Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός

Θα δανειστώ μόνο τον τίτλο και όχι τα φιλοσοφικά και ηθικολογικά ζητήματα του έργου του Όσκαρ Γουάλντ, το οποίο αν και κωμωδία θίγει πολύ σοβαρά θέματα, για να ασχοληθώ με ένα ζήτημα που μου έκανε εντύπωση τις τελευταίες ημέρες. Πρόκειται για το περιστατικό «δηλητηρίασης» του νερού στον Άγιο Βλάσιο το οποίο προκάλεσε, εύλογα, πανικό ανάμεσα στους πολίτες σηματοδοτώντας την επιπολαιότητα που χαρακτηρίζει ορισμένους. Το πολύτιμο αγαθό του νερού και το ενδεχόμενο κάποιος νοσηρός νους να προβεί σε τέτοια απεχθή ενέργεια, όποια και αν ήταν τα κίνητρά του, θα έπρεπε να αφορά μόνο σε σενάριο ταινίας και όχι να αποτελεί ενδεχόμενο σε μια φιλήσυχη πόλη όπως είναι ο Βόλος. Μια οικογενειακή κόντρα και λίγο δημοσιογραφικό «πιπέρι» μετέτρεψαν την τρίχα σε τριχιά με πηχυαίους τίτλους και σενάριο αστυνομικής ταινίας, με προσαγωγές υπόπτων και άλλα κουραφέξαλα. Το εν λόγω σενάριο κατέρρευσε σαν χάρτινο πύργος μετά τις χημικές αναλύσεις που διενεργήθηκαν. Αυτό το λάθος θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα; Δε νομίζω. Η ανάγκη ενός Μέσου να εντυπωσιάσει και να πουλήσει σε μια περίοδο που «δεν υπάρχουν ειδήσεις», όπως είναι ο Αύγουστος, συνετέλεσε σε αυτή την παροιμιώδη γκάφα που εκθέτει ανεπανόρθωτα τους «δράστες» της. Δεν θα ασχολούμασταν τόσο πολύ βέβαια με αυτό το γεγονός αν δεν αφορούσε το νερό και δεν επηρέαζε τη ζωή αρκετών ανθρώπων που πανικοβλήθηκαν, και άθελά τους έγιναν κομπάρσοι σε ένα έργο στο οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει η Δημοτική Αρχή Βόλου και η κόντρα που έχει ανοίξει με μερίδα πολιτών για τα δικαιώματα χρήσης του νερού. Σύνθετο το πρόβλημα και δεν είναι της παρούσης να δούμε ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Η διαχείριση του ζητήματος ωστόσο καταμαρτυρεί την προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν ορισμένοι, μείζονος σημασίας ζητήματα που αφορούν στην δημόσια υγεία. Εγκληματική επιπολαιότητα για την οποία ας αναρωτηθούν οι ίδιοι αν πρέπει να ζητήσουν συγγνώμη. Σε συνέχεια όμως του παραπάνω περιστατικού έχουμε μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση από τους ανθρώπους εξουσίας που οφείλουν να ασκούν τον έλεγχο στα ζητήματα δημόσιας υγείας. Με τη χθεσινή της τοποθέτηση η κα Κολυνδρίνη, μιλώντας στο Ράδιο Ένα, έδειξε πως θα πρέπει να αντιμετωπίζεται κάθε κρίση που αφορά σε ένα ζήτημα δημόσιας υγείας όπως είναι η ενδεχόμενη μόλυνση μιας πηγής νερού ή κάτι παρόμοιο. Κατέχοντας τα επιστημονικά δεδομένα και τις αναλύσεις που προέκυψαν μετά την εξέταση δείγματος από το σημείο, τοποθετήθηκε με υπευθυνότητα λαμβάνοντας στο έπακρο την ευθύνη των λεγομένων της, αντιλαμβανόμενη ότι από τη θέση της δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Έτσι θα έπρεπε να λειτουργούμε όλοι. Με τη δέουσα σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Δεν συμβαίνει πάντα και εμείς οι δημοσιογράφοι έχουμε ευθύνη σε αυτό. Τόσο ως προς τις απόψεις που διατυπώνουμε οι ίδιοι όσο και στο πως επιλέγουμε να κατανείμουμε τον ραδιοφωνικό-τηλεοπτικό χρόνο και σε ποιους. Αλλά αυτά είναι μια μεγάλη συζήτηση που δεν είναι της παρούσης.

