Η ταξική εξέγερση στις 2 του Ιούνη του ’36 στον Βόλο , αποτέλεσε συνέχεια των
προηγούμενων ταξικών εξεγέρσεων του βολιώτικου προλεταριάτου, το 1909 και το
Φλεβάρη του 1921, επιβεβαίωσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τους φόβους της
αστικής τάξης της περιοχής. Διότι η εξέγερση αυτή, δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήρθε σαν
συνέχεια των αγώνων που αναπτύχθηκαν κατά την διάρκεια της καπιταλιστικής κρίσης
1929-1932, από τα ταξικά σωματεία του Βόλου, μέσα σε κλίμα διώξεων τόσο από το
Ιδιώνυμο που ήδη είχε ψηφίσει ο Βενιζέλος «για την προστασία της καθεστηκυίας τάξεως»,
αλλά και την πολιτική διάλυσης των ταξικών εργατικών σωματείων, διαδικασία στην οποία
συμμετείχε ενεργά και ο ντόπιος εργοδοτικός συνδικαλισμός, στηρίζοντας τις κατευθύνσεις
των αστών της περιοχής. Όμως, φαίνεται ότι κανένα εμπόδιο δεν μπορεί να σταματήσει την
αποφασισμένη εργατική τάξη, παρά και τις παλινωδίες του επαναστατικού κινήματος, ως
αντανάκλαση της «πολιτικής των μετώπων και των σταδίων» που υιοθετήθηκαν τότε
διεθνώς, με την πιο αρνητική τους εφαρμογή στο τέλος του πολέμου με τις κυβερνήσεις
«εθνικής ενότητος και ανασυγκρότησης του κράτους» .

Ταυτόχρονα η ανάπτυξη του ταξικού κινήματος την περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης,
αποδέσμευσε από τις αυταπάτες και την χειραγώγηση των ντόπιων πολιτικάντηδων κυρίως
των Φιλελευθέρων, τους χιλιάδες των προσφύγων Όταν υπήρξε η σύνδεση , με τους
συναδέλφους εργάτες και εργάτριες του Βόλου και διαμόρφωσαν μαζί ένα μεγάλο ποτάμι
αμφισβήτησης και οργής κατά της αστικής εξουσίας. Οι πρόσφυγες που είχαν έρθει στο
Βόλο μετά την Μικρασιάτικη καταστροφή, διακρίνονταν για το δημιουργικό και εργατικό
τους πνεύμα, που έμεινε αλώβητο παρά τις επιθέσεις και τον ρατσισμό των πιο
συντηρητικών στοιχείων της περιοχής, που έφθασαν να τους πετάξουν στην «άρρωστη»
περιοχή του Ξηρόκαμπου που τους «θέρισε» στην κυριολεξία και εκφράσθηκε και μέχρι την
θανατηφόρα πυρπόληση τον Φλεβάρη του ’36 των παραγκών των προσφύγων που
βρίσκονταν στην πλατεία Ρήγα Φεραίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο αφετηριακός και
μεγάλος απεργιακός αγώνας των Καπνεργατών τον Μάιο- Ιούνιο του ’32 με βασικό αίτημα
οι συμβάσεις και οι μισθοί τους, να επανέλθουν στην προ- καπιταλιστικής κρίσης επίπεδα
και συγκεκριμένα του 1927, κάτι που πετυχαίνουν με την καθοδήγηση της Εργατικής
Ένωσης μετά την διάλυση του Ενωτικού εργατικού Κέντρου Βόλου –όπου συσπειρώνονταν
τα ταξικά σωματεία- αλλά και με την συμπαράσταση της Ένωσης επαγγελματικών
σωματείων που την καθοδήγηση είχαν γνωστοί κομμουνιστές αυτοαπασχολούμενοι.

