Ο Αποστόλης Βαϊνόπουλος αφηγείται την ιστορία μιας μικρής γωνιάς του Πηλίου που «ανακάλυψαν» πρώτα οι ξένοι, αγάπησαν οι Λαρισαίοι και το Mamma Mia έκανε γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο.
Στη Νταμούχαρη αποκλείεται να έχεις πάει και να μην τη θυμάσαι. Έστω να την μπερδέψεις με κάποιο άλλο χωριουδάκι ή κάποια παραλία του Πηλίου. Κι ας είναι τόσο μικροσκοπική.
Το φυσικό λιμανάκι με τις υπερυψωμένες ταβέρνες, τα δυο-τρία στενόμακρα, διώροφα πέτρινα κτίρια, το κεντρικό καλντερίμι που διασχίζει το χωριό και καταλήγει στην παραλία, το άλλο της εισόδου, που το κατεβαίνεις με τα πόδια γιατί αυτοκίνητα δεν κυκλοφορούν, τα λιγοστά σπίτια που χάνονται μέσα στις ελιές και στις λεμονιές. Και τέλος. Είναι υπεραρκετά.
Προσωπικά, η θέα της ασκεί μια περίεργη επιβολή πάνω μου. Δεν με χωράει η ομορφιά της. Αισθάνομαι ότι δεν προλαβαίνω να την αφομοιώσω.
Το ίδιο απίθανο είναι να έχεις γνωρίσει τον Αποστόλη Βαϊνόπουλο, στην ταβέρνα Καραγάτσι ή στο ξενοδοχείο του, και να τον ξεχάσεις. Ο Αποστόλης είναι σαν ολόκληρη τη Νταμούχαρη.

Της Εύης Μποτσαροπούλου
Είναι 31 Αυγούστου και στη Νταμούχαρη το καλοκαίρι ετοιμάζεται να τελειώσει. Ο Αποστόλης Βαϊνόπουλος έχει ήδη κάνει τον απολογισμό του. Ακόμη μία καλή χρονιά, λέει, όπως όλες σχεδόν στα περισσότερα από τριάντα χρόνια λειτουργίας της επιχείρησής του. Ακόμη και μετά τον Covid, ακόμη και μετά τον Daniel, δεν θυμάται καλοκαίρι που να έκλεισε με αρνητικό πρόσημο.
Τον ρωτώ πώς νιώθει, κοιτάζοντας πίσω όλα όσα δημιούργησε. «Όλα αυτά έγιναν χωρίς προγραμματισμό, μέσα σε μια ονειρική κατάσταση. Δεν πήρα ποτέ χαρτί και μολύβι να δω αν βγαίνει ή δεν βγαίνει». Η απάντησή του κρύβει ίσως ολόκληρη την ιστορία της Νταμούχαρης…
Η παραδοχή μοιάζει σχεδόν παράδοξη για έναν άνθρωπο που δημιούργησε μια επιχείρηση την οποία οι επίσημες μελέτες είχαν κρίνει μη βιώσιμη. Ίσως, όμως, να περιγράφει με ακρίβεια και την πορεία της ίδιας της Νταμούχαρης: ενός μικρού τόπου που δεν αναπτύχθηκε βάσει κάποιου οργανωμένου σχεδίου, αλλά μέσα από τη φαντασία, τις συμπτώσεις, την ιδιωτική πρωτοβουλία, τη φιλοξενία και τις σχέσεις που δημιουργήθηκαν γύρω του.
Πολύ πριν μιλήσουμε για τουριστική ταυτότητα, εξωστρέφεια και branding τόπων, η Νταμούχαρη είχε ήδη αποκτήσει διεθνές κοινό. Πριν φτάσουν μαζικά οι Έλληνες, είχαν έρθει οι Γερμανοί. Αργότερα οι Άγγλοι. Ανάμεσά τους μια σταρ του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, η Romy Schneider. Δεκαετίες αργότερα, η Meryl Streep και μια ολόκληρη κινηματογραφική παραγωγή θα γλεντούσαν κάθε βράδυ στην ταβέρνα του Αποστόλη, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του Mamma Mia.
Παράλληλα, παρέες από τη Λάρισα θα επέστρεφαν κάθε καλοκαίρι, θα έφτιαχναν σπίτια και θα γίνονταν σταδιακά μέρος του τόπου.
