Η αίτηση ακύρωσης που κατέθεσε τον Οκτώβριο του 2024 η Συντονιστική Επιτροπή Φορέων Αιτωλοακαρνανίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) κατά της 2ης Αναθεώρησης των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ), καθώς και η επικείμενη απόφαση του δικαστηρίου*, επαναφέρουν στο προσκήνιο τη διαχρονική σύγκρουση για τα νερά του Αχελώου. Η προσφυγή στρέφεται κατά της θεσμοθετημένης (στο ΣΔΛΑΠ) μεταφοράς υδατικών πόρων προς τον θεσσαλικό κάμπο και καθιστά επιτακτική την ανάγκη οριστικής επίλυσης της εκκρεμότητας από το ΣτΕ.
Το υδατικό ζήτημα της Θεσσαλίας αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα και σύνθετα περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της σύγχρονης Ελλάδας.
Ο ρόλος, η σημασία και η αξιοπιστία του ΣΔΛΑΠ Θεσσαλίας (EL08) έχουν αναλυθεί σε προηγούμενα άρθρα μας. Το Σχέδιο εκπονείται βάσει της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ και αποτελεί το βασικό εργαλείο για την επίτευξη «καλής κατάστασης» των υδάτων και την αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας. Ωστόσο, η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας αναδεικνύει τεράστιο χάσμα ανάμεσα στον σχεδιασμό και την πρακτική εφαρμογή του. Η επικείμενη δικαστική κρίση καθίσταται έτσι κομβικό σημείο : θα κρίνει αν η Θεσσαλία θα αποκτήσει ένα βιώσιμο masterplan ή αν θα οδηγηθεί σε βίαιη συρρίκνωση της αγροτικής της οικονομίας.
*Η αίτηση ακύρωσης των φορέων της Αιτωλοακαρνανίας εκδικάστηκε ενώπιον της Ολομέλειας του ΣτΕ στις 3 Ιουνίου 2026 και αναμένεται η έκδοση της τελικής απόφασης.
- Η οικολογική κατάρρευση και η ποσοτική διάσταση του ελλείμματος
Ήδη από την πρώτη έγκριση του ΣΔΛΑΠ Θεσσαλίας το 2014, αποτυπώθηκαν επίσημα το ετήσιο υδατικό έλλειμμα 500 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων (hm³) και η σοβαρότατη κατάσταση των υδατικών συστημάτων της περιοχής. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ποσοτικό, αλλά και ποιοτικό : στον θεσσαλικό κάμπο εξαντλούνται συστηματικά όχι μόνο τα ανανεώσιμα (ετήσια) αποθέματα, αλλά και τα μόνιμα γεωλογικά αποθέματα.
- Ετήσιες απολήψεις : από τα μόνιμα, μη ανανεώσιμα υπόγεια αποθέματα αντλούνται 200 έως 250 hm³ τον χρόνο.
- Σωρευτικό έλλειμμα: τις τελευταίες δεκαετίες έχει δημιουργηθεί έλλειμμα άνω των 3 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων (m³) υπόγειου νερού.
Η υπερεκμετάλλευση υποβαθμίζει δραματικά τόσο τα υπόγεια όσο και τα επιφανειακά υδατικά συστήματα. Τα ποτάμια, με κυριότερο τον Πηνειό, καταγράφουν πολύ χαμηλές έως μηδενικές θερινές παροχές, καθώς η εξάντληση των υδροφορέων τα στερεί από τη φυσική τους τροφοδοσία. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κάλυψη της αρδευτικής ζήτησης με τις υφιστάμενες πρακτικές καθιστά ανέφικτη την επίτευξη των στόχων της Οδηγίας.

- Οι τρεις δέσμες μέτρων και η αδυναμία εφαρμογής τους
Για την κάλυψη του υδατικού ελλείμματος, τα Σχέδια Διαχείρισης προέβλεπαν τρεις βασικές δέσμες μέτρων, οι οποίες στην πράξη δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα.
- Δομικά (τεχνικά) έργα: Προτάθηκαν μεγάλα έργα ταμίευσης, με ορίζοντα υλοποίησης το τέλος κάθε κύκλου του ΣΔΛΑΠ (2017, 2021, 2027). Τα έργα αυτά εμφανίζουν σοβαρές αβεβαιότητες : ελλιπή προγραμματισμό, ανώριμες μελέτες, χρονοβόρες απαλλοτριώσεις και δημοπρατήσεις. Επιπλέον, το κόστος τους, που υπερβαίνει τα 1.300 εκατ. ευρώ για τα επόμενα χρόνια, καθιστά την υλοποίησή τους οικονομικά δυσβάστακτη.
