ΔΕΠΑ

Είναι αλήθεια ότι η σχέση της ΑΓΕΤ με την πόλη του Βόλου, από το 1924 που ξεκίνησε τη λειτουργία της μέχρι σήμερα, «πέρασε από χίλια κύματα». Η απασχόληση που προσέφερε σε χιλιάδες εργαζόμενους και η ενίσχυση της τοπικής οικονομίας έβαζε πάντοτε σε δεύτερη μοίρα την όχληση που δημιουργούσε από τη λειτουργία της (αερορύπανση, διακίνηση βαρέων οχημάτων μέσα από την πόλη κλπ) σε βάρος της υγείας των κατοίκων και ιδιαίτερα των πιο κοντινών, στις εγκαταστάσεις, περιοχών (Ν. Δημητριάδα, Άλλη Μεριά, Αγριά κλπ).
Είναι γνωστό όμως ότι οι Διοικήσεις της Επιχείρησης πάντα προσπαθούσαν να επηρεάσουν την τοπική και την κεντρική Διοίκηση υποβαθμίζοντας τις επιπτώσεις και αποφεύγοντας τις επενδύσεις που θα περιόριζαν στο ελάχιστο την αερορύπανση και την περιβαλλοντική υποβάθμιση από την ανεξέλεγκτη, το πρώτο διάστημα, εξόρυξη του λατομείου πίσω από τις εγκαταστάσεις.
Στις πρώτες 10ετίες που ήταν ένα μικρότερο εργοστάσιο ήταν μικρότερη και η όχληση ενώ στη συνέχεια, τα μετεμφυλιακά και χουντικά χρόνια το πάνω χέρι είχε η ΑΓΕΤ. Μόνο μετά τη μεταπολίτευση άρχισαν σιγά – σιγά οι κινητοποιήσεις των πολιτών που ζητούσαν βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας της μονάδος ώστε να μειωθούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις, που εστιαζόταν κυρίως στη τσιμεντόσκονη.
Τότε ιδρύθηκε η Εταιρεία Περιβάλλοντος, που στη συνέχεια μετεξελίχθηκε σε Περιβαλλοντική Πρωτοβουλία τότε δραστηριοποιήθηκε ο Εξωραϊστικός Σύλλογος της Ν. Δημητριάδας, η κίνηση πολιτών για εναντίον των φορτηγών στην Αναλήψεως κλπ
Σίγουρα η μεγάλη υποχώρηση της πόλης έγινε τη 10ετία του ’70, όταν αποφασίσθηκε η τεράστια επέκταση του εργοστασίου στην ίδια περιοχή, ενώ θα μπορούσε να μεταφερθεί σε άλλη θέση αφού τα αποθέματα του λατομείου ήταν προδιαγεγραμμένο ότι θα τέλειωναν και θα ξεκινούσε η μεταφορά πρώτης ύλης από λατομεία της περιοχής Αλμυρού, όπως γίνεται σήμερα. Δυστυχώς σ’ αυτό, με μία ψήφο διαφορά, συναίνεσε το τότε Δημοτικό Συμβούλιο Βόλου, απόφαση που επικρίθηκε στη συνέχεια από τις επόμενες Δημοτικές Αρχές. Στη 10ετία του ’80 το εργοστάσιο λειτούργησε υπό κρατικό έλεγχο και δυστυχώς, για κομματικούς πλέον λόγους, δεν συνεχίστηκαν οι κινητοποιήσεις για τη βελτίωση της κατάστασης. Η ΑΓΕΤ πουλήθηκε στη συνέχεια, διαδοχικά, σε Ιταλούς και Άγγλους ιδιοκτήτες για να καταλήξει στο Γαλλικό όμιλο Lafarge το 2005.