Η Νταμούχαρη έγινε γνωστή στον κόσμο χωρίς να το έχει σχεδιάσει. Σήμερα, όμως, κινδυνεύει ακριβώς επειδή εξακολουθεί να μην έχει σχέδιο.



Από την Κλεοπάτρα στο «Port Cleopatra»
Ο Αποστόλης Βαϊνόπουλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νταμούχαρη, σε μια οικογένεια η ιστορία της οποίας είναι δεμένη με το μικρό φυσικό λιμάνι του Ανατολικού Πηλίου.
«Ο παππούς μου ήταν καπετάνιος στον αγγλικό στόλο. Δεν τα βρήκε με τους οπλαρχηγούς στην Πελοπόννησο και ήρθε εδώ. Η σουλτάνα, που είχε τότε το Πήλιο δικό της, του χάρισε αυτό το μέρος, με την προϋπόθεση να μην τους ενοχλεί. Γύρω στο 1850-1860, κάπου εκεί».
Σε μια εποχή χωρίς δρόμους και αυτοκίνητα, από τη Νταμούχαρη περνούσε το εμπόριο των χωριών του Πηλίου που έβλεπαν προς το Αιγαίο. Οι κρατικές αποθήκες και το κτίριο που λειτουργούσε ως ένα είδος τελωνείου, υπό κατάρρευση σήμερα, θυμίζουν ακόμη εκείνη την περίοδο. Στόλοι υπήρχαν στη Νταμούχαρη, στον Αϊ-Γιάννη και στο Χορευτό, μεταφέροντας ανθρώπους και εμπορεύματα.
Η οικογένεια Βαϊνόπουλου έχασε σταδιακά την οικονομική της δύναμη μετά την εμφάνιση του αυτοκινήτου και τις αλλαγές που ακολούθησαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην οικογενειακή αφήγηση κεντρική θέση κατέχει η Κλεοπάτρα, η γυναίκα που ο παππούς έφερε μαζί του από τη Ρουμανία, όταν είχε ταξιδέψει εκεί για να φορτώσει αλεύρι. Για εκείνη έχτισε ένα σπίτι, στο οποίο σώζεται ακόμη η μαρμάρινη επιγραφή: «Apostolos Vainopoulos, Captain of British Navy, Port Cleopatra, Miramar».
Ακόμη και η προέλευση του ονόματος της Νταμούχαρης μπλέκεται, στην αφήγησή του, με την ιστορία και τον θρύλο. Η μία εκδοχή το συνδέει με τους Ενετούς θαλασσοπόρους και την επίκληση «dammi grazia» —δώσε μου χάρη— μπροστά στις φουρτούνες και στους πειρατές. Μια δεύτερη, περισσότερο ρομαντική, παραπέμπει στο γαλλικό «d’amour»: για χάρη της αγάπης. Η τελευταία ανήκει στον Πανταζόπουλο, Καθηγητή της Νομικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, λάτρη της περιοχής και της Νταμούχαρης, ο οποίος επηρεάστηκε έντονα από το ερωτικό ειδύλλιο του παππού με τη Ρουμάνα.



Το όνειρο που κρίθηκε «μη βιώσιμο»
Ο Αποστόλης έφυγε για ένα διάστημα, εργάστηκε στον Βόλο και στη Θεσσαλονίκη, αλλά επέστρεψε στη Νταμούχαρη τη δεκαετία του ’80. Τότε έμεναν μόνιμα στον οικισμό μόλις τέσσερις ή πέντε οικογένειες, χειμώνα-καλοκαίρι. Το όνειρό του ήταν να δημιουργήσει ένα πανδοχείο, έναν χώρο που θα βρισκόταν κάπου ανάμεσα στην παλιά έννοια της φιλοξενίας και στο σύγχρονο ξενοδοχείο.
Είχε ήδη κληρονομήσει την ταβέρνα του πατέρα του, η οποία λειτουργούσε από τη δεκαετία του ’60. Προσπάθησε δύο φορές να ενταχθεί σε αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά και τις δύο απορρίφθηκε. Η επένδυση θεωρήθηκε μη βιώσιμη· η περιοχή ήταν απομονωμένη, η πρόσβαση δύσκολη και το επιχειρηματικό σχέδιο δεν «έβγαινε» στους αριθμούς.