- Διοικητικά και θεσμικά μέτρα: Ρυθμίσεις όπως ο αυστηρός έλεγχος των υδροληψιών και ο περιορισμός της ετήσιας κατανάλωσης αρδευτικού νερού στα 450 m³ ανά στρέμμα παρέμειναν στα χαρτιά. Ακόμη και μετά τη θεσμοθέτηση (2024) του νέου φορέα διαχείρισης, δεν υπάρχει αποτελεσματικός ελεγκτικός μηχανισμός ή δημόσια υπηρεσία ικανή να τα εφαρμόσει στην ύπαιθρο.
- Εξοικονόμηση και τεχνολογικός εκσυγχρονισμός: Παρά τις διακηρύξεις για αντικατάσταση των ανοιχτών δικτύων μεταφοράς με σύγχρονα κλειστά υπόγεια δίκτυα και για κίνητρα «έξυπνων» συστημάτων άρδευσης, ελάχιστα προχώρησαν. Φωτεινή εξαίρεση αποτελεί ο εκσυγχρονισμός, μέσω Σύμπραξης Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), των δικτύων των ΤΟΕΒ Ταυρωπού Καρδίτσας και Υπέρειας–Ορφανών.
- Πολιτικές ευθύνες και διαχρονική αδράνεια
Η αποτυχία εφαρμογής των ΣΔΛΑΠ δεν οφείλεται απλώς σε «διοικητική ραθυμία» ή σε αδυναμίες των υπηρεσιών. Αντίθετα, αποτυπώνει έλλειψη πολιτικής βούλησης από τις διαδοχικές κυβερνήσεις, από το 2014 έως σήμερα, οι οποίες δεν έθεσαν το υδατικό πρόβλημα της Θεσσαλίας σε πραγματική προτεραιότητα. Συγκεκριμένα :
- Δεν εκπονήθηκε ποτέ ενιαίο, ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο (masterplan) που να συνδέει τις επιφανειακές ταμιεύσεις με τη σταδιακή υποκατάσταση των υπόγειων αντλήσεων και την ορθολογική αξιοποίηση των διαθέσιμων οικονομικών πόρων.
- Καθυστερεί συστηματικά η προώθηση των νέων ημιορεινών έργων ταμίευσης (όπως σε Μουζάκι, Νεοχώρι, Πύλη και Ελασσόνα), του φράγματος Σκοπιάς στον Ενιπέα Φαρσάλων και της διώρυγας μεταφοράς νερού Γυρτώνης–Κάρλας. Το φράγμα Σκοπιάς εντάχθηκε το 2021 στον προγραμματισμό των συναρμόδιων υπουργείων Υποδομών και ΥΠΑΝ, αλλά μέχρι σήμερα δεν διαθέτει την απαιτούμενη «ωριμότητα» για να κατασκευαστεί.
- Υποβαθμίστηκε ο τεχνητός εμπλουτισμός των υπόγειων υδροφορέων, ο οποίος αποτελεί βασική οικολογική προτεραιότητα.
- Παρέμεινε στάσιμος επί δεκαετίες ο θεσμικός εκσυγχρονισμός της διαχείρισης του νερού, δηλαδή η ίδρυση Ενιαίου Φορέα Διαχείρισης Υδάτων, πρόταση που στηρίζουν εδώ και 40 χρόνια οι επιστημονικοί, αυτοδιοικητικοί και αγροτικοί φορείς της περιοχής. Όταν επιτέλους θεσμοθετήθηκε ο ΟΔΥΘ (Ν. 5106/2024), δεν στηρίχθηκε ουσιαστικά από τα συναρμόδια υπουργεία. Έτσι, 28 μήνες μετά, δεν έχει καταστεί λειτουργικός ώστε να αντιμετωπίσει έστω στοιχειωδώς τα συσσωρευμένα και οξυμένα προβλήματα της Θεσσαλίας (λειψυδρία, πλημμύρες κ.ά.).
- Το δίλημμα του Αχελώου και τα εναλλακτικά σενάρια
Κομβικό σημείο για κάθε μελλοντική αντιμετώπιση του προβλήματος είναι τα έργα μεταφοράς νερού από τον άνω ρου του Αχελώου. Η εγκατάλειψη των ημιτελών έργων από το 2010 και η διαρκής εκκρεμότητα δημιουργούν σοβαρούς κινδύνους τόσο για την ασφάλεια των πολιτών και των περιουσιών, όσο και για το περιβάλλον. Τα περιφερειακά υδατικά έργα της Θεσσαλίας, όσο αναγκαία κι αν είναι, δεν επαρκούν από μόνα τους για να καλύψουν το μεγάλο υδατικό έλλειμμα της λεκάνης. Όσοι προβάλλουν τα τοπικά έργα ως μοναδική εναλλακτική, με στόχο την οριστική ματαίωση της ενίσχυσης από τον Αχελώο, ουσιαστικά αποδέχονται τη συρρίκνωση της αγροτικής οικονομίας.
