Την ώρα που ο Ιταλός κατηγορούμενος για την διπλή δολοφονία της 54χρονης συντρόφου του και του 26χρονου γιου της στο Αίγιο, επιμένει πως είναι αθώος, οι αρχές εξετάζουν όλα τα στοιχεία προκειμένου να ρίξουν «φως» στην υπόθεση του φονικού που συγκλόνισε το πανελλήνιο.
Νέες αποκαλύψεις έρχονται να περιπλέξουν την υπόθεση του διπλού φονικού στο Αίγιο. Ο 65χρονος Ιταλός κατηγορούμενος για την δολοφονία βρίσκεται ήδη στις φυλακές Κορυδαλλού, επιμένει στην αθωότητά του και κάνει λόγο για αλληλοεξόντωση μάνας και γιου με πιθανό σενάριο η 54χρονη να σκότωσε τον γιο της και στη συνέχεια να αυτοκτόνησε.
Υπενθυμίζεται, δε, ότι δεν εντοπίστηκε DNA του Ιταλού στα νύχια των θυμάτων, πράγμα που δεν αναμενόταν να βρεθεί από την στιγμή που ο 65χρονος δεν είχε αμυχές στο σώμα του. Για το DNA του γιου στα νύχια της 54χρονης, όπως ανέφερε η δικηγόρος του κατηγορούμενου στο Live News, μπορεί να δικαιολογηθεί από την καθημερινή επαφή τους.
Ωστόσο, ένα νέο στοιχείο έδωσε σήμερα (23.06.2026) ο δικηγόρος του Ιταλού, πως στο όπλο του διπλού φονικού βρέθηκε DNA και τρίτου ατόμου, ενώ οι Αρχές περιμένουν τα αποτελέσματα των πιο εξιδεικευμένων εξετάσεων και αξιολογούν νέες μαρτυρίες.
Παράλληλα, σύμφωνα με την Μαρία Ιατροπούλου, επίσης δικηγόρο του 65χρονου κατηγορούμενου, στο συγκεκριμένο φλόμπερ – με το οποίο δολοφονήθηκε ο 26χρονος, αφού δέχτηκε σφαίρα στον κρόταφο – έχει επιβεβαιωθεί ήδη το DNA και της 54χρονης αλλά και του γιου της. Το όπλο ελέγχεται και για DNA τρίτου ατόμου. Ωστόσο, όπως είπε, DNA τρίτου προσώπου έχει βρεθεί σε κάποια άλλα αντικείμενα.
«Καταρχήν να πω ότι ήδη έχει εκδοθεί η έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης και για το όπλο, αλλά και για το μαχαίρι. Όμως, επειδή δεν είναι ολοκληρωμένη, δηλαδή ο ίδιος ο συντάκτης λέει ότι συνεχίζονται οι εργαστηριακές εξετάσεις, έχουμε μισές απαντήσεις. Στο όπλο, έτσι όπως φαίνεται αυτή τη στιγμή, είναι βεβαιωμένο το DNA και της Μαρίας αλλά και του Ολύμπιου, σε διαφορετικά σημεία, έτσι όπως προσδιορίζονται στα δείγματα. Το όπλο ελέγχεται για το DNA του τρίτου προσώπου. Υπάρχει σε κάποια άλλα αντικείμενα δείγμα τρίτου προσώπου, το οποίο δεν έχει ταυτοποιηθεί», ανέφερε η Μαρία Ιατροπούλου στο Live News.
Οι ισχυρισμοί του δικηγόρου που εκπροσωπεί τον 65χρονο Ιταλό, ωστόσο, δεν έχουν επιβεβαιωθεί επισήμως από τις Αρχές. Όπως είπε ο ιατροδικαστής, Δημήτρης Γαλεντέρης, στο Live News, στα ξύλινα μέρη του όπλου τα αποτυπώματα διατηρούνται για κάποιους μήνες και στα μεταλλικά μέχρι και έναν χρόνο. Επομένως ο εντοπισμός DNA τρίτου ατόμου στο φλόμπερ δεν σχετίζεται αναγκαστικά με τη νύχτα του διπλού φονικού.
Παράλληλα, πρόσωπο – κλειδί από την πρώτη στιγμή, είναι ο άνθρωπος που ειδοποίησε ο Ιταλός κατηγορούμενος αμέσως μετά το φονικό και έφτασε στον τόπο του εγκλήματος πριν τους αστυνομικούς. Ο ίδιος έχει περιγράψει τις εικόνες που αντίκρισε και είναι πιθανό να κληθεί το επόμενο διάστημα για νέα κατάθεση.