«Δεν μπόρεσα να μπω και ξεκίνησα να κάνω κάτι στο οποίο μπορούσα να φτάσω, χωρίς να έχω τα αντίστοιχα χρήματα. Πίστευα, όμως, στη δουλειά και στο ότι θα μπορέσω να πάρω μπροστά». Η απόρριψη παραδέχεται ότι του στοίχισε· τον ανάγκασε να περιορίσει το αρχικό σχέδιο ως προς το μέγεθος, αλλά του επέτρεψε να ακολουθήσει τη δική του αισθητική. Έχτισε τα δωμάτια περιμετρικά, χωρίς να κόψει τα δέντρα και χωρίς να δημιουργήσει εσωτερικούς διαδρόμους. Κάθε δωμάτιο έβγαινε απευθείας στον κήπο, στο χώμα, ανάμεσα στις λεμονιές και στις ελιές που είχε φυτέψει ο πατέρας του και ο ίδιος φρόντισε να πολλαπλασιάσει. Το ονόμασε Νταμούχαρη.
Στην κατασκευή τον βοήθησαν οι πρώτοι Αλβανοί εργάτες που έφτασαν στην περιοχή τη δεκαετία του ’90. «Δεν είχα την οικονομική δυνατότητα. Αυτά τα παιδιά με βοήθησαν πάρα πολύ να στήσω το όνειρό μου και να το κάνω πραγματικότητα. Γι’ αυτό σε διάφορα σημεία υπάρχουν ακόμη αλβανικά ονόματα».
Εκεί όπου οι μελέτες έβλεπαν μια μη βιώσιμη επένδυση, ο ίδιος έβλεπε έναν τόπο στον οποίο μπορούσαν να συνυπάρξουν η φιλοξενία, η φύση και η προσωπική φροντίδα. «Ίσως, τελικά, κάθε εμπόδιο να ήταν για καλό. Δεν μπλέχτηκα με δάνεια, αποπληρωμές και με την υποχρέωση να πρέπει να κάνω συγκεκριμένα πράγματα».


Οι ξένοι που έφτασαν πριν από τους Έλληνες
Τις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80, οι Έλληνες επισκέπτες ήταν ελάχιστοι. Στη Νταμούχαρη έρχονταν κυρίως Γερμανοί, γοητευμένοι από τη μορφολογία του τόπου, το περπάτημα στα μονοπάτια και τη δυνατότητα να καταλήγουν στη θάλασσα.
Η ζωή ήταν ακόμη δύσκολη. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα ούτε εύκολη οδική πρόσβαση και το φαγητό βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στην τοπική παραγωγή. Κάθε οικογένεια είχε τον κήπο, τις κότες και τις γίδες της. Το ψάρεμα και ο πρώιμος τουρισμός επέτρεψαν στις ελάχιστες οικογένειες που ζούσαν μόνιμα εκεί να επιβιώσουν.
Ο Αποστόλης συνδέει την πρώτη παρουσία των Γερμανών με ανθρώπους που είχαν γνωρίσει το Πήλιο κατά τη διάρκεια του πολέμου και επέστρεψαν αργότερα, γοητευμένοι από την ομορφιά του. Ανάμεσά τους ήταν ο Αλφόνς, ένας Γερμανός που έζησε μόνος του επάνω στο Καμάρι και δημιούργησε, στη μέση του πουθενά, έναν ιδιότυπο οικολογικό χώρο φιλοξενίας… «Ο Αλφόνς έγραψε τη δική του ιστορία εδώ. Ποιος τον θυμάται σήμερα; Ίσως, αν κάποτε γραφτεί η ιστορία του, να τη διαβάσει ο κόσμος».
Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και κυρίως τη δεκαετία του ’90, οι Γερμανοί έδωσαν σταδιακά τη θέση τους στους Άγγλους. Για περίπου δέκα χρόνια, η επιχείρηση συνεργαζόταν με δύο βρετανικά τουριστικά γραφεία. «Αν τα θυμάται κανείς, λέγονταν Simply και Tapestry».