Οι πολίτες της Θεσσαλίας, και ειδικότερα οι αγρότες, έχουν άμεση ανάγκη από μια σαφή, πολιτικά και νομικά δεσμευτική απόφαση της Βουλής : θα είναι διαθέσιμα τα νερά του Αχελώου ή όχι ; Χωρίς αυτή την απάντηση είναι αδύνατον να σχεδιαστούν βιώσιμες και ρεαλιστικές λύσεις.

Αν δεν ενισχυθεί το υδατικό δυναμικό, το εναλλακτικό σενάριο για τη Θεσσαλία είναι εξαιρετικά δυσμενές :
- Αναγκαστική μείωση των αρδευόμενων εκτάσεων κατά 500.000 έως 900.000 στρέμματα.
- Φτωχοποίηση χιλιάδων αγροτικών νοικοκυριών.
- Ραγδαία αύξηση του κόστους παραγωγής, με τους αγρότες να γίνονται ταυτόχρονα «θύτες» (λόγω της αναγκαστικής χρήσης υπόγειου νερού από βαθιές γεωτρήσεις) και «θύματα» της κακής διαχείρισης.
- Αποφάσεις και ρεαλιστικός προγραμματισμός για το μέλλον
Για να αποφευχθεί η πλήρης περιβαλλοντική και οικονομική κατάρρευση, οι φορείς της Θεσσαλίας έχουν καταθέσει συγκεκριμένο οδικό χάρτη δράσης :
- Ωρίμανση και ολοκλήρωση έργων : Άμεση ολοκλήρωση – επικαιροποίηση των μελετών και εξασφάλιση χρηματοδότησης για όλα τα ήδη προγραμματισμένα έργα.
- Οικονομική και τεχνική αξιολόγηση : Πριν από τη χρηματοδότηση οποιουδήποτε νέου έργου ταμίευσης νερού, να εξετάζονται διεξοδικά το κόστος ανά κυβικό μέτρο αποταμιευμένου νερού, το κόστος μεταφοράς (ανάντη ή κατάντη αντλήσεις), η αντιπλημμυρική χρησιμότητα και η οξύτητα του προβλήματος σε κάθε περιοχή.
- Ενιαίος σχεδιασμός (masterplan) : Κεντρικός σχεδιασμός για την ταμίευση, τη μεταφορά και τη διανομή των υδάτων, που θα λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες (ύδρευση, άρδευση, ενέργεια) με ορθολογική χωροταξική κατανομή.
- Ενιαία διοίκηση υδατικών έργων : Σταδιακή κατάργηση, με προσεκτικά βήματα, του σημερινού πολυδιασπασμένου και γραφειοκρατικού διοικητικού συστήματος, καθώς και στήριξη και ενίσχυση του ΟΔΥΘ με τις αναγκαίες προσαρμογές, ώστε να συμμετέχουν και οι άμεσοι χρήστες (τοπική αυτοδιοίκηση, ΤΟΕΒ, αγροτικοί σύλλογοι).
Επίλογος
Το «αύριο» της Θεσσαλίας προδιαγράφεται εξαιρετικά προβληματικό αν συνεχιστεί η πολιτική της αδράνειας και της μετατόπισης ευθυνών. Η κλιματική κρίση βρίσκεται ήδη εδώ και στενεύει δραματικά τα περιθώρια αντίδρασης. Μοναδικός δρόμος είναι η κοινωνική συμφωνία και η κοινή συνισταμένη ανάμεσα στην Πολιτεία, την Αυτοδιοίκηση και τον αγροτικό κόσμο. Αν δεν ληφθούν άμεσα γενναίες αποφάσεις για την ολοκλήρωση των υποδομών και τη ριζική αναδιάρθρωση της διαχείρισης των υδάτων, οι επώδυνες λύσεις και η ερημοποίηση του θεσσαλικού κάμπου δεν θα αποτελούν πια υποθετικό σενάριο, αλλά μη αναστρέψιμη πραγματικότητα.
*Γκούμας Κώστας, γεωπόνος, πρ. Δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ



































