Την απάντηση σε ερώτηση της εφημερίδας ΜΑΓΝΗΣΙΑ, ότι απορρίφθηκε η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που κατέθεσε η εταιρεία, για την εγκατάσταση LNG στον Παγασητικό, έδωσε χθες ο Υφυπουργός Περιβάλλοντος κ. Νίκος Τσάφος από τον Βόλο, όπου βρέθηκε για τη Γενική Συνέλευση του ΣΒΘΣΕ, προκαλώντας αισθήματα δικαίωσης στην τοπική κοινωνία.
Ο Υφυπουργός τόνισε ότι οι υπηρεσίες έκριναν πως η επιβάρυνση δεν μπορούσε να μετριαστεί για να προχωρήσει το έργο, και υπογράμμισε πως η χώρα έχει και άλλα έργα να προτάξει και η αξιολόγηση είναι αρνητική για την εν λόγω επένδυση.
Η απόφαση της απόρριψης
Στην απόφασή του το Υπουργείο, υπογεγραμμένη από τον Γενικό Διευθυντή Περιβαλλοντικής Πολιτικής Κωνσταντίνο Δημόπουλου τονίζει ότι η απόρριψη αποφασίστηκε «διότι, με βάση τις αρνητικές γνωμοδοτήσεις, προκύπτει ότι οι αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου είναι εξαιρετικά σημαντικές ακόμη και μετά την πρόβλεψη ειδικών όρων και περιορισμών, καθώς και μετά την αντιστάθμισή τους».
Η Διεύθυνση έλαβε υπόψη της πολλές παραμέτρους για να εκδώσει αυτή την απόφαση, μεταξύ αυτών και την αντίδραση φορέων και κατοίκων αλλά και το γεγονός ότι η εταιρεία δεν υπέβαλε συνολικό απαντητικό υπόμνημα, που να επιλύει τα περιβαλλοντικά και τα ζητήματα ασφαλείας.
Ειδικότερα, προκειμένου να απορριφθεί η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η Διεύθυνση Περιβαλλοντικής Πολιτικής έλαβε υπόψη της, μεταξύ άλλων, νόμους περί της προστασίας των δασικών εκτάσεων της χώρας, για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, για τον εκσυγχρονισμό τα περιβαλλοντικής νομοθεσίας και την ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία ευρωπαϊκών οδηγιών, τον Εθνικό Κλιματικό Νόμο και τη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα, ευρωπαϊκή οδηγία για την εκτίμηση των επιπτώσεων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο Περιβάλλον, την αρνητική γνωμοδότηση της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της ΠΕ Μαγνησίας, τις αρνητικές απόψεις που αναρτήθηκαν στο Ηλεκτρονικό Περιβαλλοντικό Μητρώο από φορείς και πολίτες, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης και αναφέρονται κυρίως σε ζητήματα ακαταλληλότητας της χωροθέτησης (Εγγύτητα σε οικισμούς, ασυμβατότητα χρήσεων γης, κίνδυνοι Seveso και σεισμικότητα) και περιβαλλοντικής επιβάρυνσης του κλειστού Παγασητικού (θαλάσσιο οικοσύστημα, ατμοσφαιρική ρύπανση, αλιεία/τουρισμός).




Ακόμη έλαβε υπόψη του το Πρακτικό της Επιτροπής Σχεδιασμού & Ανάπτυξης Λιμένων (ΕΣΑΛ), σύμφωνα με το οποίο «διατηρεί τις επιφυλάξεις της σε σχέση με τη χωροθέτηση του έργου εντός του Παγασητικού κόλπου και κοντά σε κατοικημένες περιοχές, σύμφωνα με τις απόψεις του Κεντρικού Λιμεναρχείου Βόλου, καθώς και τοπικών φορέων, όπου εκφράζεται προβληματισμός σχετικά με τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του θαλάσσιου χώρου, τον περιορισμό της αλιείας στην περιοχή, την επισκεψιμότητα των παραθεριστών τους καλοκαιρινούς μήνες (θαλάσσιες δραστηριότητες αναψυχής) και την επιβάρυνση του Παγασητικού κόλπου με τη δραστηριοποίηση τουλάχιστον 50 δεξαμενόπλοιων».
Επίσης το έγγραφο της Διεύθυνσης Υδάτων Θεσσαλίας, όπου διατυπώνει «την επιφύλαξή της για τη χωροθέτηση της μελετώμενης δραστηριότητας εντός του παράκτιου Υδατικού Συστήματος (ΥΣ) «Παγασητικός Κόλπος», το οποίο, σε σύγκριση με άλλα παράκτια ΥΣ, τα οποία έχουν μέτωπο στην ανοιχτή θάλασσα, είναι “κλειστό” παράκτιο ΥΣ, με πλήθος προστατευόμενων ακτών κολύμβησης.
Ειδικά δε, όταν με την προτεινόμενη χωροθέτηση του FSRU, προστατευόμενες ακτές κολύμβησης βρίσκονται εντός των ζωνών κινδύνων-επιπτώσεων σεναρίων ατυχημάτων SEVESO III, ελλείψει οδηγιών, κατευθύνσεων, αλλά και στοιχείων τεκμηρίωσης, δεδομένου ότι δεν εξετάζονται στη ΜΠΕ εναλλακτικές λύσεις χωροθέτησης» και τέλος υπογραμμίζεται ότι λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι οι αντιρρήσεις για το προτεινόμενο έργο που διατυπώνονται στις γνωμοδοτήσεις που προαναφέρθηκαν και στις απόψεις του κοινού εγείρουν μείζονα περιβαλλοντικά ζητήματα τα οποία καθιστούν αδύνατη την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου. Επίσης, από πλευράς του φορέα του έργου, δεν έχει υποβληθεί συνολικό απαντητικό υπόμνημα, που να επιλύει τα εν λόγω ζητήματα.
Η απόφαση αυτή δικαιώνει την τοπική κοινωνία και τους φορείς, που από την πρώτη στιγμή αντιτάχθηκαν σε αυτή την εγκατάσταση, εκφράζοντας την έντονη αντίθεσή τους για περιβαλλοντικούς λόγους, για λόγους ασφάλειας και δημόσιας υγείας, αλλά και για λόγους οικονομικής και τουριστικής ανάπτυξης της περιοχής.