Ήταν η εποχή πριν από το διαδίκτυο, όταν οι tour operators έκλειναν τα δωμάτια για ολόκληρη τη σεζόν. Υπήρχε τότε η αεροπορική σύνδεση Λονδίνο-Μάντσεστερ-Λίβερπουλ με την Αγχίαλο και τον Βόλο.
Μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, τα βρετανικά γραφεία στράφηκαν προς φθηνότερους προορισμούς και η επιχείρηση πέρασε στις διαδικτυακές κρατήσεις. Ο συνδυασμός ξενοδοχείου και ταβέρνας αποδείχθηκε επιτυχημένος. Σε περισσότερα από τριάντα χρόνια λειτουργίας, ακόμη και στις περιόδους του Covid και των φυσικών καταστροφών, ο απολογισμός κάθε καλοκαιριού παρέμεινε θετικός.


Η Romy Schneider κατέβηκε με τα γαϊδουράκια…
Στο πανδοχείο που είχε γίνει γνωστό ως «Γερμανικό» γράφτηκε μία από τις λιγότερο γνωστές ιστορίες της Νταμούχαρης.
Ο χώρος είχε αγοραστεί στις αρχές της δεκαετίας του ’60 από έναν Γερμανό με επιχειρηματικές βλέψεις, ο οποίος μετέτρεψε μια παλιά ταβέρνα σε πανδοχείο. Στις αρχές της επόμενης δεκαετίας έμεινε εκεί, για δύο καλοκαίρια, η Romy Schneider, μετά τον χωρισμό της από τον Alain Delon.
Δεν υπήρχε ακόμη δρόμος ούτε ηλεκτρικό ρεύμα. Η ηθοποιός και η συνοδεία της κατέβηκαν στη Νταμούχαρη με γαϊδουράκια και παρέμειναν εκεί ολόκληρο το καλοκαίρι. Ο Αποστόλης ήταν τότε παιδί και είχε περίπου την ίδια ηλικία με τον γιο της, τον David.
«Με τον David παίζαμε ολημερίς και ολονυχτίς. Ήταν μια φοβερή ιστορία. Η Romy Schneider ήταν πολύ όμορφη γυναίκα. Πάντα γυμνή στην παραλία και με μια χλαμύδα από πάνω. Ήταν πολύ όμορφα εκείνα τα καλοκαίρια».

«Ο τουρισμός είναι φαντασία»…
«Ο τουρισμός είναι φαντασία. Είναι να μπορείς να υπερβείς τον εαυτό σου», λέει ο Αποστόλης. Η φράση του εξηγεί ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε τη δουλειά και τον τόπο. Και τίποτε δεν συμπυκνώνει περισσότερο αυτή τη λογική από την ιστορία του Mamma Mia!.
Η εταιρεία παραγωγής έφτασε στο Ανατολικό Πήλιο αναζητώντας τοποθεσίες για τα γυρίσματα. «Είδαν το μέρος και τρελάθηκαν. Είμαι φοβερά τυχερός άνθρωπος. Τη μία χρονιά πηγαίνω στη Universal και την επόμενη υπογράφω συμβόλαιο μαζί της και έρχεται μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μου».
Οι προετοιμασίες διήρκεσαν περίπου έξι μήνες. Συνεργεία άλλαξαν την εικόνα του λιμανιού, κατασκεύασαν τον μόλο και έστησαν σκηνικά σε ολόκληρο τον οικισμό. Μια νταλίκα γεμάτη πλαστικά λουλούδια έφτασε μόνο και μόνο για να καλυφθούν τα ελενίτ που θα εμφανίζονταν για κλάσματα του δευτερολέπτου στην ταινία.
Η εμμονή της παραγωγής στη λεπτομέρεια αποτυπώθηκε ακόμη και στις κολοκυθιές που είχε φυτέψει η μητέρα του μέσα σε παλιούς γκαζοντενεκέδες τυριού. Το συμβόλαιο προέβλεπε ότι έπρεπε να υπάρχουν στα γυρίσματα, με το συγκεκριμένο λογότυπο στους τενεκέδες. Καθώς, όμως, τα γυρίσματα έγιναν στις αρχές Οκτωβρίου, ο Αποστόλης αναγκάστηκε να καλλιεργήσει κολοκυθιές σε θερμοκήπιο και να τις μεταφέρει την κατάλληλη στιγμή.