Δύο σχεδόν μήνες μετά την 2 α Ιούνη του ’36, η αστική τάξη της χώρας επιβάλλει την
δικτατορία του Μεταξά, προετοιμαζόμενη για τον επερχόμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, που
φέρνει νέες διώξεις και εξορίες για τους ταξικούς συνδικαλιστές και άλλους αγωνιστές.
Όμως, παρά τις αντιφάσεις του Κινήματος όπως αυτό επηρεάζεται άμεσα από τις αλλαγές
στρατηγικής του διεθνούς ταξικού εργατικού κινήματος με πρόφαση τον επερχόμενο
πόλεμο, το ίδιο αφήνει τα ταξικά σπόρια του, στο εύφορο χώμα των συνειδήσεων νέων
εργατών, που περιμένουν την ώρα και την στιγμή, για να εκφράσουν την δράση τους… να
ξαναφέρουν την ελπίδα και τ’ όνειρο των καταπιεσμένων της περιοχής στο κοινωνικό
προσκήνιο!
Από εκεί από ένα νησί της εξορίας, τον Άϊ Στράτη, ένας Βολιώτης προλετάριος ο Γιάννης
Μακαριάδης, που είχε συλληφθεί κατά την διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά λόγω της
αγωνιστικής δράσης το προηγούμενο διάστημα, καταγράφει σε μία μικρή ατζέντα τις
αγωνίες, τις προσδοκίες τις δικές του και των συνεξορίστων του. Πρώτες μέρες του
πολέμου, το γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη, το θάνατο από την πείνα, την προσμονή της
απελευθέρωσής του…, τον αγώνα για την λευτεριά! Πολύ απλά, ρεαλιστικά, χωρίς
φτιασιδώματα, όπως είναι και η ταξική πάλη, τον τροχό της οποίας θέλει αυτός και οι
σύντροφοί του, να τον βάλουν να κινείται πάλι στην ένταση, στο ρυθμό και την θέληση της
ιστορίας των ανθρώπων.

Όχι πολύ αργότερα, μόνον εννιά περίπου χρόνια μετά, η ίδια αστική τάξη, αφού «κέρδισε»
οικονομικά από την Κατοχή και την οικονομική συνεργασία με τους κατακτητές, μόλις είδε
και ένιωσε ότι τώρα δεν υπάρχει μόνον εκλογική αποδοχή –άρα τι να σου κάνει ένα
ευφάνταστο σενάριο ενός «καλαμαρά» σε κάποια τοπική εφημερίδα – προχωρά σε κάτι πιο
δραστικό, πιο αποτελεσματικό για την αντιμετώπιση και συντριβή του «Κακού»…
Δημιουργεί έναν ταγματασφαλίτικο στρατό και τον φέρνει στην πόλη –Άνοιξη του ’44- με
την ανοχή και βοήθεια των Γερμανικών αρχών Κατοχής, την πολιτική συναίνεση
«φιλελευθέρων» και «λαϊκών», την οικονομική στήριξη ντόπιων βιομηχάνων –που νιώθουν
την εξουσία να φεύγει μέσα από τα χέρια τους από τους μεγάλους ταξικούς αγώνες του
προλεταριάτου του Βόλου στους εννιά πρώτους μήνες του ’43 – .
Αυτή την φορά το αίμα και ο πόνος πλημμυρίζει την Ιωλκού, την Δημητριάδος, σκεπάζει
μαύρο σύννεφο την πόλη, είναι πραγματικός και όχι σκέτη «φανφαρόνικη φρασεολογία».