Το ευχάριστο που προέκυψε από τη χθεσινή συζήτηση της κας Κολυνδρίνη με τον Γ.Καρεκλίδη και θα πρέπει να κρατήσουμε ως ένδειξη σοβαρότητας για όσους ασχολούνται με την πολιτική είναι η φράση της: «το ότι δεν μιλάω, δεν σημαίνει ότι αδιαφορώ». Σε μια εποχή όπου η πολιτική παρλαπίπα είναι το βασικό σπορ για πολιτικούς και πολιτικολογούντες και στο οποίο σπάνε τα ρεκόρ καθημερινά, κυρίως όσοι τοποθετούνται στα social media, για έναν πολιτικό το να μη μιλάει – συχνά- ίσως θεωρείται αδυναμία. Αν και η ανάγκη να γεμίσουμε τον χρόνο των εκπομπών ορισμένες φορές υπερβαίνει την δυνατότητα ουσιώδους διαλόγου και παραγωγής περιεχομένου, εκτιμώ όσους δεν μιλούν όταν δεν έχουν κάτι να πουν. Κάτι τέτοιο βεβαίως αλλάζει τα δεδομένα, αλλά θα πρέπει και εμείς με τη σειρά μας να προσαρμοστούμε. Η διαρκής διαμάχη και αντιπαράθεση τροφοδοτεί συνεχώς το τέρας της παραπληροφόρησης. Θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι με οδηγό την αυτοσυγκράτηση, τη συστολή και τη νηφαλιότητα θα προσεγγίσουμε καλύτερα την πραγματικότητα και θα δώσουμε λύσεις. Ακόμη και αν αυτό στην παρούσα συγκυρία φαντάζει αδύνατο, δεδομένης της προσωπικότητας ορισμένων εκ των πρωταγωνιστών της τοπικής πολιτικής σκηνής. Ωστόσο θα πρέπει να προσπαθήσουμε. Έχοντας διανύσει μια περίοδο οικονομικής κρίσης, αυτή που έχει πληγεί περισσότερο είναι η εμπιστοσύνη στους γύρω μας.

Όταν μεταξύ των πολιτών κυριαρχεί η ανασφάλεια, η αβεβαιότητα και η συνομωσιολογία κάθε πληροφορία μπορεί να καταστεί αληθοφανής και να συνεπάρει τον οποιονδήποτε αφού έχει εκλείψει η έννοια του «φίλτρου» που αποτελούσαν κάποτε τα παραδοσιακά Μέσα. Το πιο σημαντικό απ’ όλα αυτά βέβαια δεν είναι να παραδώσουμε πάλι την εξουσία και τη δυνατότητα πληροφόρησης στους παλαιούς «βαρόνους», αλλά με τη βοήθεια των νέων Μέσων να βοηθήσουμε στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Οι θεσμοί λοιπόν λειτουργούν, ακόμη και αν δεν βγαίνουν οι αρμόδιοι να τοποθετηθούν δημοσίως, ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει. Η πόλη ζει μια περίοδο ανασφάλειας λόγω της δυσοσμίας που μπορεί να ερμηνευθεί και να καταλογιστεί σε ότι βάζει ο νους του καθενός. Ευθύνη της Πολιτείας είναι να προβαίνει σε όλους τους ελέγχους, ώστε, πρώτον διασφαλίσει τη δημόσια υγεία στην περίπτωση που όντως υπάρχει κίνδυνος και δεύτερον να τους καθησυχάσει στην περίπτωση που τα όποια φαινόμενα δεν συνιστούν κίνδυνο. Το μόνο σίγουρο με την διαρκή και έντονη δυσοσμία στην πόλη, είναι ότι υπάρχει πρόβλημα και η αντιμετώπισή του θα έπρεπε να αποτελεί προτεραιότητα για όλους τους δημόσιους φορείς και τα κέντρα εξουσίας. Δυστυχώς αυτό δεν ισχύει και οι πολίτες το έχουν αντιληφθεί. Είναι ζήτημα χρόνου και για τους ίδιους να αντιληφθούν ότι η διαχείριση των πραγματικών προβλημάτων της περιοχής είναι κατά τι σημαντικότερη από την πρόσκαιρη εικόνα ψυχαγωγίας που μπορεί να εξασφαλίσει ένας λαϊκιστής πολιτικός και τότε ίσως μετανιώσουν για τις επιλογές τους. Έχουμε αρκετό χρόνο όμως μέχρι τότε…