«Το μόνο που σε ενδιέφερε ήταν να επιβιώσουν για εκείνες τις ημέρες. Δούλευαν με τρελή λεπτομέρεια. Ο κινηματογράφος είναι κλάσματα του δευτερολέπτου, αλλά εκείνοι τα είχαν προβλέψει όλα».
Ο ίδιος εμφανίστηκε σε κάποιο από τα γυρίσματα, αλλά η σκηνή του κόπηκε στο μοντάζ. Αυτό που δεν κόπηκε από τη μνήμη του ήταν η καθημερινή επαφή με τη Meryl Streep. Όσο εκείνη βρισκόταν στη Νταμούχαρη, οι υπόλοιπες ταβέρνες παρέμεναν κλειστές και αποζημιώνονταν από την παραγωγή. Η δική του έμεινε ανοιχτή και μετατράπηκε στο σημείο συνάντησης των ανθρώπων της ταινίας.
«Κάναμε γλέντια κάθε βράδυ. Η Meryl Streep ήταν ένας άνθρωπος ζωντανός και ανοιχτός, πολύ γεμάτος, πολύ ώριμος και πολύ ανθρώπινος. Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Μόνο στο τελευταίο πάρτι ενοχλήθηκε λίγο, γιατί είχε γίνει γνωστό ότι βρισκόταν εδώ και άρχισε να έρχεται κόσμος για φωτογραφίες και αυτόγραφα».
Το Mamma Mia! υπήρξε σταθμός για το ξενοδοχείο, την ταβέρνα και ολόκληρη την περιοχή. Μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, όμως, η Νταμούχαρη έχασε την ευκαιρία να κρατήσει ένα απτό ίχνος της ταινίας. Ο μόλος αποξηλώθηκε, οι κατασκευές διαλύθηκαν και οι τρεις βάρκες που άφησε η παραγωγή παρασύρθηκαν σταδιακά από τη θάλασσα.
«Θα μπορούσε να είχε δημιουργηθεί, αν όχι μουσείο, τουλάχιστον ένας εκθεσιακός χώρος με φωτογραφίες, βάρκες και αντικείμενα από τα γυρίσματα. Σήμερα όλοι λένε “εδώ καθόταν”, “εδώ κοιμόταν”. Τότε, όμως, δεν κρατήσαμε τίποτα. Ήταν μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία».

Ένας άνθρωπος της σκουριάς και της πατίνας…
Ο χώρος του Αποστόλη είναι γεμάτος παλιά αντικείμενα: ρούχα του παππού του, παπούτσια, κομμάτια μετάλλου, δώρα επισκεπτών, πράγματα που βρέθηκαν στα βράχια ή στον βυθό. Δεν θεωρεί, ωστόσο, τον εαυτό του συλλέκτη. «Ο συλλέκτης συντηρεί τα πράγματα. Εγώ είμαι άνθρωπος της σκουριάς. Μου αρέσουν τα αντικείμενα που έχουν επάνω τους την πατίνα του χρόνου».
Δεν τον ενδιαφέρει να τα κρατήσει για πάντα στην ίδια κατάσταση. Προτιμά να παρακολουθεί ολόκληρο τον κύκλο τους.
«Μου αρέσει η αρχή, η μέση και το τέλος. Θεωρώ ότι ο θάνατος είναι όπως η γέννηση. Θέλω ένα μηχανάκι να διαλυθεί, να λιώσει και μέσα από τη σκουριά του να βγουν λουλούδια. Γιατί έβαζαν οι μανάδες μας ένα σκουριασμένο αντικείμενο μέσα στην ορτανσία ή στην γαρδένια;»
Ανάμεσα στα αντικείμενα βρίσκονται και οβίδες από τον πόλεμο. Όταν ήταν παιδί, λέει, η περιοχή ήταν γεμάτη από αγγλικά και γερμανικά πυρομαχικά. Εκείνος τα μάζευε από τα βράχια και τη θάλασσα.
