Σοβαρές αδυναμίες στους διαγωνισμούς του Δημοσίου και στον τρόπο που συνάπτονται οι δημόσιες συμβάσεις εντοπίζει η Κομισιόν στην εαρινή έκθεση για την Ελλάδα, βάζοντας στο τραπέζι ζήτημα ανταγωνισμού, διαφάνειας και αποτελεσματικότητας στο σύστημα ανάθεσης έργων, προμηθειών και υπηρεσιών.
Σε ειδική ενότητα της έκθεσης όπου αφιερώνεται στις δημόσιες συμβάσεις και στους διαγωνισμούς που προκηρύσσει το ελληνικό κράτος, η Κομισιόν αναγνωρίζει μεν ότι έχουν γίνει μεταρρυθμίσεις, αλλά επισημαίνει πως εξακολουθούν να υπάρχουν διαρθρωτικά προβλήματα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και υπονομεύουν τη διαφάνεια.
Το πιο βαρύ εύρημα αφορά τους διαγωνισμούς με μία μόνο προσφορά. Σύμφωνα με την Κομισιόν, η Ελλάδα κατέγραψε το 2025 το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, με 58,2% των διαδικασιών να έχουν μία μόνο προσφορά, όταν η διάμεση τιμή στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 27%. Το φαινόμενο εμφανίζεται πιο έντονα σε συμβάσεις υψηλής αξίας, στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, καθώς και σε συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών.
Η εικόνα αυτή δεν σημαίνει αυτομάτως παράνομες πρακτικές. Ωστόσο, για την Κομισιόν αποτελεί ένδειξη ασθενών συνθηκών ανταγωνισμού σε κρίσιμα πεδία του Δημοσίου, καθώς όσο λιγότεροι συμμετέχουν σε έναν διαγωνισμό τόσο περιορίζεται η δυνατότητα καλύτερης τιμής, ποιότητας και επιλογής για το Δημόσιο.
Οι διαγωνισμοί με μία προσφορά
Στο ίδιο πλαίσιο, η έκθεση δείχνει και την υπερβολική εξάρτηση από το κριτήριο της χαμηλότερης τιμής. Το 2025, το συγκεκριμένο κριτήριο εφαρμόστηκε στο 75% των διαδικασιών στην Ελλάδα, έναντι 53% στην ΕΕ. Η Κομισιόν σημειώνει ότι η έμφαση στην τιμή μπορεί να αποθαρρύνει επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται με βάση την ποιότητα και την καινοτομία, να μειώσει τον αριθμό των υποψηφίων και να αυξήσει τον κίνδυνο υπερβολικά χαμηλών προσφορών.
Πρόβλημα καταγράφεται και στην κατάληξη των διαδικασιών. Το 2025, στο 23,3% των δημόσιων διαγωνισμών δεν έγινε ανάθεση σύμβασης, καθώς οι διαδικασίες είτε απέτυχαν είτε ακυρώθηκαν. Πρόκειται για στοιχείο που δείχνει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην είσοδο των επιχειρήσεων στο σύστημα, αλλά επεκτείνεται και στην ολοκλήρωση των διαδικασιών.
Η Κομισιόν στέκεται επίσης στις καθυστερήσεις. Ο μέσος χρόνος από την προθεσμία υποβολής προσφορών έως την ανάθεση της σύμβασης φτάνει τις 171 ημέρες, ένας από τους υψηλότερους χρόνους στην ΕΕ. Η έκθεση συνδέει τις καθυστερήσεις με αργές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, δικαστικές εμπλοκές και καθυστερήσεις πληρωμών, παράγοντες που λειτουργούν αποτρεπτικά για επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε διαγωνισμούς.
Οι «φωτογραφικές» προδιαγραφές
Το πιο αιχμηρό σημείο της έκθεσης αφορά τις αντιλήψεις των επιχειρήσεων για τους κινδύνους διαφθοράς στις δημόσιες συμβάσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Κομισιόν, το 92% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα θεωρεί πολύ ή αρκετά διαδεδομένες τις προδιαγραφές που είναι προσαρμοσμένες σε συγκεκριμένες εταιρείες, έναντι 58% στην ΕΕ. Παράλληλα, το 88% θεωρεί διαδεδομένη τη συμπαιγνία στις προσφορές, έναντι 51% στην ΕΕ.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι μεταξύ των επιχειρήσεων που έχουν εμπειρία συμμετοχής σε δημόσιους διαγωνισμούς, το 48% θεωρεί ότι η διαφθορά τις εμπόδισε στην πράξη να κερδίσουν δημόσιο διαγωνισμό ή σύμβαση, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ είναι 25%, καταγράφοντας έτσι επίπεδο καχυποψίας σαφώς υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ξεχωριστό ζήτημα θέτει η Κομισιόν και για το ηλεκτρονικό σύστημα των προμηθειών. Η Ελλάδα, όπως αναφέρει, έχει κατακερματισμένο τοπίο στις ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις, με 2 έως 5 διαφορετικές υπηρεσίες σε λειτουργία, γεγονός που υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν περισσότερα συστήματα για να έχουν πλήρη εικόνα των διαδικασιών.
Το κενό με την ευρωπαϊκή πύλη TED
Η έκθεση επισημαίνει ακόμη ότι η Ελλάδα είναι σήμερα το μόνο κράτος μέλος χωρίς απευθείας σύνδεση με την κεντρική ευρωπαϊκή πύλη δημοσίων συμβάσεων TED για τη δημοσίευση προκηρύξεων. Αυτό σημαίνει ότι οι αναθέτουσες αρχές πρέπει να περνούν τις προκηρύξεις δύο φορές, μία στο εθνικό σύστημα και μία στο TED. Κατά την Κομισιόν, η πρακτική αυτή μειώνει την ποιότητα των δεδομένων και κάνει λιγότερο πιθανή τη δημοσίευση στην ευρωπαϊκή πλατφόρμα.
Η Ελλάδα έχει θέσει ως στόχο να αποκτήσει απευθείας σύνδεση με το TED τον Σεπτέμβριο του 2026. Παράλληλα, σύμφωνα με την έκθεση, έχει δρομολογηθεί νέο πιο ενοποιημένο και φιλικό ηλεκτρονικό σύστημα δημοσίων συμβάσεων, με χρηματοδότηση και από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ έχουν γίνει παρεμβάσεις για την επαγγελματοποίηση των στελεχών που χειρίζονται διαγωνισμούς, την επιτάχυνση της επίλυσης διαφορών και την ενίσχυση της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων.
Αν και η Κομισιόν αναγνωρίζει αυτές τις κινήσεις, το βασικό της μήνυμα παραμένει ότι το ελληνικό σύστημα χρειάζεται περισσότερη διαλειτουργικότητα, κοινά πρότυπα, καλύτερη ποιότητα δεδομένων και ισχυρότερη εποπτεία σε όλο τον κύκλο των δημοσίων συμβάσεων.
