Οι προσδοκίες της μέρας της απελευθέρωσης, στραγγαλίζονται από το λάθος, την
συμφωνία της Βάρκιζας, που θα λύσει τα χέρια της αστικής τάξης και μόνον ένα χρόνο
μετά σε συνθήκες κορύφωσης της όξυνσης της ταξικής πάλης, θα αμφισβητηθεί ένοπλα για
πρώτη φορά η εξουσία της. Στις ώρες εμφυλίου πολέμου ανοίγει το παιχνίδι με στόχο την
συντριβή του «εσωτερικού εχθρού» με την αμέριστη βοήθεια του δόγματος «ανήκομεν εις
την Δύσιν», που πρέπει να είναι πραγματική και όχι στα χαρτιά…! Τώρα που ο κίνδυνος να
χάσει το παιχνίδι της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής εξουσίας είναι άμεσος και σε
αυτό το θέμα η αστική τάξη και όσοι την εκπροσωπούν… απλά, δεν παίζουν, επιβάλλουν με
όλη την δύναμή τους και με όποιο κόστος για την κοινωνία και τους ανθρώπους τις επιλογές τους. Δηλαδή, η ταξική κυριαρχία πρέπει να παραμείνει από την μπάντα των
συμφερόντων των εκμεταλλευτών, ακόμη κι αν πρέπει «αλλάξουμε» όλους τους
εκμεταλλευόμενους…!
Οι ταξικές αντιθέσεις σε θερμό σημείο, ενώ η εμφάνιση του ναζισμού δείχνει ότι η αστική τάξη προετοιμάζεται για την εφαρμογή κατασταλτικών μέτρων σε κάθε τι προοδευτικό ή ότι θεωρεί επικίνδυνο για την εξουσία της.
Τα εκλογικά αποτελέσματα των εκλογών του Φεβρουαρίου προκαλούν έναν αντι-προσφυγικό μένος εκ μέρους των συντηρητικών στοιχείων της κοινωνίας που εκφράζεται με φαρμακερά άρθρα κατά των προσφύγων και της στήριξης που δείχνουν εκλογικά προς το Κομμουνιστικό κόμμα ιδιαίτερα στις εργατικές συνοικίες όλης της χώρας. Αυτό το κλίμα φθάνει και στο Βόλο, αφού οι πρόσφυγες ψηφίζουν μαζικά το ψηφοδέλτιο που στηρίζει το ΚΚΕ, με αρθρογραφία κυρίως από την εφημερίδα «ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ». Τα αποτελέσματα δεν αργούν να φανούν στην κοινωνία.
Διαβάζουμε από τον τοπικό Τύπο του Βόλου της 13ης Φεβρουαρίου 1936 : «Η ΧΘΕΣΙΝΗ ΝΕΑ ΠΥΡΚΑΓΙΑ ΕΙΣ ΤΑ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΑ- ΠΑΠΑΠΗΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΡΗΓΑ ΦΕΡΑΙΟΥ- ΕΚΑΗΣΑΝ ΠΕΡΙ ΤΑΣ 20 ΚΑΤΟΙΚΙΑΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ- ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΝΕΟΥ ΑΠΟΚΛΕΙΣΘΕΝΤΟΣ ΕΚ ΤΩΝ ΦΛΟΓΩΝ- Διαπιστούται εκ των ανακρίσεων ότι πρόκειται περί εμπρησμού».
