Το φετινό θέμα των Πανελληνίων για την τρίτη ηλικία και τη μοναξιά άγγιξε μια πληγή που πολλοί γνωρίζουμε, αλλά συχνά επιλέγουμε να μη βλέπουμε. Μια πληγή που δεν βρίσκεται μόνο στα διαμερίσματα όπου ένας ηλικιωμένος ζει μόνος, αλλά και στα σπίτια όπου ένας άνθρωπος υπάρχει σωματικά, όμως σταδιακά αποκόπτεται από την κοινωνική ζωή, από την αξιοπρέπεια, από τη φροντίδα που δικαιούται.
Η μοναξιά στην τρίτη ηλικία δεν είναι απλώς η απουσία συντροφιάς. Είναι η αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν έχει πια ρόλο. Ότι δεν τον χρειάζονται. Ότι η καθημερινότητά του περιορίζεται σε φάρμακα, γιατρούς, λογαριασμούς, λίγη τηλεόραση και μια αναμονή. Είναι η σιωπή ενός σπιτιού, η δυσκολία να σηκωθεί κάποιος από το κρεβάτι, η ανάγκη να υπάρχει ένα βλέμμα, μια κουβέντα, ένα χέρι βοήθειας.
Όταν υπάρχει οικογένεια, συνήθως προσπαθεί να καλύψει αυτό το κενό. Άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο, ανάλογα με τις δυνατότητες, τα οικονομικά, την εργασία, την απόσταση και την ψυχική αντοχή. Τα παιδιά, οι συγγενείς ή κάποιο κοντινό πρόσωπο αναλαμβάνουν συχνά ρόλους που ξεπερνούν κατά πολύ τις δυνάμεις τους: φαγητό, φάρμακα, εξετάσεις, καθαριότητα, μετακινήσεις, επικοινωνία με γιατρούς, συναισθηματική στήριξη. Όμως ακόμα κι όταν υπάρχει οικογένεια, η φροντίδα δεν παύει να είναι ένα βαρύ και καθημερινό φορτίο.
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σκληρό όταν δεν υπάρχει οικογένεια. Τι γίνεται με τον ηλικιωμένο που δεν έχει παιδιά; Με εκείνον που ζει μόνος; Με εκείνον που έχει συγγενείς μακριά ή ανθρώπους που αδυνατούν να βοηθήσουν; Εκεί η αδυναμία του κράτους και της αυτοδιοίκησης φαίνεται ακόμα πιο καθαρά. Γιατί, χωρίς οικογενειακό δίκτυο, πολλοί ηλικιωμένοι μένουν ουσιαστικά χωρίς καμία σταθερή στήριξη. Περιμένουν μια επίσκεψη, μια υπηρεσία, ένα τηλέφωνο, έναν άνθρωπο να ενδιαφερθεί. Και αυτό δεν είναι αξιοπρεπής διαβίωση. Είναι εγκατάλειψη με πιο ήπιο όνομα.
Οι δήμοι, παρά τις προσπάθειες πολλών εργαζομένων, αδυνατούν να ανταποκριθούν ουσιαστικά στις ανάγκες. Οι κοινωνικές υπηρεσίες είναι συχνά υποστελεχωμένες, χωρίς επαρκείς πόρους, χωρίς προσωπικό, χωρίς τα μέσα για να παρέχουν σταθερή και ολοκληρωμένη φροντίδα. Το πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι», όσο σημαντικό κι αν υπήρξε, δεν μπορεί από μόνο του να εξασφαλίσει αξιοπρεπή διαβίωση στους ηλικιωμένους. Δεν αρκούν λίγες επισκέψεις, ούτε μια αποσπασματική βοήθεια, όταν υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται καθημερινή παρουσία, φροντίδα, διατροφή, καθαριότητα, παρακολούθηση και ανθρώπινη επαφή.
Ταυτόχρονα, πρέπει να μιλήσουμε και για τον φροντιστή. Για τον άνθρωπο που αναλαμβάνει καθημερινά την ευθύνη ενός ηλικιωμένου γονιού ή συγγενή. Ο φροντιστής συχνά ζει μέσα στο άγχος, στην κούραση, στην ενοχή και στην οικονομική πίεση. Προσπαθεί να είναι δυνατός, να μη λυγίσει, να προλάβει τα πάντα, ενώ την ίδια στιγμή έχει και τη δική του ζωή, τη δουλειά του, την υγεία του, τις αντοχές του.
Η φροντίδα ενός ηλικιωμένου ανθρώπου, όταν δεν υποστηρίζεται από οργανωμένες δημόσιες δομές, γίνεται ένα φορτίο που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές συνέπειες και στον ίδιο τον φροντιστή. Προκαλεί σωματική και ψυχική εξάντληση, άγχος, διαρκή αγωνία, αϋπνία, ακόμη και προβλήματα υγείας. Παράλληλα, δημιουργεί έντονη επαγγελματική πίεση, καθώς πολλοί φροντιστές αναγκάζονται να απουσιάζουν από την εργασία τους, να περιορίζουν τις επαγγελματικές τους δυνατότητες ή να εργάζονται ενώ είναι ήδη εξαντλημένοι από τις ευθύνες του σπιτιού.
