Στην κλωστοϋφαντουργία και την εστίαση εντοπίζονται τα υψηλότερα ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων μεταξύ των επιχειρηματικών κλάδων, σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Οκτώβριο του 2026 . Η έκθεση χαρτογραφεί το δανεισμό των επιχειρήσεων με βάση την επικινδυνότητά τους σε επίπεδο δραστηριότητας. Και στους δύο κλάδους, ο δείκτης των κόκκινων δανείων διαμορφώνεται στο 12,9%, αναδεικνύοντας τις σημαντικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει μέρος των επιχειρήσεων στην εξυπηρέτηση των τραπεζικών υποχρεώσεών του.
Ακολουθεί η βιομηχανία χάρτου, ξύλου και επίπλων, με ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων 7,9%, ενώ υψηλά επίπεδα καταγράφονται επίσης στις τηλεπικοινωνίες, την πληροφορική και την ενημέρωση, με 7,1%, στις αγροτικές δραστηριότητες, με 6,8%, καθώς και στη μεταλλουργία και το εμπόριο, με 6,1% αντίστοιχα.
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης. Ενώ ο συνολικός δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων στο επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο παρέμεινε σταθερός στο 2,2% τον Ιούνιο του 2026, η επίδοση αυτή αποδίδεται κυρίως στις μεγάλες επιχειρήσεις, όπου το ποσοστό των κόκκινων δανείων περιορίζεται στο 0,9%. Αντίθετα, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ανέρχεται στο 4,6% και στις πολύ μικρές επιχειρήσεις εκτοξεύεται στο 11,2%, καταδεικνύοντας ότι οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται στις μικρότερες επιχειρηματικές μονάδες.
Στον αντίποδα, η ναυτιλία εμφανίζει το χαμηλότερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων μεταξύ των βασικών επιχειρηματικών κλάδων, μόλις 0,2%. Χαμηλά είναι επίσης τα ποσοστά στις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και στην ενέργεια, με 0,5% και στις δύο περιπτώσεις, καθώς και στη δημόσια διοίκηση, με 0,1%.
Που βρίσκεται η εστία των κινδύνων
Ωστόσο, η χαμηλή αναλογία κόκκινων δανείων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένας κλάδος δεν ενέχει κινδύνους για τις τράπεζες. Η συγκέντρωση των χρηματοδοτήσεων έχει επίσης σημασία: οι χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν το 23,9% των συνολικών επιχειρηματικών χρηματοδοτήσεων, ακολουθούν η ενέργεια με 11,5%, η ναυτιλία με 11,3%, η μεταποίηση με 10,6% και το εμπόριο με 10,2%. Ειδικά στην περίπτωση των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, η υψηλή συγκέντρωση οφείλεται κυρίως στα ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας που διακρατούν οι τράπεζες από τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής».
Η εικόνα των επιμέρους κλάδων αποκτά μεγαλύτερη σημασία υπό το πρίσμα της συνολικής επιδείνωσης της ποιότητας των δανείων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) στους ισολογισμούς των τραπεζών αυξήθηκαν τον Ιούνιο στα 6,21 δισ. ευρώ, από 5,68 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2025, καταγράφοντας άνοδο περίπου 9,3%. Η αύξηση ήταν εντονότερη στα δάνεια προς νοικοκυριά, όπου τα ΜΕΔ ενισχύθηκαν κατά 14%, με βασική πηγή τα στεγαστικά δάνεια, ενώ άνοδος 5,4% καταγράφηκε και στα επιχειρηματικά δάνεια. Ιδιαίτερη πίεση εμφανίζουν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις και οι ατομικές επιχειρήσεις, για τις οποίες ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων φθάνει το 11,2%, έναντι μόλις 0,9% στις μεγάλες επιχειρήσεις. Η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει ότι, παρά τη συγκρατημένη συνολική εικόνα του επιχειρηματικού χαρτοφυλακίου, οι κίνδυνοι παραμένουν συγκεντρωμένοι σε συγκεκριμένες κατηγορίες δανειοληπτών και κλάδους της οικονομίας.
Τι κομίζει ο κίνδυνος της γεωπολιτικής αστάθειας
Το επόμενο μέτωπο κινδύνου αφορά στις επιπτώσεις της γεωπολιτικής αστάθειας και ενδεχόμενης νέας ανόδου του ενεργειακού κόστους. Η Τράπεζα της Ελλάδος ξεχωρίζει ως περισσότερο εκτεθειμένους κλάδους τις μεταφορές και την αποθήκευση, τη μεταποίηση, την ακτοπλοΐα, τη γεωργία και τις κατασκευές, λόγω της ενεργειακής τους έντασης ή της ευαισθησίας τους στις διεθνείς εξελίξεις. Παρότι η άμεση έκθεση των σημαντικών ελληνικών τραπεζών σε αντισυμβαλλομένους από χώρες της Μέσης Ανατολής παραμένει περιορισμένη, κάτω από το 1% των συνολικών ανοιγμάτων τους, οι έμμεσες επιπτώσεις μέσω του κόστους ενέργειας και της επιβάρυνσης της οικονομικής δραστηριότητας μπορεί να αποδειχθούν σημαντικότερες.
Το μήνυμα της ΤτΕ είναι ότι η σταθερότητα του συνολικού δείκτη των επιχειρηματικών κόκκινων δανείων δεν αναιρεί τις εστίες ευπάθειας που παραμένουν σε συγκεκριμένους κλάδους και, κυρίως, στις μικρότερες επιχειρήσεις. Η αύξηση των νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, η επιβράδυνση της επαναφοράς δανείων σε κανονική εξυπηρέτηση και η υποχώρηση του δείκτη κάλυψης από προβλέψεις καθιστούν αναγκαία την αυξημένη επαγρύπνηση των τραπεζών, τόσο κατά τη χορήγηση νέων πιστώσεων όσο και κατά την παρακολούθηση των υφιστάμενων χαρτοφυλακίων.
Πηγή: https://www.newmoney.gr/
































