Ελλάδα, Γαλλία, Αγγλία, Αμερική. Ο Γιάννης, όπως έλεγαν και οι Τρύπες στην «Ταξιδιάρα Ψυχή», είχε ξεχάσει πού ακριβώς ήθελε να πάει. Μέσα σε όλα αυτά τα ταξίδια ζωής, αφού στο εξωτερικό ζει και εργάζεται για περίπου 25 χρόνια, με βασικό σταθμό τη Νέα Υόρκη, υπήρχε η αγαπημένη του και δική μας σταθερά: το Πήλιο.
Η ζωή του, περιπετειώδης αλλά με μια γερή δόση πειθαρχίας και όχι ακριβώς τυχοδιωκτισμού, είχε τα συστατικά στοιχεία της επιτυχίας: γνώση, ρίσκο, αισιοδοξία, καλό χειρισμό του λόγου και μια ζωή που έκανε τη φήμη του να προπορεύεται της παρουσίας του. Παράλληλα με την πορεία του ως στέλεχος του νεοϋορκέζικου management consulting, έγραψε το βιβλίο Hotel Living (Harper Collins) στα αγγλικά, αντλώντας έμπνευση από τον κόσμο των επιχειρήσεων, και το βιβλίο του έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία.
Ο Ιωάννης Πάππος, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στη Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Stanford στην Καλιφόρνια και στη συνέχεια απέκτησε MBA από το INSEAD. Έτσι βρέθηκε να ζει στο εξωτερικό επί περίπου 25 χρόνια, εργαζόμενος στη Νέα Υόρκη. Στην καριέρα του ασχολήθηκε με τη συμβουλευτική επιχειρήσεων (management consulting), αποκτώντας εμπειρία σε κορυφαίες εταιρείες συμβούλων, μια πορεία που ενέπνευσε και το υπόβαθρο του κεντρικού ήρωα στο πρώτο του μυθιστόρημα “Hotel Living”.
Άλλαξες τόσα πολλά στη ζωή σου. Τελικά, ποια είναι η «σταθερά»; Το Πήλιο; Η Ελλάδα;
Γιατί ασχολούμαστε ξανά και ξανά με την Οδύσσεια; Καλή ώρα, τώρα, με τον Christopher Nolan. Γιατί το «homecoming» ορίζει τόσο την πορεία μας («coming») όσο και το σημείο αναφοράς και σύγκρισης («home»). Γυρίζουμε εκεί που νιώθουμε σπίτι. Για μένα ήταν και θα είναι πάντα το νότιο Πήλιο, ένα μέρος της Ελλάδας που μπορεί να ακούγεται ρομαντικό, αλλά έχει ακόμα θησαυρούς που έχουν γλιτώσει από την υπεροικοδόμηση και τον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό. Το νότιο Πήλιο μού θυμίζει ότι άλλαξα εγώ, αλλά όχι το σπίτι μου.
Ποια φάση της δημιουργικής σου πορείας απεικονίζει η αναστήλωση του πατρικού σου σπιτιού και ποιος είναι ο ρόλος του στη ζωή σου;
Απεικονίζει το πέρασμα από τη δημιουργία στη συντήρηση. Σε παλιότερες δεκαετίες ήμουν αδιάφορος απέναντι σε όσα έφτιαξαν οι παππούδες μου. Με την επιστροφή μου στην Ελλάδα και την απομόνωσή μου στο Πήλιο την εποχή της πανδημίας, έμαθα να τιμώ την προίκα που βρήκα. Σήμερα, μπορεί η λειτουργικότητα του πατρικού μου να έχει αλλάξει (οι παππούδες έσπερναν και έκτιζαν για να καλύψουν βασικές ανάγκες), αλλά ο ρόλος του σπιτιού παραμένει ο ίδιος: να φέρνει μια ευρύτερη οικογένεια κοντά και να συνεχίζει, σε όποιο βαθμό είναι δυνατό, τον τρόπο ζωής που ξεκίνησε ενάμιση αιώνα πριν: γιαγιάδες κι εγγόνια ψήνουν στον κτιστό φούρνο και τρώνε μαζί αγκινάρες απ’ το μποστάνι. Αυτά κι άλλα σώθηκαν.
Ποια απασχόληση καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου που περνάς στο σπίτι;
Το σπίτι έχει ένα ειδικό βάρος που προσπαθεί να σε κρατήσει μέσα. Θέλει να σε κάνει να διαβάζεις στο χαγιάτι (φέτος, το John of John του Douglas Stuart και τα περισσότερα βιβλία που προτείνει το Three Lives & Company), να κοιμάσαι το μεσημέρι, να φυτεύεις και να ποτίζεις το απόγευμα (ο τελευταίος εθισμός μου), να μαγειρεύεις ντόπια λαδερά, να κάνεις προσευχή το βράδυ (δεν πιστεύω, αλλά κάνω), κοιτώντας από τα πάνω δωμάτια τα αδύναμα φώτα του χωριού, ενώ θυμάμαι τη γιαγιά μου και την εμμονή της με το λάδι στο καντήλι.