Δεν μπορεί το κράτος να μεταθέτει σιωπηλά την ευθύνη της φροντίδας στις οικογένειες και ύστερα να αδιαφορεί για την εξάντληση εκείνων που φροντίζουν. Ο φροντιστής δεν είναι αόρατος. Είναι εργαζόμενος, γιος, κόρη, σύζυγος, άνθρωπος με όρια, υγεία και ανάγκες. Η κοινωνία συχνά θεωρεί αυτονόητη αυτή τη φροντίδα, όμως δεν είναι καθόλου αυτονόητο να σηκώνει ένας άνθρωπος μόνος του ένα τόσο μεγάλο βάρος.
Γι’ αυτό η στήριξη δεν πρέπει να αφορά μόνο τον ηλικιωμένο, αλλά και τον φροντιστή. Χρειάζονται υπηρεσίες ανάπαυλας, οικονομική ενίσχυση, συμβουλευτική υποστήριξη, πρόσβαση σε κοινωνικούς λειτουργούς, πρακτική βοήθεια στο σπίτι και ένα σύστημα που να μην αφήνει την οικογένεια να εξαντλείται μέχρι τελικής πτώσης. Γιατί όταν καταρρεύσει ο φροντιστής, καταρρέει μαζί του και ο άνθρωπος που φροντίζει.
Αυτό είναι θέμα ουσιαστικής πολιτικής. Δεν είναι ένα θέμα «λαμπερό». Δεν προσφέρεται εύκολα για συνθήματα, φωτογραφίες και επικοινωνιακές κορώνες. Είναι όμως από εκείνα τα ζητήματα που αποκαλύπτουν αν μια κοινωνία έχει πραγματικό κοινωνικό προσανατολισμό. Η λύση του, όσο είναι δυνατή, μπορεί να δώσει πνοή στους ηλικιωμένους και στις οικογένειές τους. Να μειώσει τον φόβο, την εγκατάλειψη, την εξάντληση. Να κάνει την καθημερινότητα λίγο πιο ανθρώπινη.
Η αξιοπρέπεια στην τρίτη ηλικία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι δικαίωμα. Ένας ηλικιωμένος δεν πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από το αν έχει παιδιά διαθέσιμα, από το αν έχει χρήματα για ιδιωτική φροντίδα ή από το αν στάθηκε τυχερός να έχει καλούς γείτονες. Μια κοινωνία κρίνεται από το πώς φέρεται στους πιο ευάλωτους ανθρώπους της. Και σήμερα, σε πολλές περιπτώσεις, τους αφήνει να επιβιώνουν αντί να ζουν.
Χρειάζονται ενισχυμένες δημοτικές δομές, περισσότερο προσωπικό, κατ’ οίκον φροντίδα με πραγματική διάρκεια, κέντρα ημέρας, ψυχολογική υποστήριξη, προγράμματα κοινωνικοποίησης, οικονομική ενίσχυση των οικογενειών που φροντίζουν ηλικιωμένους και ουσιαστικός συντονισμός με το σύστημα υγείας. Χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, πολιτική με επίκεντρο τον άνθρωπο. Όχι πολιτική που θυμάται την τρίτη ηλικία περιστασιακά, αλλά πολιτική που τη βλέπει καθημερινά: στο σπίτι, στη γειτονιά, στον δήμο, στο νοσοκομείο, στην οικογένεια.
Η μοναξιά των ηλικιωμένων δεν είναι αναπόφευκτη. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών, κοινωνικής αδιαφορίας και έλλειψης δομών. Αν θέλουμε να μιλάμε πραγματικά για πολιτισμό, δεν αρκεί να συγκινούμαστε μία μέρα με ένα θέμα έκθεσης. Πρέπει να απαιτήσουμε μια κοινωνία όπου οι ηλικιωμένοι θα ζουν με ασφάλεια, φροντίδα και αξιοπρέπεια, και όπου όσοι τους φροντίζουν δεν θα νιώθουν μόνοι, αβοήθητοι και εξαντλημένοι.
Γιατί οι άνθρωποι που μας μεγάλωσαν, που εργάστηκαν, που πρόσφεραν, που κράτησαν οικογένειες και κοινωνίες όρθιες, δεν αξίζουν να τελειώνουν τη ζωή τους μέσα στη μοναξιά και στην εγκατάλειψη. Αξίζουν παρουσία. Αξίζουν σεβασμό. Αξίζουν ένα κράτος και μια αυτοδιοίκηση που να μη θυμούνται την τρίτη ηλικία μόνο σε επετείους, εκλογές και εξετάσεις.
* Φιλόλογος, ΜSc Συστηματικής Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.
Υπεύθυνος Οργανωτικού Σχεδιασμού ΝΟΕΣ ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής Μαγνησίας
Μέλος του Τομέα Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής


































