Σε κλοιό νέων ενεργειακών ανατιμήσεων βρίσκεται η Ελλάδα, με τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου να καταγράφουν έντονη άνοδο, προκαλώντας ανησυχία για το κόστος που θα κληθούν να επωμιστούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις ενόψει του χειμώνα. Την Παρασκευή, η τιμή του φυσικού αερίου στον ευρωπαϊκό κόμβο TTF έφτασε τα 93,85 ευρώ ανά θερμική μεγαβατώρα, ενώ για σήμερα, Σάββατο, η μέση χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην ελληνική αγορά διαμορφώνεται στα 230,22 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η εκτίναξη των τιμών επαναφέρει μνήμες από την ενεργειακή κρίση του 2022, καθώς το φυσικό αέριο εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του κόστους ηλεκτροπαραγωγής. Παρά τη σημαντική διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, η συμμετοχή του στο ελληνικό ενεργειακό μείγμα φτάνει κατά περιόδους έως και το 40%, με αποτέλεσμα οι αυξήσεις στις διεθνείς αγορές να μεταφέρονται στη χονδρεμπορική τιμή ρεύματος.
Η άνοδος του TTF στα 93,85 ευρώ/MWh δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις, καθώς για την παραγωγή μίας ηλεκτρικής μεγαβατώρας απαιτούνται περίπου δύο έως τρεις θερμικές μεγαβατώρες φυσικού αερίου, ανάλογα με την απόδοση της μονάδας. Εφόσον οι υψηλές τιμές διατηρηθούν, αυξάνεται ο κίνδυνος μετακύλισης του κόστους στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος των επόμενων μηνών.
Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα δύσκολη για την ελληνική οικονομία, καθώς η αυξημένη ζήτηση θέρμανσης κατά τη χειμερινή περίοδο αναμένεται να ενισχύσει τις ενεργειακές δαπάνες. Παράλληλα, οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και οι διαταραχές στην αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου συντηρούν την αβεβαιότητα για την πορεία των τιμών.
Πρόσθετη επιβάρυνση προδιαγράφεται από την 1η Ιανουαρίου 2027, καθώς η Enaon EDA έχει εισηγηθεί στη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) μεσοσταθμική αύξηση 6,9% στα τέλη χρήσης του δικτύου διανομής φυσικού αερίου.
Εφόσον εγκριθεί η πρόταση, οι νέες χρεώσεις θα εφαρμοστούν στην καρδιά του χειμώνα, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους καταναλωτές που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο για θέρμανση.
Οι αυξήσεις διαφοροποιούνται γεωγραφικά. Στην Αττική, η μέση χρέωση για το 2027 εκτιμάται στα 13 ευρώ/MWh, έναντι 11,90 ευρώ/MWh στο σενάριο χωρίς τις νέες επενδύσεις, καταγράφοντας αύξηση 9,2%. Στη Θεσσαλονίκη η αντίστοιχη επιβάρυνση υπολογίζεται σε 12,2%, ενώ στη Θεσσαλία φτάνει το 13,5%.
Η εισήγηση εντάσσεται στο επενδυτικό πρόγραμμα της εταιρείας για την περίοδο 2027-2030, που προβλέπει επέκταση του δικτύου και αύξηση των συνδέσεων κατά 22,5%. Παράλληλα, προτείνονται μηδενικά τέλη σύνδεσης για μη βιομηχανικούς καταναλωτές και επιδότηση 1.000 ευρώ για εσωτερικές εγκαταστάσεις σε περιοχές χαμηλής διείσδυσης.
Η συνδυασμένη πίεση από τις διεθνείς τιμές και τις σχεδιαζόμενες αυξήσεις των ρυθμιζόμενων χρεώσεων δημιουργεί ανησυχία για νέες επιβαρύνσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Παράλληλα, το υψηλό ενεργειακό κόστος απειλεί την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, αυξάνοντας τις λειτουργικές τους δαπάνες και τον κίνδυνο μετακύλισης των ανατιμήσεων στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το Eurogroup της 9ης Νοεμβρίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ενισχύονται οι πιέσεις για ευρωπαϊκές παρεμβάσεις και νέα μέτρα στήριξης. Για την Ελλάδα, το βασικό ζητούμενο είναι να περιοριστεί η επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων πριν από την κορύφωση της χειμερινής κατανάλωσης.
Πηγή: dnews.gr































