«Η τέχνη που πατούσαμε»

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

της Θάλειας Μακρή ­ Σκοτινιώτη

Η Θάλεια Μακρή ­ Σκοτινιώτη μας παρουσιάζει το πρώτο της βιβλίο «Η Τέχνη που Πατούσαμε / Μεφσούτ εν Βόλω, εργοστάσιον μωσαϊκών πλακών § τεχνητών μωσαϊκών μαρμάρων», που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις βολιώτικες εκδόσεις «ΗΒΗ». Πρόκειται για μια συναρπαστική ιστορική μονογραφία, η οποία μας συστήνει το εμβληματικό εργοστάσιο, διασώζοντας ταυτόχρονα την πολύτιμη αυτή ψηφίδα της βιομηχανικής κληρονομιάς του Βόλου και συνεισφέροντας στην ταυτότητα του τόπου και του πολιτισμού του.
Για τη συγγραφέα που γεννήθηκε μέσα στην τραγωδία των σεισμών του Βόλου, τα προϊόντα του εργοστασίου αυτού, τα δάπεδα Μεφσούτ, εξαρχής ήταν παρόντα στη ζωή της μ’ ένα τρόπο καθημερινά ορατό και οικείο, όπως η ίδια σημειώνει στον πρόλογό της. Στη συνέχεια, το παρελθόν της αισθητικής αυτής μνήμης ξεπηδούσε μέσα της συχνά και ανεπαίσθητα, γεγονός που κέντριζε διαρκώς τα «αρχιτεκτονικά ανακλαστικά» της. Δεν χρειάστηκε παρά το έναυσμα, ένα κείμενο του καθηγητή της Αρχιτεκτονικής Κώστα Μανωλίδη, για να πιάσει το θέμα από την αρχή. Επιστράτευσε κάθε δυνατή πηγή, γραπτή και προφορική που θα μπορούσε να συνεισφέρει, αφού το ίδιο το αρχείο του εργοστασίου είχε πεταχτεί, για να προχωρήσει στην έρευνα. Εν τέλει, μας παραδίδει τη μελέτη της, προϊόν επίμονης και πολυετούς αναζήτησης.
Πιο συγκεκριμένα, το βιβλίο αναφέρεται στο βολιώτικο εργοστάσιο Μεφσούτ στην περίοδο της λειτουργίας του, από το 1913 έως το 1974, και ειδικότερα στα προϊόντα του, τα πλακίδιά του που αποτέλεσαν τα ομώνυμα ονομαστά δάπεδα. Η μελέτη παρακολουθεί με απόλυτη τεκμηρίωση την αφετηρία και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας, την πορεία της επιχείρησης στον χώρο και στον χρόνο, τις πηγές από τις οποίες αντλήθηκαν ιδέες για τα σχέδια των παραγόμενων τσιμεντοπλακιδίων μαζί με ιστορικά στοιχεία της προέλευσής τους, τα υλικά τους, τον τρόπο κατασκευής τους καθώς και αντίστοιχες μονάδες στην Ελλάδα.
Το βιβλίο αποτελεί σύνθεση τόσο της αρχειακής έρευνας όσο και της μελέτης του χώρου, των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού του. Καταγράφεται η λειτουργία της επιχείρησης, η παραγωγή και η διακίνηση των προϊόντων, το ευρύ εμπορικό δίκτυο, το επιστημονικό και εργατικό δυναμικό και οι εργασιακές σχέσεις.