Και συνεχίζει το ρεπορτάζ : «Προτού καν παρέλθη η εντύπωσις και παύσουν τα σχόλια επί της πυρκαϊάς, η οποία εκραγείσα πρό τινος εις τα παραπήγματα της πλατείας Ρήγα Φεραίου απετέφρωσε δεκάδα τούτων και νέα τοιαύτη, την φοράν αυτήν με ανθρώπινα θύματα, εκραγείσα μεταξύ 5ης και 5.30 πρωϊνής της χθες, απετέλεσεν αληθή συμφοράν δι’ εικοσάδα οικογενειών, αι οποίαι απέμειναν άστεγοι εις το μέσον του χειμώνος. Η πυρκαγιά αυτή, η οποία λόγω της αρχομένης διαπιστώσεως, ότι οφείλεται εις ανόσιον εμπρησμόν, τείνει να λάβη την μορφήν κοινωνικού ζητήματος εγένετο αντιληπτή υπό τα εξής συνθήκας : Μετά την πρώτην πυρκαγιάν, οι πρόσφυγες της πλατείας φοβούμενοι εμπρησμόν των παραπηγμάτων των υπό των επαγγελματιών της συνοικίας Παλαιών, διά τους γνωστούς λόγους «αθεμίτου ανταγωνισμού» διόρισαν δύο νυχτοφύλακες οι οποίοι περιερχόμενοι τα παραπήγματα μέχρι της 6ης πρωϊνής, απεμάκρυνον πάντα ύποπτον. Περί την 5ην πρωϊνήν της χθες, , ο είς την πλευράν του Δημοτικού Θεάτρου τεταγμένος νυχτοφύλαξ, εκλήθη υπό του υπαλλήλου του παρά το δημοτικό Θέατρο καφεπώλου Γ. Αντωνούλα να μεταβούν εις το Γαλακτοπωλείον για να πάρουν ένα γάλα. Ο νυχτοφύλαξ εδέχθη και περί ώραν 5.30 εξερχόμενος του γαλακτοπωλείου αντελήφθη έναρξιν πυρκαγιάς εις το παράπηγμα Λαζάρου Γεωργιάδη, υποδηματοποιού. Έσπευσεν αμέσως επί τόπου και εξύπνησε τους παραπλεύρως ενοίκους, όλοι δε μαζί, αφού εν των μεταξύ ειδοποιήθη και η πυροσβεστική υπηρεσία, άρχισαν καταβάλλοντες προσπάθειαν εντοπισμού του πυρός. Δεν παρήλθον όμως ειμή ολίγα λεπτά και αθρόοι πυροβολισμοί ηκούσθησαν εκ της βορείου πλευράς της πλατείας, όπου επίσης ενεφανίσθη πυρκαϊά εις το εκεί ξυλουργείον Καμηλάκη. Το πύρ, λόγω του πνέοντος ανέμου, εξηπλώθη αμέσως και αι παράγκαι ήρχισαν να καίωνται η μία μετά την άλλην. Σκηναί πανικού επηκολούθησαν. Οι ατυχείς πρόσφυγες, καταληφθέντες απροόπτως από την πυρκαϊάν εξήρχοντο έντρομοι των οικιών των προσεπάθουν να διασώσουν ότι ηδύναντο. Αι αντλίαι των δήμου εσημείωσαν πάλιν καθυστέρησιν και έφθασαν επί τόπου μόλις την 6.30, ότε το πύρ επεκταθέν και εις τα δύο πλευράς ηπείλει να μεταδοθή και εις τα υπόλοιπα παραπήγματα. Εν των μεταξύ εις βορείαν πλευράν των παραγκών τραγικαί σκηναί εξετυλίσσοντο. Ο 17ετής υιός του ξυλουργού Εμμ. Καμηλάκης, Δαμιανός, επειδή το παράπηγμά των ανεφλέγη αμέσως δεν ηδυνήθη ως ο πατήρ του να πηδήση εκ του παραθύρου και κατέφυγεν εις εν δωμάτιον του ισογείου της παράγκας, όπου απομονωθείς υπό των φλογών εκάλει εις βοήθειαν. Με κίνδυνον της ζωής του, ο Εμμανουήλ Καμηλάκης ώρμησεν εν μέσω των φλογών προς διάσωσιν του υιού του, αλλά ούτος είχεν υποστή εις το διάστημα αυτό σοβαρά εγκαύματα συνεπεία των οποίων απεβίωσεν εις την αγκάλην του πατρός του, ο οποίος έπαθε και αυτός εγκαύματα…».