Η σχέση του με αυτά δεν είναι απλώς αισθητική. Είναι ένας τρόπος να διατηρεί τη μνήμη του τόπου χωρίς να εξαφανίζει τα σημάδια του χρόνου. Μια άτυπη μορφή πολιτιστικής διπλωματίας, που δεν σχεδιάστηκε από κάποιον φορέα ούτε στηρίχθηκε σε επίσημο πρόγραμμα, αλλά δημιουργήθηκε μέσα από τη φιλοξενία, τα αντικείμενα, τις συναντήσεις και τις ιστορίες που ταξίδεψαν από τη Νταμούχαρη στον κόσμο.
«Δεν το γνωρίζουν αυτό», λέει. «Ούτε καν σε περιφερειακό επίπεδο».
Ίσως εδώ να βρίσκεται το νόημα της φράσης «κάν’ το όπως στη Νταμούχαρη». Όχι στην αντιγραφή ενός τουριστικού μοντέλου, αλλά στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η αυθεντικότητα ενός τόπου, οι άνθρωποί του και η δυνατότητά τους να δημιουργούν εμπειρίες μπορούν να λειτουργήσουν ως το ισχυρότερο μέσο εξωστρέφειας.

Η Νταμούχαρη των Λαρισαίων…
Η σχέση της Νταμούχαρης με τη Λάρισα δεν είναι πρόσφατη ούτε περιορίζεται στις καλοκαιρινές εξορμήσεις των τελευταίων χρόνων. Άρχισε να διαμορφώνεται ήδη από τη δεκαετία του ’80, όταν παρέες Λαρισαίων έφταναν συστηματικά στον μικρό όρμο και έδιναν, όπως θυμάται ο Αποστόλης, έναν διαφορετικό τόνο στη ζωή του.
«Οι Λαρισαίοι ήταν διαφορετικοί από τους υπόλοιπους Έλληνες, στο ντύσιμο και στον τρόπο συμπεριφοράς τους. Και η νύχτα στην παραλία ήταν διαφορετική. Διαφορετική ήταν και η φωτιά που έφερναν μαζί τους».
Θυμάται τον Ράικο, τη Μαρία και τον Άκη, την οικογένεια Κωνσταντινίδη και πολλούς ακόμη ανθρώπους που δεν αντιμετώπισαν τη Νταμούχαρη ως έναν περιστασιακό τόπο διακοπών. Επέστρεφαν κάθε χρόνο, δημιούργησαν σταθερές παρέες, έφτιαξαν σπίτια στο Πήλιο ή προσπάθησαν να επενδύσουν στην περιοχή. Με τον καιρό έπαψαν να θεωρούνται επισκέπτες και έγιναν μέρος της κοινωνικής ζωής του τόπου.
«Υπάρχουν άνθρωποι που έρχονται συστηματικά εδώ και τους γνωρίζεις πλέον μόνο με τα μικρά τους ονόματα. Χρόνια ολόκληρα. Πολλοί Λαρισαίοι έμειναν στον τόπο, έφτιαξαν σπίτια και συνεχίζουν να έρχονται».
Οι παρέες αυτές λειτουργούσαν όπως εκείνα που ο Διονύσης Σαββόπουλος αποκαλούσε «κυκλώματα»: άνθρωποι που συναντιούνταν στον ίδιο τόπο για δέκα ή είκοσι χρόνια, μοιράζονταν τα καλοκαίρια τους και δημιουργούσαν κοινή μνήμη γύρω από τα τραπέζια, τις φωτιές και τις νύχτες της παραλίας.
Ξεχωριστή θέση στην αφήγησή του έχει ο Νίκος Τάγκας από τον Αγιόκαμπο, ο οποίος με τις βάρκες, τις πεζοπορίες και την προσωπική του προσπάθεια έφερε πολύ κόσμο από τη Λάρισα και τα παράλιά της στη Νταμούχαρη.
«Δεν μπορώ να τον ξεχάσω. Πάλεψε μόνος του με τις βάρκες, με το περπάτημα, με όλη αυτή την προσπάθεια. Όλα τα κάναμε μόνοι μας, πέτρα-πέτρα».
Η παρουσία των Λαρισαίων δεν αποτελεί, επομένως, υποσημείωση στην τουριστική ιστορία της Νταμούχαρης. Είναι ένα από τα νήματα που συνέδεσαν επί δεκαετίες τον μικρό οικισμό του Ανατολικού Πηλίου με τη θεσσαλική πρωτεύουσα — μια σχέση που εξακολουθεί να ανανεώνεται κάθε καλοκαίρι.