Η τελευταία εξαγορά βρήκε την πόλη σε νέες κινητοποιήσεις. Το εργοστάσιο συνέχιζε να λειτουργεί με τα παλαιά ηλεκτροστατικά φίλτρα, τα οποία υπό ορισμένες συνθήκες απελευθέρωναν στην ατμόσφαιρα τμήμα της παραγωγής με πολύ αρνητικά αποτελέσματα για το περιβάλλον.
Οι συντονισμένες τότε πιέσεις της κοινωνίας με επικεφαλής τη Νομαρχία και το Δήμο αιφνιδίασαν και δέσμευσαν τη νέα ιδιοκτησία της ΑΓΕΤ: α)να επενδύσει και να εγκαταστήσει νέα υβριδικά φίλτρα, β) να εγκατασταθούν αυτόματα καταγραφικά των εκπομπών που παρακολουθούνταν απ’ ευθείας από τη Νομαρχία, γ) να συγκροτηθεί κοινή Επιτροπή Κοινωνικού ελέγχου για τη συζήτηση και αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων που προκύπτουν από τη λειτουργία της Επιχείρησης.
Δυστυχώς δεν υπήρξε συνέχεια σ’ αυτή την αυστηρή στάση της τοπικής κοινωνίας απέναντι στην ΑΓΕΤ. Έτσι εγκαταλείφθηκε το πρόγραμμα εγκατάστασης υβριδικών φίλτρων σε όλους του φούρνος του εργοστασίου, εγκαταλείφθηκε η παρακολούθηση των καταγραφικών και βέβαια διαλύθηκε η επιτροπή Κοινωνικού ελέγχου για την τήρηση των συμφωνηθέντων και την επίλυση των προβλημάτων από την καύση του πετ κοκ κλπ
Την τοπική κοινωνία εκφράζει ο Δήμος μιας πόλης και κατά δεύτερον η Περιφέρεια και η Περιφερειακή Ενότητα. Όταν δεν υπάρχει συνέχεια στο σχεδιασμό και τα κεκτημένα των προηγούμενων, κάποιοι βρίσκουν την ευκαιρία και λειτουργούν ανεξέλεγκτα, εκμεταλλευόμενοι και το γενικό κλίμα της κρίσης και της αγωνίας που έχει ο κόσμος για απασχόληση. Στο πλαίσιο αυτό όχι μόνο δεν κρατήθηκαν τα κεκτημένα αλλά πήγαμε βήματα πίσω αφού σήμερα φτάσαμε στην αποθράσυνση των νέων ιδιοκτητών να σχεδιάζουν τη μετατροπή των φούρνων του εργοστασίου σε αποτεφρωτήρες «σκουπιδιών» εγχώριων και εισαγόμενων.
Οι ευθύνες της απερχόμενης Δημοτικής Αρχής και της Περιφέρειας είναι τεράστιες. Αυτό που φαίνεται ότι προγραμματίζεται από τη μεγάλη πολυεθνική δεν μπορεί να το επιτρέψουμε ως τοπική κοινωνία. Δεν μπορεί να συνομιλούν ερήμην της τοπικής κοινωνίας και να οργανώνουν ημερίδες για να μας πείσουν για τα «ευεργετικά αποτελέσματα» της καύσης των σκουπιδιών, σε συνεργασία με το Δήμο Βόλου που είναι ο θεματοφύλακας της ποιότητας ζωής των πολιτών. Όταν σε όλη την Ευρώπη σήμερα εγκαταλείπεται το Σουηδικό μοντέλο της καύσης, γιατί υποσκάπτει την περιβαλλοντική συνείδηση, την ανακύκλωση και τη συμμετοχή τελικά του πολίτη στη διαχείριση των σκουπιδιών που παράγει, δεν μπορεί η απερχόμενη ΔΑ να προγραμματίζει εργοστάσιο παραγωγής καύσιμης ύλης για την ΑΓΕΤ. Δεν μπορεί η υγεία των πολιτών να μπαίνει σε δεύτερη προτεραιότητα.