Οι έρευνες
Από την πρώτη στιγμή οι αρχές θεώρησαν τον Ιταλό σύντροφο της 54χρονης ως βασικό ύποπτο της διπλής δολοφονίας. Ο ίδιος ωστόσο, έχει τονίσει σε όλες τις καταθέσεις του ότι δεν εμπλέκεται στην υπόθεση του άγριου φονικού που συγκλόνισε την τοπική κοινωνία του Αιγίου αλλά και το πανελλήνιο.
Ο 65χρονος είχε ισχυριστεί ότι δεν κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο με το θύμα το μοιραίο βράδυ της 9ης Ιουνίου 2026, και πως δεν άκουσε τίποτα την στιγμή του εγκλήματος. Μάλιστα, είχε πει ότι λόγω προβλήματος υγείας πήγε στο μπάνιο του σπιτιού όπου χρειάστηκε να βγάλει και να πλύνει τα ρούχα του – τα οποία εντόπισαν και εξέτασαν οι αρχές, ενώ εντόπισε τις σορούς των θυμάτων αργά το ίδιο πρωί στο υπνοδωμάτιο.
Το γεγονός πως στο σπίτι του διπλού εγκλήματος δεν μπήκε και δεν βγήκε κανείς άλλος πέρα από τον 65χρονο τη νύχτα που προηγήθηκε, έβαλε τον Ιταλό σύντροφο από την πρώτη στιγμή στο μικροσκόπιο της έρευνας. Την ίδια ώρα, όπως είπε ο επίτιμος πρόεδρος Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Ν/Α Αττικής, Γιώργος Καλλιακμάνης, απέναντι από το σπίτι του διπλού φονικού υπάρχει κάμερα ωστόσο δεν έχει γίνει ακόμα γνωστό εάν αυτή βρίσκεται σε λειτουργία.
Παράλληλα, τα αποτελέσματα της εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης από τα εγκληματολογικά εργαστήρια της ΕΛ.ΑΣ. έδειξαν πως δεν υπήρχε αίμα ούτε στο εσώρουχο του Ιταλού ούτε στην απλωμένη πετσέτα. Οι αστυνομικοί τονίζουν ότι μπορεί με το πλύσιμο να φύγει κάθε ίχνος αίματος και σημειώνουν πως υπάρχει ενδεχόμενο να πέταξε το εσώρουχο που φορούσε και να έπλυνε ένα άλλο, περιμένοντας πως θα σταλεί για ανάλυση.
Ωστόσο, σύμφωνα με το Live News, οι αρχές εντόπισαν νέα ευρήματα στο μπάνιο του σπιτιού, τα οποία ίσως έχουν καθοριστικό ρόλο στην πορεία της έρευνας. Βρέθηκε στο μπάνιο, στο δάπεδο, κάτω από τον νιπτήρα, ένα πλαστικό μπουκάλι πράσινο, το οποίο είναι καθαριστικό υγρό με την ένδειξη «χλωροκαθαριστικό». Αυτό θεωρούν οι αστυνομικοί ότι χρησιμοποίησε ο 65χρονος Ιταλός για να καθαρίσει το σπίτι μετά το φονικό και το συνδυάζουν με το γεγονός ότι δεν βρέθηκε εντός του σπιτιού η σφουγγαρίστρα και ο κουβάς με τα οποία φέρεται να κατάφερε να εξαφανίσει εμφανή στοιχεία που ίσως τον ενοχοποιούν. Επίσης, βρέθηκαν και τρεις πετσέτες μπάνιου που δόθηκαν για ανάλυση.
Επίσης, στο όπλο και στο μαχαίρι βρέθηκε DNA μόνο των θυμάτων, κάτι που χαρακτηρίζεται από τις Αρχές ως φυσιολογικό και πιθανότατα να προέρχεται από το αίμα τους. Για τα αποτυπώματα που δεν βρέθηκαν, οι αστυνομικοί εξηγούν ότι στο μαχαίρι μπορεί να ξεπλύθηκαν από το αίμα της 54χρονης και στο όπλο μπορεί να σκουπίστηκαν από τον δολοφόνο, όποιος και αν αποδειχτεί πως ήταν.
