Το γεγονός ότι στη χώρα μας ποιοτικά προϊόντα, πωλούνται χωρίς προστιθέμενη αξία και ειδικά στη Θεσσαλία που υπάρχουν μοναδικά προϊόντα, αλλά δεν υπάρχει υποδομή, ώστε οι παραγωγοί να οργανωθούν και να πάρουν καλύτερες τιμές, ανέφερε στο Ράδιο ΕΝΑ ο Δημήτρης Κουρέτας καθηγητής Φυσιολογίας Ζωικών Οργανισμών – Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Το πρόβλημα της χώρας είναι ότι δεν μπορεί να πάρει την προστιθέμενη αξία των προϊόντων τα οποία παράγει από τον αγροτικό τομέα. Έχει μια αξία πρωτογενούς παραγωγής στα 7 δις € και εξάγει τρόφιμα αξίας περίπου 10-11 δις, με μια μικρή αύξηση τον τελευταίο χρόνο.
Ο κ. Κουρέτας ανέφερε ότι χώρες, όπως η Νέα Ζηλανδία που θεωρείται πρότυπο έχει αξία πρωτογενούς παραγωγής γύρω στα 6 δις $ και εξάγει τρόφιμα 27 δις, κάτι που πέτυχε με μια σειρά από βήματα που κατάφεραν να κάνουν. «Κάτι αντίστοιχο δεν έγινε στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα τα περισσότερα προϊόντα που υπάρχουν και έχουν μεγάλη προστιθέμενη αξία να πωλούνται είτε χύμα από τους παραγωγούς σε κάποιους εμπόρους, είτε φθηνά, χωρίς να παίρνουν την προστιθέμενη αξία», τόνισε ο καθηγητής.
Ο κ. Κουρέτας εξήγησε ότι αντί ένα κιλό μέλι να πωληθεί στη λαϊκή 8 € το κιλό, θα μπορούσε να πωληθεί 10 -13 €, κάτι που σιγά – σιγά θα μπορούσε να δημιουργήσει σε διάφορα προϊόντα προστιθέμενη αξία.
Πολλά τα μοναδικά προϊόντα
Ο καθηγητής τόνισε ότι υπάρχουν προϊόντα μοναδικά σε κάθε περιοχή της χώρας μας και έφερε ως παράδειγμα τα αμύγδαλο που καλλιεργείται στην κοιλάδα Συκουρίου και αποτελεί το 1% παραγωγή στη γη (αρκετές χιλιάδες τόνοι), το οποίο οι παραγωγοί πωλούν σε εμπόρους σε χαμηλή τιμή και στη συνέχεια τυποποιείται και εξάγεται.
Αντίστοιχο προϊόν είπε ότι είναι το κάστανο, τα φρούτα τη περιοχή Τυρνάβου, τα ψυχανθή τη περιοχή Φαρσάλων, που θα μπορούσαν να είναι κατάλληλα για ανθρώπου με μεταβολικά νοσήματα ή σακχαρώδη διαβήτη, η ελιά της δυτικής Μαγνησίας, όπου ξεκίνησε να δουλεύει το Π.Θ. σε συνεργασία με τον Δήμο Αλμυρού, η ελιά του Πηλίου, τα προϊόντα τυρογάλακτος που είναι φθηνά και πού υγιεινά και δεν έχει ενημερωθεί ο καταναλωτής να τα αγοράζει αντί των κίτρινων τυριών (τύπου Gouda) πιο ακριβά.
Ο ίδιος τόνισε ότι δεν υπάρχει υποδομή στη χώρα μας για να πάρουν οι παραγωγοί να οργανωθούν και να πάρουν την προστιθέμενη αξία του προϊόντος, τόσο στη χώρα μας, όσο και στο εξωτερικό.
Επίσης είπε ότι δεν υπάρχει πολιτική, ώστε τα προϊόντα ΠΟΠ (Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης) να είναι σε μεγάλη ποσότητα και τα περισσότερα είναι σε πολύ μικρές ποσότητες, όπως η Κορινθιακή σταφίδα, το αυγοτάραχο Μεσολογγίου, που έχουν μια παραγωγή, όμως υπάρχουν και τα φασόλια βανίλιες και η φάβα Φενεού Κορινθίας, που η παραγωγή είναι μικρή, η αγγινάρα Ιρίων Αργολίδας, τα ακτινίδια του Σπερχειού και του Πυργετού (με 7 φορές περισσότερη βιταμίνη C) κλπ.
Επίσης αναφέρθηκε στα ξερά σύκα Εύβοιας, στα μήλα τη Ζαγοράς, στο φιρίκι του Πηλίου, στην κονσερβοελιά, στην γραβιέρα Αγράφων, στο αρνί και το κατσίκι Ελασσόνας, στο ελαιόλαδο Θάσου κλπ., που πωλούνται σε χαμηλή τιμή.
«Μ’ αυτό τον τρόπο γίνονται πάνω από 100 προϊόντα ΠΟΠ στην Ευρώπη που έγιναν κάποια στιγμή για να εξυπηρετήσουν τους κατοίκους και έμειναν έτσι. Δυστυχώς όμως δεν έγινε η αντιμετώπιση και η στρατηγική γι’ αυτά τα προϊόντα και έχουμε αυτή τη χαμηλή προστιθέμενη αξία των διαφόρων προϊόντων», τόνισε ο κ. Κουρέτας.
Ο καθηγητής ανέφερε ότι όλη αυτή η γνώση που υπάρχει έχει μεταφερθεί στα αρμόδια υπουργεία, που όμως δεν έχουν «συγκινηθεί» στον βαθμό που πρέπει, ενώ το Πανεπιστήμιο προσκαλείται σε έργα που γίνονται στη Νορβηγία, Γερμανία, Αμερική, αλλά όχι στην Ελλάδα, όπου το Π.Θ. συμμετέχει σε έργα που αφορούν συγκεκριμένες εταιρίες, με τι οποίες συνεργάζεται αν και θα μπορούσε η μεθοδολογία που έχει αναπτυχθεί για προστιθέμενη αξία προϊόντων μέσω του σήματος που δημιουργήθηκε, θα μπορούσε να γίνει αντίστοιχα σε πολλές περιοχές τη Ελλάδος, που θα είναι κουπόνι καινοτομίας που θα επιδοτείται με λίγα χρήματα ο παραγωγό για να βάλει το σήμα και τα προϊόντα του να αποκτήσουν προστιθέμενη αξία.






