Η φωτιά σβήστηκε γύρω στις 8 το πρωϊ αλλά στο μεταξύ είχε αποτεφρώσει τα καταστήματα των παρακάτω προσφύγων : Πλευρά Δημοτικού Θεάτρου : Υποδηματοποιείον Λαζάρου Γεωργιάδη, Κρεοπωλείο Γ. Καλλιγέρη, Υποδηματοποιείον Ι. Δουλικιάρογλου, Ραφείον Ι. Τσικοντουρίδη, Υποδηματοποιείον Ιωαν. Ψαρόμπα, Καπνοπωλείον – Κουρείον Σταμπούλογλου, Κουρείον Γ. Βουρούκου, Κουρείον Π. Γεωργιάδη, Εμποροραφείον Δ. Καπετανίδη, Φωτογραφείον Δ. Κοτόπουλου. Από την πλευρά των Παλαιών : Κατοικία και κατάστημα ετοίμων ενδυμάτων Εμμ. Βουλγαρίδη, Ξυλουργείον Εμμ. Καμηλάκη, Καπνοπωλείον Στ. Κωστούλα, Κατάστημα Ψιλικών Δ. Μαμάτση, Φωτογραφείον Γ. Αποστολίδην, Έτοιμα ενδύματα Αιμ. Λεβαντή…».
Όμως τι είχε προηγηθεί…;
Από την επομένη των εκλογών της 26ης του Γενάρη του ’36 αρχίζουν και εμφανίζονται μία σειρά αντιπροσφυγικών άρθρων σε κάποιες εφημερίδες. Εκείνο το άρθρο που δίνει τον τόνο είναι αυτό που δημοσιεύεται στις 2 του Φλεβάρη στην εφημερίδα «Ελληνικό μέλλον» το οποίο υπογράφεται από τον βουλευτή Πειραιώς Κρίτωνα Ε. Δηλαβέρη, ενώ στο ίδιο πνεύμα υπάρχει σχετικό άρθρο στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς» του Βόλου, όπου τονιζόταν ότι οι προσφυγικοί ψήφοι νοθεύουν το εκλογικό αποτέλεσμα, «…λόγω της ριζοσπαστικού χαρακτήρα της ψήφου των προσφύγων…».
«…Το γεμάτον εμπάθεια και μίσος γεμάτο αντιπροσφυγικό κήρυγμα, του ηθικού ρυθμού και κοσμογονιτών εναντίον των προσφύγων και η προσπάθεια δημιουργίας σταυροφορίας εναντίον των, δεν είναι πρωτοφανέρωτον φαινόμενον, που παρουσιάζεται εις τον τόπον μας διά πρώτην φοράν…». (Θεσσαλία 5-2-1936).
Την Δευτέρα 10 του Φλεβάρη «…επιτροπή εμπόρων και καταστηματαρχών της περιοχής των Παλαιών, παρουσιάσθηκε χθες εις τον κ. Δήμαρχον και διεμαρτυρήθη, διότι δεν εκοινοποιήθη εις τους παραγκούχους η ληφθείσα απόφαση του δημοτικού συμβουλίου περί άρσεως των παραπηγμάτων μέχρι τέλους του Μαρτίου. Ο κ. Δήμαρχος υπεσχέθη ότι η ανωτέρω απόφασις θέλει κοινοποιηθεί εντός της εβδομάδος…» (Νέα Ελλάς, Τρίτη 11-2-1936).
Όμως ακριβώς την ίδια ημέρα, ξημερώματα Τρίτης 12 του Φλεβάρη, έγινε ο εμπρησμός των παραπηγμάτων των προσφύγων…
Οι αντιδράσεις μεγάλες.
«…Επήρε πανελλήνιον διάστασιν το στυγερόν έγκλημα του εμπρησμού των προσφυγικών παραπηγμάτων που διεπράχθη εις την πόλιν μας…». (Θεσσαλία 15-2-1936).
«…Απότοκος της αντεθνικής αρθρογραφίας των τελευταίων ημερών φαίνεται δυστυχώς η αχαρακτήριστος πράξις του εμπρησμού των προσφυγικών καταστημάτων και κατοικιών της πλατείας Ρήγας Φεραίου…». (άρθρο του βουλευτή του Λαϊκού κόμματος στη «Θεσσαλία» της 21ης Φλεβάρη 1936 Μ. Τσιγδέμογλου).



