Παράλληλα, οι Αρχές εντόπισαν μια πρόσφατα ανοιγμένη δίοδο στα συρματοπλέγματα δίπλα από το σπίτι του διπλού φονικού, και εξετάζεται αν σχετίζεται με τη διαφυγή ή την προσπάθεια σκηνοθεσίας του χώρου. Ο Ιταλός κατηγορούμενος έχει μεταφερθεί στις φυλακές Κορυδαλλού και μέχρι σήμερα (22.06.2026) επιμένει πως δεν έχει την παραμικρή εμπλοκή στο διπλό φονικό, ενώ υποστηρίζει πως μάνα και γιος αλληλοεξοντώθηκαν – κάτι που έχει ήδη διαψευστεί.
Το χρονικό
Το μεσημέρι της Τρίτης (09.06.2026) η 54χρονη μητέρα και ο 26χρονος γιος της εντοπίστηκαν μέσα στο σπίτι τους στην Αιγιάλεια, σε μια λίμνη αίματος. Οι δύο σοροί βρέθηκαν σε διαφορετικά σημεία του σπιτιού. Η γυναίκα είχε δεχτεί πολλές μαχαιριές, ενώ οι εκτιμήσεις των αστυνομικών είναι ότι είχε προηγηθεί πάλη, κάτι που φαίνεται να βεβαιώνεται και από την εικόνα που αντίκρισαν όταν μπήκαν στο δωμάτιο και από ένα σπασμένο έπιπλο.
Είναι πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί μέχρι στιγμής το κίνητρο, επειδή ακριβώς ο κατηγορούμενος αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή του στη διπλή ανθρωποκτονία. Ο νεαρός είχε και αυτός μαχαιριές αλλά και τραύμα από πυροβόλο όπλο στο κεφάλι. Μάλιστα, σύμφωνα με την έρευνα, είχε δολοφονηθεί πρώτος, ενώ κοιμόταν.
Για το περιστατικό κλήθηκε και ιατροδικαστής, ενώ από κάμερες ασφαλείας διαπιστώθηκε ότι στο σπίτι δεν υπήρχαν ίχνη διάρρηξης ή παρουσία τρίτου ατόμου, ούτε έλειπαν χρήματα και τιμαλφή. Οι αρχές αμέσως εντόπισαν τον σύντροφο της 54χρονης, ο οποίος δεν είναι ο βιολογικός πατέρας του 26χρονου και προχώρησαν στη σύλληψή του.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι το βράδυ της διπλής δολοφονίας κοιμόταν στο σαλόνι, δεν άκουσε τίποτα, ούτε πυροβολισμό και βρήκε τα πτώματα της γυναίκας του και του 26χρονου γιου της, γύρω στις 11 το πρωί της Τρίτης. Τότε ειδοποίησε έναν φίλο του που πήγε στο σπίτι και στη συνέχεια κλήθηκε η αστυνομία.
Στο πλαίσιο της έρευνας, οι αρχές προσήγαγαν τον 65χρονο Ιταλό σύντροφο της 54χρονης καθώς θεωρείται ο βασικός ύποπτος για τη διπλή δολοφονία. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο 65χρονος ειδοποίησε του γείτονές του πως βρήκε νεκρά τα δύο θύματα, ενώ υποστήριξε στις αρχές πως κοιμόταν, δεν άκουσε τίποτα και πως δεν εμπλέκεται στο έγκλημα.
Μάλιστα, οι αστυνομικοί εντόπισαν στο σπίτι φρεσκοπλυμένα και απλωμένα στην αυλή ένα εσώρουχο του 65χρονου και μία πετσέτα με κηλίδες, πιθανότατα από αίμα. Στην ερώτηση των αστυνομικών γιατί δεν έβαλε τα ρούχα στο καλάθι με τα άπλυτα ή στο πλυντήριο, δεν έδωσε καμία πειστική απάντηση, αναφέροντας μόνο ότι λερώθηκε. Γι’ αυτό έκανε ντους, έπλυνε και άπλωσε τα ρούχα.
Τα κίνητρα της διπλής ανθρωποκτονίας παραμένουν μέχρι στιγμής αδιευκρίνιστα. Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, συγγενικά πρόσωπα της γυναίκας ανέφεραν στις Αρχές ότι ενδέχεται να υπήρχαν προβλήματα στη σχέση του ζευγαριού. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η γυναίκα είχε εκφράσει την ανησυχία της στον 26χρονο γιο της, ο οποίος ζούσε στη Γερμανία, όπου σπούδαζε και εργαζόταν, ζητώντας του να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ο νεαρός είχε φτάσει στη χώρα μόλις δύο ημέρες πριν από το έγκλημα.






























