Το νέο διήγημά του κυκλοφόρησε ο Βάιος Κουτριντζές με τίτλο «Ερμού και Ιωλκού, γωνία», με την υπόθεση να διαδραματίζεται στον Βόλο, τη δεκαετία του 1960.
Ο Βάιος Κουτριντζές γεννήθηκε στην Ξυνόβρυση Μαγνησίας. Τις εγκύκλιες γνώσεις απέκτησε στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού του και στα Γυμνάσια Αργαλαστής Α΄ Αρρένων Βόλου. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Άσκησε το επάγγελμα στον ιδιωτικό τομέα, διατηρώντας τεχνικό γραφείο και στο δημόσιο τομέα στα Υπουργεία ΥΠΕΧΩΔΕ και ΥΠΕΣΔΑ, όπου έφτασε μέχρι το βαθμό του διευθυντή. Από το 1985 ζει και δραστηριοποιείται στη Λάρισα.
Το διήγημα:
ΤΗ ΜΙΣΗΣΕ, τη μίσησε πολύ εκείνη τη γυναίκα κι όσο μεγαλώνει τη μισεί ακόμη περισσότερο και δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσει να τη μισεί, στον αιώνα τον άπαντα, γιατί φέρθηκε ζηλόφθονα, με κακεντρέχεια. Ναι, εν τέλει, εκεί έχει καταλήξει· πως ζήλεψε.
Ήτανε απομεσήμερο μιας ζεστής αυγουστιάτικης ημέρας και κατευθυνόταν προς την παραλία να ξελαμπικάρει το μυαλό του απ’ το εξαντλητικό διάβασμα και να γλιτώσει, για μερικές ώρες, απ’ την ασφυκτική πίεση των γονιών του, που θεωρούσαν αδιανόητη μια ενδεχόμενη αποτυχία του στις Εισαγωγικές Εξετάσεις, που θα έδινε τον προσεχή Σεπτέμβριο, και τον άγχωναν αφάνταστα. Εκείνο το καλοκαίρι είχε παραμείνει στην πόλη, για να προετοιμαστεί κατάλληλα. Του ’λειπαν οι θάλασσες του χωριού του στο Νότιο Πήλιο κι οι ξανθιές που κυκλοφορούσαν ξέγυμνες, θαρρείς κι είχαν ξεχάσει να φέρουν μαζί τους τα μαγιό απ’ την πατρίδα τους.
Στάθηκε στη σκιά ενός δασύφυλλου δέντρου στην Πλατεία Ελευθερίας και την είδε στο ύψος των Δικαστηρίων που κατέβαινε την Ιωλκού. Τη βρήκε του γούστου του κι έσπευσε να την ακολουθήσει.
έρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο και βάδιζε ξοπίσω της, σε κάποια απόσταση, κι ήταν σ’ επιφυλακή, μην τυχόν σταματήσει σε καμιά βιτρίνα και αναγκαστεί να την προσπεράσει. Ήταν απ’ αυτές που κι ο αέρας μυρίζει αλλιώτικα στο διάβα τους. Ο Ήλιος, κυρίαρχος της πόλης, έπαιζε με τις ανθρώπινες αντοχές. Ψυχή δεν κυκλοφορούσε στους δρόμους. Πού να πήγαινε η δεσποινίδα μ’ αυτήν την κουφόβραση; Κοντοστεκόταν μεν στις βιτρίνες, αλλά κοιτούσε φευγαλέα, φαινόταν που ήταν βιαστική. Κάποια στιγμή κοίταξε το ρολόι της κι επιτάχυνε το βάδισμά της. Προδήλως, πήγαινε στην παραλία, σε κάποιο ραντεβού, και θα είχε αργήσει. Στη σκέψη αυτή είπε να τα παρατήσει, αλλά ποτέ δεν ξέρεις… και συνέχισε. Πλησιάζοντας στην Ερμού, μια δροσερή πνοή τον χτύπησε στο πρόσωπο, μια σπιλιάδα απ’ τη θάλασσα. Το ιπποδάμειο ρυμοτομικό σχέδιο του Βόλου βοηθάει έτσι ώστε το ιαματικό ιώδιο της θάλασσας να διοχετεύεται μέσω των διαμπερών οδικών ανοιγμάτων μέχρι την Αναλήψεως, τουλάχιστον.