Μετά το «Hotel Living» στην Αμερική, τώρα που επέστρεψες στην πατρίδα σου, δεν πρέπει να γράψεις ένα «Home Living»;
Home Living… είναι να είσαι παρών στη ζωή σου. Δεν χρειάζεται να το διηγηθείς. Δεν χρειάζεται να διηγείται, είναι από μόνο του θεϊκό. Είναι αυτό που έκανε ο πατέρας μου όλη του τη ζωή. Ήταν σταθερός σε αυτά που ήθελε, τα οποία ήταν τα απολύτως απαραίτητα, χωρίς το μικρόβιο της μόνιμης βελτίωσης, της ωραιοποίησης, των ταξιδιών, κάτι από το οποίο πάσχω εγώ. Για τον πατέρα μου δεν υπήρχε «homecoming», υπήρχε μόνο «home».
Ποια είναι τα αγαπημένα σου στέκια στο Πήλιο;
Η Ξινόβρυση, μετά το μπάνιο στο Αιγαίο. Έχει την πιο ταπεινή ταβέρνα στην πλατεία. Δεν τη χάνεις, μία μόνο υπάρχει. Ο Λαύκος, με τα πετρόχτιστα σοκάκια του και το καφενείο του Φορλίδα, το παλαιότερο ελληνικό καφενείο, που λειτουργεί από το 1785. Μπαίνεις μέσα και ταξιδεύεις στον χρόνο. Ηλιοβασιλέματα στη Μηλίνα, στο τέρμα του χωριού, δίπλα στις βάρκες, όπου, αν είσαι τυχερός, θα πας με τους Στουκογιαννήδες, τον Νίκο και τον Γιάννη, πατέρα και γιο, για μπουζούκι και ψάρεμα στις θαλάσσιες σπηλιές, όπου, σύμφωνα με τον μύθο, είχαν βρεθεί οι Αργοναύτες. Και αν θες να φτάσεις στο φεγγάρι, πάρε έναν καλό guide, όπως τον Γιάννη Φώτη από την Αργαλαστή, πολυμήχανο, και πήγαινε για stone safari σε παλιά νταμάρια και λατομεία, όπου, αφού περάσεις κρυφά οροπέδια και γκρεμούς, θα ζήσεις το τέρμα του χάρτη, με το κενό του Αιγαίου στα πόδια σου.
Σε ποια παραλία σου αρέσει να πηγαίνεις για μπάνιο;
Πάω μόνο σε τρεις και θα σας πω τις δύο. Η Γούρνα στο Λεφόκαστρο, στον Παγασητικό, είναι μικρή, όνομα και πράγμα, με ήρεμα νερά. Εκεί έμαθα, παιδί, να κολυμπώ. Και η Μελάνη στο Αιγαίο είναι πιο άγρια, με μια διάχυτη ενέργεια αποκάλυψης.
Υπήρξε και το Πήλιο των παιδικών σου χρόνων. Ποιο ήταν εκείνο;
Θυμάμαι τα σπίτια χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, με φανάρια για τα τρόφιμα. Για πόσιμο νερό πηγαίναμε στη βρύση του χωριού και γεμίζαμε τα κανάτια πάνω από τα καρπούζια της γειτονιάς, που τα είχαν μέσα στη στέρνα για να κρυώνουν. Το μεσημέρι μαζεύαμε πορφύρες και καρτσίνες για δόλωμα, σκυφτοί κάτω από τον ήλιο (πώς αντέχαμε;), και το βράδυ βγαίναμε για καβούρια. Δεν υπήρχε σπίτι. Υπήρχαν μόνο βάρκα και θάλασσα.
Τι έχει απομείνει από αυτό;
Όλα είναι εκεί, αρκεί να θες να τα δεις ή να τα ξανακάνεις. Και τα ξανακάνουμε… Ως απάντηση στα data centers, εμείς φτιάχνουμε μια non-digital colony, όπου θα παράγεις τροφή, θα φέρνεις νερό και θα ζεσταίνεσαι από τον ήλιο και τη φωτιά. Έναν παράδεισο.
Πηγή: https://www.travel.gr/














































