυτό θα είναι σε αδρές γραμμές και το εύρος της αναμενόμενης μείωσης του πληθυσμού μας ανάμεσα στο 2024 και το 2050 εάν η μεταναστευτική ζυγαριά είναι μηδενική.

Όσον αφορά την μείωση των 0-64 ετών, με δεδομένη την αύξηση των >65 ετών κατά 650 χιλ. περίπου, αυτή θα κυμανθεί από 2,15 εκατομ. -δυσμενές σενάριο- έως 1,8 εκατομ. -ευνοϊκότατο σενάριο-, η δε μείωση των 0-19 ετών από 550 έως 400 χιλ. αντίστοιχα.

ιι)Τα μεταναστευτικά ισοζύγια θα επηρεάσουν σημαντικά το μέγεθος και την ηλικιακή δομή του πληθυσμού μας μέχρι το 2050. Με βάση το εκτιμώμενο προαναφερθέν εύρος του ελλείματος των γεννήσεων έναντι των θανάτων η σταθεροποίηση του πληθυσμού μας γύρω από τα σημερινά επίπεδα (10,35 εκατομ.) απαιτεί από δημογραφική σκοπιά ένα θετικότατο μεταναστευτικό ισοζύγιο: 1,0 έως 1,3 εκατομ. περισσότερες εισόδους από εξόδους

vii (40-50 χιλ. κατά μέσο ετησίως, δηλ. ένα ισοζύγιο υψηλότερο ακόμη και αυτού που είχαμε την περίοδο 1991-2010). Αν και η μελλοντική πορεία του ισοζυγίου αυτού είναι αβέβαιη, εξαρτώμενη τόσο από εθνικούς όσο και διεθνείς παράγοντες, εκτιμούμε ότι για πλήθος λόγων, δεν αναμένεται να καταγραφεί ένα τόσο υψηλό πλεόνασμα εισόδων έναντι εξόδων. Ένα «ήπιο» όμως ισοζύγιο της τάξης των 15-20 χιλ./έτος (390 έως 520 χιλ. συνολικά το 2024-2049) θα συνέβαλε καθοριστικά στην επιβράδυνση τόσο μείωσης του συνολικού πληθυσμού, όσο και αυτής των νέων 0-19 ετών και των ατόμων εργάσιμης ηλικίας (και, κατ’ επέκταση, και στην επιβράδυνση της δημογραφικής γήρανσης).

Εν κατακλείδι υπογραμμίζει ο Καθηγητής, ο συνδυασμός πολιτικών που θα περιορίσουν τις αμέσως επόμενες δεκαετίες την αύξηση των θανάτων, θα δημιουργήσουν ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον για την απόκτηση του επιθυμητού αριθμού παιδιών από τις νεότερες γενεές, θα επιβραδύνουν σημαντικά τη μετανάστευση νέων παραγωγικών και αναπαραγωγικών ηλικιών επιτρέποντας ταυτόχρονα την επιστροφή τμήματος αυτών που έχουν φύγει και, που, ταυτόχρονα, θα επιτρέψουν την ενσωμάτωση και μόνιμη εγκατάσταση νέων αλλοδαπών στη χώρα μας είναι μονόδρομος, εάν θα τεθεί σαν στόχος ο περιορισμός της μείωσης του πληθυσμού και η επιβράδυνση τη γήρανσής του (εάν δηλαδή στοχεύαμε αφενός μεν στο να μην υπολείπεται κατά πολύ τα 9,7 εκατομ. το 2050 αφετέρου δε να περιορισθεί και η μείωση των 0-19 και των 20-64 ετών).

Για να επιτευχθεί όμως , αν τεθεί ο στόχος αυτός, απαιτείται οι έχοντες την ευθύνη σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων να λάβουν τα προσήκοντα μέτρα, ενώ ταυτόχρονα, έχοντας ως δεδομένες κάποιες μη αναστρέψιμες τις αμέσως επόμενες δεκαετίες εξελίξεις να προνοήσουν για την έγκαιρη προσαρμογή σε αυτές.

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.