Τότε ήταν που «το» παρατήρησε. Το υπέροχο ντύσιμο της κοπέλας, που στόλιζε την εξαίσια ανατομία της, το συμπλήρωνε ένα αραχνοΰφαντο, αιθέριο φουλάρι, γύρω απ’ τον ορθόστητο ραδινό λαιμό της, που δεν το είχε προσέξει πρωτύτερα, αλλά τη δεδομένη στιγμή με το ανεμοφύσημα είχε γλιστρήσει στην πλάτη της κι ανέμιζε. Αν ξεπιανόταν, σκέφτηκε, θα είχε την ευκαιρία να το περιμαζέψει και να της το δώσει, καθώς εκείνη θα γύριζε να το αναζητήσει. Ήλπιζε να της πιάσει κουβέντα και παρακαλούσε διακαώς να συμβούν έτσι τα πράγματα. Και φαίνεται πως η παράκλησή του, εν μέρει, εισακούστηκε, γιατί το θαλασσί φουλάρι, βοηθούσης και της θαλάσσιας πνοής, προσγειώθηκε στο πεζοδρόμιο, ανάμεσά τους, μετά από κάποια ιπτάμενα τσαλίμια. Το κορίτσι μάλλον δεν κατάλαβε τίποτε – αφού αυτό το ρουχαλάκι δε θα ζύγιζε παραπάνω από μερικά γραμμάρια-, γιατί παρατηρούσε ανυποψίαστη τις βιτρίνες του οίκου Κουτσίνα.
Η καρδιά του ανέβηκε στο στόμα του κι άνοιξε το βήμα του. Δεν απείχε παρά ελάχιστα μέτρα απ’ το σημείο της πτώσης. Εκείνη, φυσικά, θα τον ευχαριστούσε γελαστή [Ω!… σας ευχαριστώ, πολύ!],… κάτι μασημένο θα της έλεγε αυτός [Δεν έκανα και τίποτα σπουδαίο],… κάτι θα του απαντούσε εκείνη [Μα τι λέτε, αν δεν ήσασταν εσείς θα το έπαιρνε ο αέρας και θα το έχανα]… και, μετά, αν η τύχη του συνέχιζε, και δεν πήγαινε σε ραντεβού με αγόρι, μπορεί να τη συνόδευε, αποδεχόμενη την πρότασή του από ευγένεια, επειδή…
– Δεσποινίιις!… σας έπεσε το φουλάρι! ακούστηκε μια φωνή απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο, που ήχησε σαν κανονιά.
Πάγωσε, και γύρισε αυτόματα να δει ποιος μίλησε. Μια ηλικιωμένη κυρία στεκόταν μπροστά στο βιβλιοπωλείο του Λιαναρίδη. Στράφηκε, όμως, και η κοπέλα, γιατί δεν ήτανε κουφή. Κάνοντας δυο βήματα, σήκωσε το φουλάρι που είχε προσγειωθεί στις βρώμικες πλάκες και το τίναξε. Εντελώς ανέκφραστη, του έριξε μια ματιά που φανέρωνε δυσαρέσκεια, λες κι εκείνος έφταιγε που το φουλάρι της λερώθηκε, και, ακολούθως, με μια χαριτωμένη κίνηση του έδειξε ξανά τα νώτα της, με τα οποία δεν υπήρχε καμιά ελπίδα έναρξης του διαλόγου που φαντάστηκε!
Την παρακολουθούσε να δένει με φροντίδα το αέρινο ρουχαλάκι της μπροστά στο εμπορικό του Κάπα Μαρούση με τα αντρικά ενδύματα, παρατηρώντας συγχρόνως τις ντυμένες κούκλες. Ύστερα, κατηφόρισε λικνιστά και ξαναστάθηκε στη βιτρίνα του “Playboy”.
Πήγαινε αποπίσω της βαριεστημένα χωρίς καμμιά ελπίδα προσέγγισης, μέχρις ότου εκείνη εξαφανίστηκε, σιγά σιγά, μες στης ζέστης τα κύματα ωσάν αντικατοπτρισμός.
Τη μίσησε, τη μίσησε πολύ εκείνη τη γυναίκα και, όσο μεγαλώνει, τη μισεί ακόμη περισσότερο και δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσει να τη μισεί, στον αιώνα τον άπαντα.-



