Η συγγραφέας επιχειρώντας τη συστηματική καταγραφή των πλακιδίων μέσω της ψηφιακής αναπαράστασής τους, αναδεικνύει τον πλούτο της βιομηχανικής εποχής και του τεχνικού πολιτισμού στον παλιό Βόλο. Εκτός από το ιστορικό και βιομηχανικό πλαίσιο, περιλαμβάνει το κοινωνικό περιβάλλον της περιόδου ακμής του εργοστασίου (1913­1939) αλλά και μετέπειτα, έως την παρακμή του και το σήμερα.
Είναι γεγονός ότι τα διασωζόμενα βιομηχανικά κτίρια ­ μνημεία, συντελεστές της ευημερίας προγενέστερων εποχών, επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα της σημερινής πόλης, τα περισσότερα με την επανάχρησή τους, καθώς λειτουργούν ως τεκμήρια της αρχιτεκτονικής αλλά και της οικονομικής ιστορίας της πόλης. Το σκυθρωπό ακίνητο του εργοστασίου Μεφσούτ, έχοντας την ευκαιρία να το αντικρίζουμε σχεδόν καθημερινά­ καθότι βρίσκεται σε κομβικό σημείο της πόλης­ αποτελεί ένα σιωπηλό και παροπλισμένο μάρτυρα του ένδοξου παρελθόντος της, προσμένοντας την επαναφορά της αρχικής του μορφής, τουλάχιστον στην πρόσοψή του, η οποία κρίθηκε διατηρητέα.
Αυτό που προσδίδει ιδιαίτερη αξία στη μελέτη, είναι ότι σε κάθε σελίδα του βιβλίου της Θ. Μακρή τα εικονιζόμενα πλακάκια Μεφσούτ ξεπερνούν τον ρόλο του υλικού. Γίνονται φορείς μνήμης. Είναι τα περίτεχνα δάπεδα που «πατούσαμε» στα σπίτια μας, τα σπίτια των συγγενών ή των φίλων μας, τα δάπεδα που στόλισαν κοσμικά και εκκλησιαστικά κτίρια, δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους, χώρους αγαπημένους, που, ευτυχώς, πολλοί από αυτούς σταδιακά αναγεννιούνται.

Κι αν αφήναμε τη νοσταλγία να μιλήσει, μέσω του παλίμψηστου των εικόνων, είναι βέβαιο ότι θα μας ανέσυρε εικόνες με σπίτια μονώροφα, διώροφα ή και τριώροφα, ξύλινες εξώπορτες με τζάμια, καγκελόπορτες με ρόπτρο, μπαλκόνια με ωραία κιγκλιδώματα, εξώστες περίτεχνους, πέργκολες κι αυλές με λουλουδιασμένους κήπους.
Πιστεύω ότι το βιβλίο, εκτός των άλλων, λειτουργεί ως ένα ακόμη ερέθισμα για να διερευνηθεί η κινητικότητα των ανθρώπων, των πολιτιστικών πρακτικών και προϊόντων  καθώς και κάθε παράδοση που εστιάζεται στον Βόλο, στην εποχή που άνθισε ο νεοκλασικισμός αλλά και αργότερα στις περιόδους των πληγών του. Άλλωστε, ο Τόπος μας, πόλη ­ λιμάνι, υπήρξε ένα σταυροδρόμι. Μια συνεχής πολιτιστική αλληλεπίδραση που ακολούθησε τις ανταλλαγές των αγαθών και τις μετακινήσεις των πληθυσμών. 
Εν κατακλείδι, φυλλομετρώντας τη συλλεκτική αυτή έκδοση, φαίνεται πως καθώς οι πόλεις και οι χώροι μετασχηματίζονται, οι κεραμικές επιφάνειες των δαπέδων τους ανθίστανται στον φθοροποιό χρόνο… Μπορεί να παραμένουν ραγισμένες και ξεθωριασμένες αλλά δεν παύουν να μας μιλούν για τα περασμένα, για μια τέχνη που άνθισε, έζησε και γνώρισε γύρω της ανθρώπους δημιουργικούς, και, που οι απόγονοί τους δεν θέλουν να ξεχαστεί…Αυτό προσπαθεί και η σύγχρονη αρχιτεκτονική, να φτιάξει νέα υλικά με μια νοσταλγία και μια ζεστασιά του γνώριμου, σαν κι αυτό που ώθησε τη συγγραφέα, όντας και η ίδια αρχιτέκτων μηχανικός, στη δημιουργία αυτού του πονήματος, ζωντανεύοντας εικόνες ενός γοητευτικού­ στην κυριολεξία­ σκηνικού.

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.