Το Σεπτέμβριο στη Μπρατισλάβα οι υπουργοί εμπορίου των 28συμφωνησαν να προχωρήσει ¨προσωρινά και άμεσα¨ η συμφωνία της CETA. Αυτή η τακτική προκαταλαμβάνει την αποδοχή ή όχι από την Βουλή κάθε χώρας της CETA και στην ουσία γελοιοποιεί την κοινοβουλευτική διαδικασία.

Πρόσφατα η συμφωνία αυτή εγκρίθηκε και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με ελάχιστες τιμητικές εξαιρέσεις Ελλήνων Ευρωβουλευτών να την καταψηφίζουν. Αυτή η συμφωνία επιβάλλει την πλήρη ασυδοσία των πολυεθνικών εταιριών στο παγκόσμιο εμπόριο, στρέφεται εναντίων της δημοκρατίας με παραχωρήσεις θεσμών στις αγορές, καταστρέφει την οικογενειακή γεωργία και το περιβάλλον, αμφισβητεί το δικαίωμα για την επιλογή της τροφής σύμφωνα με τα πρότυπα και τις αρχές που μέχρι τώρα απολαμβάναμε στην Ε.Ε. και προσβάλει τους εργαζόμενους καταστρατηγώντας δικαιώματα θεσμικά και ηθικά.

Το πιο σημαντικό είναι ότι η επιλογή αυτή είναι δεσμευτική για την Ελλάδα γιατί καταργείται – ανάμεσα σε άλλα – η προστασία της Ελληνικής φέτας ως προϊών ονομασίας προέλευσης, με αποτέλεσμα να αδρανοποιηθεί στη χώρα μας η επίπονη παραδοσιακή παραγωγική διαδικασία λόγω της παγκόσμιας παραγωγής προϊόντων με αυτή την ονομασία κατώτερα ποιοτικά αλλά και φθηνότερη από πολυεθνικές εταιρίες του χώρου. Η συμφωνία αυτή δεν πρέπει να εγκριθεί από την Ελληνική Βουλή.

Ας αφήσουν τα τερτίπια οι διάφοροι υπερασπιστές της συμφωνίας και ας αναλογιστούν το έγκλημα που θα διαπραχθεί ενάντια στην Ελληνική κτηνοτροφία. Χρειάζεται μια διακομματική Εθνική στρατηγική για την προστασία της φέτας (και όχι μόνο) και ταυτόχρονα να ληφθούν μέτρα που θα προσδώσουν ιδιαίτερη προστασία προς όφελος των παραγωγών αλλά και των καταναλωτών καθώς και τις Εθνικής οικονομίας.

Νέες πρωτοβουλίες τοπικές, εθνικές αλλά και υπερεθνικές χρειάζονται για την προστασία και στήριξη της Ελληνικής φέτας αλλά και των υπόλοιπων τοπικών προϊόντων μαζί με μια κεντρική στρατηγική για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας με προϊόντα αιχμής τα τοπικά και με μοναδικά χαρακτηριστικά, προστατευμένης ονομασίας προϊόντα, ώστε οι παραγωγοί να αμείβονται ικανοποιητικά για την εργασία τους οι καταναλωτές να ελέγχουν και να επιλέγουν την ποιότητα των προϊόντων που θα καταναλώνουν, και οι κοινωνίες να μην υποταχτούν στα ¨διατροφικά και κερδοσκοπικά¨ σχέδια μεγάλων πολυεθνικών εταιριών τροφίμων.