Η επιτυχία χωρίς σχέδιο και το τίμημά της…
Ο Αποστόλης δεν πιστεύει ότι η Νταμούχαρη χρειάζεται απλώς περισσότερους επισκέπτες. Χρειάζεται όρια, οργάνωση και τις βασικές υποδομές που εξακολουθούν να λείπουν.
Τον Δεκαπενταύγουστο τα αυτοκίνητα φτάνουν μέχρι επάνω, προς το Μούρεσι. Η πρόσβαση είναι δύσκολη ακόμη και για ένα ασθενοφόρο ή ένα πυροσβεστικό όχημα, ενώ οι βόθροι εξακολουθούν να απειλούν τη θάλασσα από την οποία ζει ολόκληρος ο τόπος.
«Δεν γίνεται μια περιοχή Natura να χύνει τα λύματά της στη θάλασσα. Εμείς ζούμε από τη θάλασσα και την ίδια στιγμή τη μολύνουμε. Χρειάζονται τα αυτονόητα».
Δεν κρύβει την προτίμησή του σε μια περισσότερο οργανωμένη ανάπτυξη… «ακόμη και αν αυτή προερχόταν από έναν μεγάλο ιδιώτη επενδυτή». Θεωρεί ότι τα επιμέρους μικροσυμφέροντα ευθύνονται συχνά για την αυθαιρεσία, τους δρόμους χωρίς σχεδιασμό και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος.
Δεν είναι μια θέση που θα περίμενε ίσως κανείς από έναν άνθρωπο ο οποίος δηλώνει ότι τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 σκεφτόταν αριστερά. «Με κατηγόρησαν για αυτό». Ο ίδιος, όμως, επιμένει ότι μια σοβαρή, ελεγχόμενη επένδυση θα μπορούσε να είχε προστατεύσει καλύτερα το μέρος από τη σημερινή διάσπαρτη και άναρχη ανάπτυξη. «Θα ήθελα να έρθει κάποιος και να σοβαρέψει λίγο αυτό που ονομάζουμε τουρισμό και οικονομία».
Κι όμως, παρά τις ανθρώπινες αστοχίες, έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στη δύναμη της φύσης. Όταν ο Daniel ένωσε τη γη με τη θάλασσα, κατέστρεψε δρόμους και ξερίζωσε δέντρα, άκουγε γύρω του ότι η Νταμούχαρη είχε τελειώσει.
Ο ίδιος δεν το πίστεψε ούτε στιγμή.
Είχε δει τη φωτιά, τη δεκαετία του ’60, να φτάνει μέχρι το κάστρο. Είχε ζήσει την παγωνιά της δεκαετίας του ’90, όταν δεν απέμεινε ούτε μία ελιά. Και είχε δει τη ζωή να επιστρέφει.
«Η φύση, και ειδικά η ελιά, έχει αυτή τη δύναμη. Αντέχει. Εκεί όπου βλέπεις μόνο ένα κούτσουρο, ξαφνικά εμφανίζεται ένα μικρό φύλλο. Αυτή είναι η ομορφιά της ζωής».
Ανάμεσα στις δύο φράσεις του… «ο τουρισμός είναι φαντασία» και «πρέπει να σοβαρέψουμε αυτό που ονομάζουμε τουρισμό», βρίσκεται ολόκληρη η ιστορία της Νταμούχαρης.
Η φαντασία, οι συμπτώσεις και οι άνθρωποι την έκαναν γνωστή. Το σχέδιο είναι αυτό που χρειάζεται σήμερα για να μη χάσει όσα την έκαναν ξεχωριστή.
Φέτος μπορεί να μου είπε ο Αποστόλης όλη την ιστορία, αλλά κρατάω για το τέλος την ατάκα της Σοφίας, της συζύγου του που διαχειρίζεται το ξενοδοχείο και το μπαρ… «Είναι πολύ μεγάλη τύχη που είμαστε εδώ και κάνουμε αυτή τη δουλειά. Συναναστρεφόμαστε συνεχώς, καθημερινά, μόνο με ανθρώπους που χαμογελούν».
Πηγή: onlarissa.gr
































